Του Γιάννη Κιμπουρόπουλου

Η διγλωσσία της κυβέρνησης στην υπόθεση ΕΛΣΤΑΤ, σαν μπαλαντέρ στο παιχνίδι με κεντροαριστερά-κεντροδεξιά.

Με συ­νο­πτι­κές δια­δι­κα­σί­ες η κυ­βέρ­νη­ση επι­χεί­ρη­σε να κλεί­σει την υπό­θε­ση Γε­ωρ­γί­ου-ΕΛ­ΣΤΑΤ. Η δή­λω­ση πί­στης στην αξιο­πι­στία των στοι­χεί­ων της, δια­τυ­πω­μέ­νη στη Βουλή από τον ανα­πλη­ρω­τή υπουρ­γό Γ. Χου­λια­ρά­κη, κρί­θη­κε επαρ­κής στην τε­λευ­ταία συ­νε­δρί­α­ση του Eurogroup (στις 9/9). Τε­χνι­κά (αλλά διό­λου ανώ­δυ­να πο­λι­τι­κά και οι­κο­νο­μι­κά) αυτό ση­μαί­νει ότι όλα όσα αφο­ρούν τις μνη­μο­νια­κές υπο­χρε­ώ­σεις της κυ­βέρ­νη­σης –π.χ. τα πλε­ο­νά­σμα­τα 3,5% μέχρι το 2020– υπο­λο­γί­ζο­νται με ση­μείο εκ­κί­νη­σης το έλ­λειμ­μα 15,4% του 2009. Κι επει­δή έλ­λειμ­μα και χρέος κι­νού­νται εντός συ­γκοι­νω­νού­ντων δο­χεί­ων, η όποια «ανα­διά­τα­ξη» του ελ­λη­νι­κού χρέ­ους –αν και όποτε γίνει– θα υπο­λο­γι­στεί με βάση αυτό.

Βε­βαί­ως, η κυ­βερ­νη­τι­κή δή­λω­ση πί­στης στην ΕΛ­ΣΤΑΤ-EUROSTAT δεν μπο­ρεί να κα­λύ­ψει εν­δε­χό­με­νες πα­ρε­νέρ­γειες της δι­κα­στι­κής έκ­βα­σης της υπό­θε­σης (ανα­μέ­νε­ται από­φα­ση του Συμ­βου­λί­ου Εφε­τών επί της αί­τη­σης αναί­ρε­σης του απαλ­λα­κτι­κού βου­λεύ­μα­τος για τον Α. Γε­ωρ­γί­ου, ενώ έχει ξε­κι­νή­σει νέα έρευ­να της Ει­σαγ­γε­λί­ας του Αρεί­ου Πάγου). Τι θα συμ­βεί, αν η ελ­λη­νι­κή δι­καιο­σύ­νη απο­φαν­θεί ότι όντως το έλ­λειμ­μα του 2009 δο­λί­ως διο­γκώ­θη­κε; Πώς θα διευ­θε­τη­θεί το πρό­βλη­μα της σύ­γκρου­σης ανά­με­σα στις δύο κυ­ρί­αρ­χες και «έν­νο­μες τά­ξεις», την ελ­λη­νι­κή και την ευ­ρω­παϊ­κή; Ούτε η κυ­βέρ­νη­ση, ούτε η ευ­ρω­παϊ­κή νο­μεν­κλα­τού­ρα έχουν απά­ντη­ση στο ερώ­τη­μα.

Προς το παρόν, η κυ­βέρ­νη­ση υιο­θε­τεί τη δι­γλωσ­σία, δια­βε­βαιώ­νο­ντας τους «έξω» ότι δεν αμ­φι­σβη­τεί την ΕΛ­ΣΤΑΤ, ενώ «μέσα» συ­ντη­ρεί σε γκρί­ζα ζώνη το εν­δε­χό­με­νο πο­λι­τι­κής χει­ρα­γώ­γη­σης του ελ­λείμ­μα­τος του 2009. Η απά­ντη­ση που έδωσε στη Θεσ­σα­λο­νί­κη προ ημε­ρών σε σχε­τι­κό ερώ­τη­μα ο πρω­θυ­πουρ­γός Αλ. Τσί­πρας είναι αρ­κε­τά απο­κα­λυ­πτι­κή για το παί­γνιο ένα­ντι των λοι­πών μνη­μο­νια­κών δυ­νά­με­ων: «Η δια­μά­χη για τα στοι­χεία του 2009 αφορά κυ­ρί­ως τη ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ και όχι τον ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ. Αν δι­καιω­θεί η μία άποψη πως έφται­γε ο Κα­ρα­μαν­λής, θα δι­καιω­θεί ο Πα­παν­δρέ­ου και αν απο­δει­χθεί ότι τα μα­γεί­ρε­ψαν για να μπού­με στα μνη­μό­νια, θα δι­καιω­θεί ο Κα­ρα­μαν­λής». Ο αγνω­στι­κι­σμός αυτής της προ­σέγ­γι­σης –που θυ­μί­ζει αχνά τη…  ζα­χα­ρια­δι­κή θε­ω­ρία των δυο πόλων– απο­τε­λεί ακρο­βα­σία με την οποία η κυ­βερ­νη­τι­κή ηγε­σία προ­σπα­θεί να διεμ­βο­λί­σει τη ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ, χωρίς ταυ­τό­χρο­να να κόβει τις γέ­φυ­ρες προς τις –κατά τεκ­μή­ριο– «φί­λιες» δυ­νά­μεις της μιας και της άλλης πλευ­ράς.

Η τα­κτι­κή αυτή, που έχει εξό­φθαλ­μο στόχο να συ­ντη­ρή­σει ένα πεδίο σύ­γκρου­σης με­τα­ξύ ΝΔ-ΠΑ­ΣΟΚ και τρι­βών εντός τους με το κα­ρα­μαν­λι­κό και πα­παν­δρεϊ­κό μπλοκ αντί­στοι­χα, έχει ως απο­δέ­κτες και τους επι­τε­λείς του ευ­ρω-ιε­ρα­τεί­ου. Το έμ­με­σο μή­νυ­μα είναι ότι ο ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ απο­τε­λεί μια στα­θε­ρά εγ­γύ­η­σης του τρί­του μνη­μο­νί­ου και έχει κα­θα­ρί­σει τους λο­γα­ρια­σμούς με το αντι­μνη­μο­νια­κό πα­ρελ­θόν του, την ώρα που οι άλλοι πόλοι του μνη­μο­νια­κού μπλοκ πα­λεύ­ουν ακόμη με τους στα­τι­στι­κούς εφιάλ­τες τους. Άρα, θα ήταν λάθος εκ μέ­ρους τους να με­τα­φέ­ρουν την πο­λι­τι­κή τους εύ­νοια προς τη ΝΔ του Κυρ. Μη­τσο­τά­κη ή προς τη Δη­μο­κρα­τι­κή Συ­μπα­ρά­τα­ξη της Φ. Γεν­νη­μα­τά. Για την τε­λευ­ταία, εξάλ­λου, οι Ευ­ρω­παί­οι Σο­σια­λι­στές, που αντι­με­τω­πί­ζουν τον Αλ. Τσί­πρα ως ισό­τι­μο εταί­ρο και συ­νο­μι­λη­τή, έχουν κα­τα­στή­σει σαφές ότι τη θε­ω­ρούν… κο­μπάρ­σο.

Σε κάθε πε­ρί­πτω­ση και με δε­δο­μέ­νο ότι το πο­λι­τι­κό σκη­νι­κό σε πολ­λές χώρες της ΕΕ έχει πε­ριέλ­θει σε πρω­το­φα­νή αβε­βαιό­τη­τα, με απει­λού­με­νο πλέον ακόμη και το χρι­στια­νο­δη­μο­κρα­τι­κό «κά­στρο» της Μέρ­κελ, το μή­νυ­μα της κυ­βέρ­νη­σης ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ-ΑΝΕΛ προς τα πο­λι­τι­κά επι­τε­λεία των δα­νει­στών είναι ότι μια πο­λι­τι­κή πε­ρι­πέ­τεια στην Ελ­λά­δα δεν συμ­φέ­ρει ούτε τους ίδιους. Επο­μέ­νως, καλό θα ήταν να μην εν­θαρ­ρύ­νουν τη ρη­το­ρι­κή της αντι­πο­λί­τευ­σης «εκλο­γές τώρα». Αντ’ αυτών, οι κυ­βερ­νή­σεις συ­νερ­γα­σί­ας, τις οποί­ες η ηγε­σία του ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ θε­ω­ρεί πλέον μο­νό­δρο­μο, απαι­τούν συ­γκλί­σεις με δυ­νά­μεις της κε­ντρο­α­ρι­στε­ράς ή της κε­ντρο­δε­ξιάς που μπο­ρούν κι αυτές να εγ­γυ­η­θούν τη μνη­μο­νια­κή στα­θε­ρό­τη­τα. Σ’ αυτό το παί­γνιο, η υπό­θε­ση ΕΛ­ΣΤΑΤ απο­τε­λεί έναν ιδιό­τυ­πο μπα­λα­ντέρ για την κυ­βερ­νη­τι­κή ηγε­σία.

Το πα­ρά­δο­ξο είναι ότι η απο­κή­ρυ­ξη κάθε αμ­φι­σβή­τη­σης ΕΛ­ΣΤΑΤ-EUROSTAT, των οποί­ων η με­θο­δο­λο­γία δεν είναι παρά το στα­τι­στι­κό ερ­γα­λείο επι­βο­λής του Συμ­φώ­νου Στα­θε­ρό­τη­τας, γί­νε­ται σε μια πε­ρί­ο­δο που πολ­λές κυ­βερ­νή­σεις, και η ίδια η Κο­μι­σιόν, ει­ση­γού­νται κι­νή­σεις χα­λά­ρω­σης, με την εξαί­ρε­ση πλή­θους δα­πα­νών από τον υπο­λο­γι­σμό των ελ­λειμ­μά­των. Αυτό δεν αποκλεί­ε­ται να κα­τα­γρα­φεί στην προ­σε­χή άτυπη Σύ­νο­δο στη Μπρα­τι­σλά­βα. Έτσι, η κυ­βέρ­νη­ση δια­τρέ­χει τον κίν­δυ­νο να είναι η μόνη που θα δε­σμεύ­ε­ται από τη στα­τι­στι­κή «ορ­θο­δο­ξία» της Eurostat μέσω του τρί­του μνη­μο­νί­ου…

r-project