Του Γιάνη Βαρουφάκη

Στις 10 Ιανουαρίου το «Βήμα» αναπαρήγαγε αναφορά του Holger Schmieding, οικονομικού αναλυτή της επενδυτικής τράπεζας Berenberg, προς τους πελάτες της τράπεζας με θέμα το τέλος του 2015 και τις προοπτικές για το 2016. Στην αναφορά του ο κ. Schmieding προειδοποίησε τους πελάτες του ότι, το 2016, πρέπει να έχουν το βλέμμα στραμμένο στο πολιτικό ρίσκο που προκαλούν οι πολιτικοί

Ως παράδειγμα, δημοσίευσε το πιο κάτω διάγραμμα που καταδεικνύει την μεγάλη πτώση του αισθήματος αισιοδοξίας/εμπιστοσύνης των ελλήνων επιχειρηματιών κατά την διάρκεια της θητείας μου στο Υπουργείο Οικονομικών, καθώς και το γεγονός ότι το γράφημα αυτό ανέκαμψε σύντομα μετά την παραίτησή μου. Τον συσχετισμό αυτόν ο κ. Schmiedingτον ονομάζει «Varoufakis Effect».

Δεν υπάρχει αμφιβολία πως οι επενδυτές οφείλουν να είναι πολύ, πάρα πολύ προσεκτικοί με το πολιτικό ρίσκο καθώς και την δυνατότητα του κάθε πολιτικού ή γραφειοκράτη να προκαλέσει ανείπωτη ζημιά σε μια οικονομία. Πρέπει να είναι όμως εξίσου προσεκτικοί με τους αναλυτές που είναι ανίκανοι, ή δεν θέλουν, να ξεχωρίσουν αφενός μεταξύ αιτιότητας και συσχέτισης, και αφετέρου μεταξύ αφερεγγυότητας και έλλειψης ρευστότητας. Ο Κος Schmieding είναι ένας αναλυτής τέτοιου τύπου.

Συγχέοντας την αιτιότητα με την συσχέτιση

Η επιχειρηματική εμπιστοσύνη όντως καταβυθίστηκε στην Ελλάδα λίγους μήνες μετά την ανάλειψη των καθηκόντων μου στο Υπουργείο Οικονομικών. Και όντως ανέκαμψε ένα μήνα μετά την παραίτησή μου. Η συσχέτιση είναι προφανής. Υπάρχει όμως αιτιότητα;

Tο φθινόπωρο του 2001, τότε που είχε παρατηρηθεί μια παρόμοια πτώση στον πίνακα επιχειρηματικής εμπιστοσύνης,  ο Κος Schmieding θα την είχε ονομάσει “O’ NeillEffect”; Φυσικά και όχι.

Το φθινόπωρο του 2001 (μετά τις επιθέσεις της 9/11) όντως παρατηρήθηκεμεγάλη πτώση στην επιχειρηματική εμπιστοσύνη.  Υπουργός οικονομικών της Αμερικής ήταν ο PaulO’ Neill. Και λοιπόν; Η αιτία για την πτώση της εμπιστοσύνης δεν είχε καμία σχέση με τον Κο O’Neill και η προφανής συσχέτιση είναι, προφανώς, άσχετη.

Κάτι παρόμοιο συνέβη και στην περίπτωση της Ελλάδας. Η πτώση της επιχειρηματικής εμπιστοσύνης έγινε όσο ήμουν υπουργός, όταν έγινε προφανές ότι η Τρόικα θα έκλεινε το τραπεζικό μας σύστημα προκειμένου να επιβάλει στην κυβέρνησή μια νέα δανειακή σύμβαση στα πλαίσια της πολιτικής του “επιμηκύνειν και υποκρίνεσθαι” (δηλαδή του συνεχιζόμενου κουλουλώματος της μη βιωσιμότητας του χρέους μας μέσα από νέα δανεικά τα οποία, άκουσον-άκουσον, δίνονται υπό όρους που εγγυώνται την συρρίκνωση των εισοδημάτων από τα οποία πρέπει να αποπληρώνονται νέα και παλαιά δάνεια).

Πριν την εκτόξευση αυτών των ύπουλων απειλών, η επιχειρηματική εμπιστοσύνη ήταν σταθερή και, κάποιες εβδομάδες, σε άνοδο. Για την ακρίβεια, την επόμενη μέρα μετά την παρουσίαση που έκανα στο Λονδίνο των οικονομικών και μεταρρυθμιστικών μας πολιτικών στην επενδυτική κοινότητα του City (1/2/2015) το ελληνικό χρηματιστήριο και ιδίως οι μετοχές των ελληνικών τραπεζών σημείωσαν ένα εντυπωσιακό ανοδικό ράλλυ (βλ. εδώ , έκθεση του Business Insider). (Επί πλέον, ας σημειωθεί ότι, κατά την διάρκεια της θητείας μου στο Υπ.Οικ., το πραγματικό ΑΕΠ αυξήθηκε περισσότερο απ’ όσο είχε αυξηθεί τα δύο τελευταία τρίμηνα του 2014 – τα τρίμηνα δηλαδή που ο Κος Schiemeding περιγράφει ως περίοδο αυξανόμενης εμπιστοσύνης σημ.1).

Οπότε τι ήταν αυτό που προκάλεσε την ξαφνική πτώση της εμπιστοσύνης κάποια στιγμή τον Απρίλιο του 2015;

Ήταν το “Varoufakis Effect” ή μήπως το “Troika Effect”;

Ήταν οι προτάσεις μου για την οικονομική πολιτική, που είχαμε συντάξει από κοινού με τον JeffSachs και την συμβολή επιφανών συναδέλφων (πχ. LordLamont, LarrySummers, JamesK. Galbraith) που προκάλεσαν την πτώση της επιχειρηματικής εμπιστοσύνης;

Ή μήπως ήταν η απροκάλυπτη απειλή της Τρόικα για κλείσιμο των τραπεζών (τις οποίες τελικά έκλεισε μόλις τολμήσαμε να θέσουμε το τελεσίγραφο της Τρόικα στην κρίση του ελληνικού λαού με το δημοψήφισμα της 5ης Ιουλίου);

Προκειμένου να δώσει απαντήσεις χρήσιμες για τους επενδυτές που βασίζονται στις συμβουλές του, ένας αναλυτής πρέπει να προσπαθήσει τουλάχιστον να διαπιστώσει αν η συσχέτιση που παρατηρεί προκύπτει πραγματικά από σχέση αιτίου-αιτιατού. Αν είχε διαβάσει τις προτάσεις  μας και τις είχε συγκρίνει με το πρόγραμμα/τελεσίγραφο της Τρόικα θα είχε βγάλει χρήσιμα συμπεράσματα. Αυτό όμως απαιτεί δουλειά που οι τεμπέληδες αναλυτές προτιμούν να μην κάνουν.

Συγχέοντας την έλλειψη ρευστότητας με την έλλειψη φερεγγυότητας

Η “καυτή” ερώτηση σχετικά με την Ελληνική Διαπραγμάτευση του 2015 αφορά το εάν είχαμε δίκιο να αμφισβητήσουμε την Τρόικα, όπως είχαμε εντολή τον Ιανουάριο, ή εάν έπρεπε να έχουμε ασπαστεί το  Τροϊκανό “ελληνικό πρόγραμμα”.

Η άποψή μου είναι πως δεν είχαμε καμμία εναλλακτική πέραν της σύγκρουσης με την Τρόικα. Ο λόγος είναι απλός:  Το ελληνικό κράτος έγινε επίσημα αφερέγγυο στις αρχές του 2010. Με άλλα λόγια πτώχευσε. Από τον Μάη του 2010 αυτή η αφερεγγυότητα/πτώχευση αντιμετωπίστηκε από σειρά δανείων του τύπου “επιμηκύνειν και υποκρίνεσθαι” (βλ. πιο πάνω για τον ορισμό) με προϋποθέσεις που ήταν βέβαιο ότι θα συρρίκνωναν το εθνικό εισόδημα, τις επενδύσεις και την τραπεζική πίστη. Μια περίπτωση αφερεγγυότητας/πτώχευσης επιδεινώθηκε ραγδαία, με τεράστιο κοινωνικό κόστος, επειδή Τρόικα και ελληνικές κυβερνήσεις υποκρίνονταν ότι επρόκειτο για ένα απλό πρόβλημα ρευστότητας που λύνεται με ακόμα περισσότερα δάνεια.

Η Τρόικα βρισκόταν σε άρνηση για πολιτικούς λόγους που καμία σχέση δεν είχαν με τα συμφέροντα και τα πραγματιικά προβλήματα της Ελλάδας, και ήταν απόλυτα αδιάφορη ως προς τις προτάσεις  μας, για το πώς να λυθούν αυτά τα προβλήματα. Ξανά και ξανά απαιτούσαν να συνθηκολογήσουμε (ώστε να εξυπηρετηθούν τα μικρο-πολιτικά συμφέροντά τους στην Πορτογαλία, στην Ισπανία, στην Ιρλανδία κλπ). Υπήρχε καλύτερος τρόπος να έχουμε χειριστεί την σύγκρουση εκείνη; Φυσικά και υπήρχε. Όμως το να κατηγορεί ένας αναλυτής το θύμα τόσης οικονομικής βίας, αφήνοντας στο απυρόβλητο τον θύτη,  δεν είναι μονάχα ηθικά απαράδεκτο αλλά προσφέρει και κακές υπηρεσίες στους πελάτες του (οι οποίοι, για παράδειγμα θα μπορούσαν να πέσουν στην παγίδα να πιστέψουν ότι τώρα που ο Βαρουφάκης έχει φύγει, η ελληνική οικονομία ετοιμάζεται να απογειωθεί!).

Ευτυχώς, υπάρχουν ευσυνείδητοι αναλυτές, όπως ο Mohamed El- Erian , τους οποίους μπορούν να συμβουλευθούν. Η ετυμηγορία αυτών των αναλυτών είναι σαφής; Ηπτώση της επιχειρηματικής εμπιστοσύνης στην Ελλάδα, και η συνεχιζόμενη καθοδική πορεία της χώρας, οφείλεται στο “Troika effect”.

Ναι, οι κίνδυνοικαι το οικονομικό κόστος που φορτώνουν στην Ευρώπη πολιτικοί και γραφειοκράτες είναι υπαρκτό, τεράστιο και προφανές. Όμως προέρχεται από την απροθυμία της Τρόικα να μεταρρυθμίσει… τον εαυτό της και να ξανασκεφθεί τις αποτυχημένες της πολιτικές.

  1. Ο κος Schmieding ισχυρίζεται, χωρίς να αναφέρει δεδομένα ή και μοντέλα, ότι “στο τέλος του 2016, το Ελληνικό ΑΕΠ θα είναι πιθανώς 7% χαμηλότερο και η σχέση χρέους προς ΑΕΠ θα είναι 25 ολόκληρες ποσοστιαίες μονάδες υψηλότερη απ’ όση θα ήταν”. Η πραγματικότητα τον διαψέυδει. Κατά το τετράμηνο Απριλίου-Ιουνίου 2015, το πραγματικό ΑΕΠ αυξήθηκε κατά 1,6% σε αντίθεση με την πρόβλεψη της Τρόικα για 1,4%. Ως προς το χρέος του δημοσίου, εάν είχε γίνει αποδεκτή η πρότασή μου για τα debt swaps, η σχέση χρέους προς ΑΕΠ της Ελλάδας θα είχε αυτόματα μειωθεί κατά τουλάχιστον 20% χωρίς καθόλου κούρεμα επί πραγματικών αξιών. Αντ’ αυτού, μετά την παραίτησή μου, 85 δισ. νέων μη βιώσιμων δανεικών φορτώθηκαν στην ηττημένη Ελληνική κυβέρνηση.

tpp