Καπιταλισμός και Δημοκρατία. Γάμος από συμφέρον;

Του Γιώργου Παπαιωάννου

Ενδιαφέρουσες διαπιστώσεις μέσα από τις στήλες των Financial Times

Ο οικονομικός αναλυτής Μάρτιν Γουλφ με άρθρο του, την περασμένη βδομάδα στους Financial Times, διαπιστώνει ότι ο γάμος της φιλελεύθερης δημοκρατίας με τον καπιταλισμό «δεν πρέπει να θεωρείται δεδομένος». Διαπρύσιος υποστηρικτής ο ίδιος του δυτικού καπιταλισμού και του φιλελευθερισμού, γεγονός που προσδίδει ενδιαφέρον στους φόβους του, γράφει:

«Ιστορικά, η άνοδος του καπιταλισμού και η πίεση για ακόμη ευρύτερο δικαίωμα ψήφου πήγαιναν μαζί. Γι’ αυτό τον λόγο οι πιο πλούσιες χώρες είναι φιλελεύθερες δημοκρατίες με, πάνω-κάτω, καπιταλιστικές οικονομίες. Οι ευρέως κοινές αυξήσεις στα πραγματικά εισοδήματα αποτέλεσαν ζωτικής σημασίας κομμάτι της νομιμοποίησης του καπιταλισμού και της σταθεροποίησης της δημοκρατίας.

Σήμερα, ωστόσο, ο καπιταλισμός δυσκολεύεται πολύ περισσότερο να παράγει τέτοιου είδους βελτιώσεις στην ευημερία. Αντίθετα, υπάρχουν ενδείξεις αυξανόμενης ανισότητας και επιβραδυμένης ανάπτυξης της παραγωγικότητας. Αυτός ο δηλητηριώδης συνδυασμός περιορίζει τη δημοκρατία και καθιστά παράτυπο τον καπιταλισμό…».

«Αναλογιστείτε τις απογοητευτικές πρόσφατες επιδόσεις του παγκόσμιου καπιταλισμού, κυρίως της ανατάραξης της χρηματοπιστωτικής κρίσης και των καταστροφικών συνεπειών της στην εμπιστοσύνη προς τις ελίτ που κρατούν τα ηνία των πολιτικών και οικονομικών συστημάτων μας. Δεδομένων όλων αυτών, η εμπιστοσύνη δείχνει αδικαιολόγητη στο πλαίσιο ενός μακροχρόνιου παντρέματος της φιλελεύθερης δημοκρατίας και του παγκόσμιου καπιταλισμού.

Επομένως τι θα μπορούσε να πάρει τη θέση του; Μια πιθανότητα θα ήταν η άνοδος μιας παγκόσμιας πλουτοκρατίας και άρα στην πραγματικότητα το τέλος των εθνικών δημοκρατιών. Όπως συνέβη με τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, οι μορφές των δημοκρατιών μπορεί να δείχνουν πως θα αντέξουν αλλά αυτό δεν θα ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα.

Μια αντίθετη εναλλακτική θα ήταν η άνοδος των αντιφιλελεύθερων δημοκρατιών ή των πλήρως λαϊκίστικου χαρακτήρα δικτατοριών, στις οποίες ο εκλεγμένος ηγέτης ελέγχει και το κράτος και τους καπιταλιστές…»

Ο Μ. Γουλφ καταλήγει στην πρόταση να συνετιστούν οι ελίτ ώστε να μην προκαλούν τη δυσαρέσκεια των πολιτών. Ξεχνά κάτι που, στην αρχή της χρονιάς, κάποιος άλλος του είχε υπενθυμίσει και πάλι μέσα από τις στήλες των Financial Times. Συγκεκριμένα, στις 27 Ιανουαρίου 2016, ο Γουλφ είχε υποστηρίξει:

«Οι ελίτ έχουν σταματήσει να ασχολούνται με ανησυχίες που αφορούν εσωτερικά ζητήματα, σχηματίζοντας μια παγκόσμια υπερ-ελίτ. Δεν είναι δύσκολο να καταλάβει κανείς γιατί οι απλοί άνθρωποι αισθάνονται αποξενωμένοι. Είναι χαμένοι, τουλάχιστον συγκριτικά. Δεν μοιράζονται εξίσου τα κέρδη. Αισθάνονται ότι τους εκμεταλλεύτηκαν και τους καταχράστηκαν. Μετά την οικονομική κρίση και την αργή ανάκαμψη του βιοτικού επιπέδου, θεωρούν τις ελίτ ανίκανες και επιθετικές. Η έκπληξη δεν έγκειται στο ότι πολλοί είναι θυμωμένοι, αλλά το γεγονός ότι πολλοί δεν είναι».

Λίγες μέρες μετά, ένας άλλος σχολιαστής, ο Μάικλ Γουίλιαμς, παρατηρούσε εύστοχα για τις απόψεις του Γουλφ και ενός ακόμα αρθρογράφου:

«Ο Μάρτιν Γουλφ και ο Άντριου Σιτσόκι παραβλέπουν το βασικό: η παγκόσμια ελίτ έχει απολέσει την υγιή αίσθηση του φόβου. Από την εποχή της Γαλλικής Επανάστασης μέχρι την κατάρρευση του κομμουνισμού, αυτό που είχαν κοινό οι διαδοχικές γενιές των ελίτ ήταν η αίσθηση του φόβου για το τι θα μπορούσαν να κάνουν οι αδικημένες μάζες. Στο πρώτο μισό του 19ου αιώνα ανησυχούσαν για μια νέα Γιακωβίνικη Τρομοκρατία, ενώ στη συνέχεια ανησυχούσαν για μια σοσιαλιστική επανάσταση, στα πρότυπα της Παρισινής Κομμούνας. Μια από τις αιτίες του Α΄ Παγκόσμιου Πόλεμου ήταν το αυξανόμενο αίσθημα εφησυχασμού μεταξύ των ευρωπαϊκών ελίτ. Μετά, είχαν λόγους να ανησυχούν με την ύπαρξη του διεθνούς κομμουνισμού, ο οποίος παρέμεινε ως μπαμπούλας μέχρι τη δεκαετία του ’80.

Με την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης και την εξάπλωση του παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού, οι σημερινές ελίτ έχουν χάσει την αίσθηση του φόβου που ενέπνεε στους προκατόχους τους έναν υγιή σεβασμό για τις μάζες. Τώρα μπορούν να τις περιφρονούν ως χαμένες, όπως η αριστοκρατία του Παλαιού Καθεστώτος της Γαλλίας περιφρονούσε τους αγρότες, οι οποίοι σύντομα θα έκαιγαν τα κάστρα τους. Σίγουρα, οι σημερινές ελίτ πρόκειται να μάθουν πώς να φοβούνται, πριν δούμε οποιαδήποτε αντιστροφή της τωρινής συγκέντρωσης πλούτου και εξουσίας».

Δρόμος της Αριστεράς

Advertisements