x0

Tου Δημήτρη Χαλυβόπουλου

dchalyvopoulos@yahoo.gr

Εισαγωγικό σημείωμα blog

 Παρουσιάζουμε τη συνέχεια του μύθου του ελληνικού χρέους του Δημήτρη Χαλυβόπουλου σε 3 τμήματα ως μια ακόμη προσπάθεια για  σοβαρή και εμπεριστατωμένη πληροφόρηση πάνω στο ακανθώδες θέμα που ταλανίζει τη χώρα μας εκ ιδρύσεως του ελληνικού κράτους.

«Η επιστήμη οφείλει να έχει συνεπή ορολογία ώστε να διευκολύνεται η συνεννόηση μεταξύ των επιστημόνων και να υπάρχει κοινή κατανόηση των προβλημάτων προς επίλυση.»

Εισαγωγή:

Στο συγκεκριμένο άρθρο θα αναλυθούν τα αποτελέσματα της οικονομικής πολιτικής που ακολουθήθηκε τα τελευταία χρόνια και η επίδρασή της σε διάφορους δείκτες όπως: το δημόσιο χρέος, το έλλειμμα, τα έσοδα και έξοδα του κράτους κ.α. Επιπλέον, το άρθρο φιλοδοξεί να επισημάνει με συγκεκριμένα παραδείγματα κάποια από τα πολλά ερωτήματα που προκύπτουν σχετικά με τις πολιτικές που εφαρμόστηκαν από την είσοδο της χώρας στην Ε.Ε. και ειδικότερα τα χρόνια του μνημονίου.

Τα παραδείγματα αυτά αποτελούν σοβαρές ενδείξεις οι οποίες εάν διερευνηθούν περαιτέρω πιθανόν να συνδράμουν στην διαπραγμάτευση της νέας ελληνικής κυβέρνησης με την τρόικα. Η τελευταία μέχρι τώρα είχε τον απόλυτο έλεγχο όχι μόνο στη δημοσιονομική πολιτική αλλά και στα στατιστικά δεδομένα των ελληνικών αρχών και της eurostat. Με την ανάλυση των δεδομένων αυτών όμως, αποδεικνύεται ότι η οικονομική πολιτική της τρόικας απέφερε μεγαλύτερη επιδείνωση στους βασικούς δημοσιονομικούς δείκτες (χρέος, έλλειμμα) τους οποίους υποτίθεται θα βελτίωνε με αντίτιμο την «αναγκαστική» λιτότητα.

Μέσα από συγκεκριμένα αριθμητικά παραδείγματα θα ανακύψουν πολύ σοβαρά ερωτήματα στα οποία αρμόδια να απαντήσει είναι η τρόικα, όπως για παράδειγμα πόσο ήταν το πραγματικό ύψος του κουρέματος του ελληνικού χρέους μέσα από τη διαδικασία του PSI. Επιπλέον ερωτήματα προκύπτουν σχετικά με τις δαπάνες του κράτους για την εξυπηρέτηση του δημόσιου χρέους και μέσα από αυτά τα ερωτήματα αναδεικνύονται περισσότερες ασυνέχειες για τα πραγματικά ελλείμματα και τα υποτιθέμενα πρωτογενή πλεονάσματα.

Η διαχρονική εξέλιξη του χρέους.

Ο πίνακας 1 και το αντίστοιχο διάγραμμα 1, αποτυπώνει σε παρούσες αξίες τη διαχρονική εξέλιξη του χρέους ως προς το Α.Ε.Π. και την ποσοτική αύξηση του χρέους έως το 2013. Το συγκεκριμένο διάγραμμα στηρίχθηκε στην ετήσια έκθεση που δημοσιεύτηκε στις 22/10/2104 από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή κι αποτυπώνει απολογιστικά δεδομένα έως και το 2013.

x1

x2Τα δεδομένα του πίνακα 1 είναι εκφρασμένα σε παρούσες αξίες για να είναι ορθότερες οι συγκρίσεις με το παρών. Δεν είναι γνωστό με ποια στατιστική μέθοδο έγινε η προσέγγιση των τιμών σε παρούσες αξίες, παρόλα αυτά οι αποκλίσεις έχουν μικρή συνεισφορά στην τεράστια διόγκωση του χρέους.
Από τον πίνακα 1 ο αναγνώστης μπορεί να εξάγει συμπεράσματα για τη συνεισφορά των εκάστοτε κυβερνήσεων στην αύξηση του χρέους και με έντονα γράμματα επιλέχθηκαν κάποιες χρονιές ορόσημα λόγο σημαντικών πολιτικών και οικονομικών γεγονότων.

Το 1981 η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ παρέλαβε το χρέος στο 25,4% ΑΕΠ με το αντίστοιχο ποσό σε παρούσες αξίες σε ευρώ να ανέρχεται στα 11,99 δις €. Την ίδια περίοδο ο μέσος όρος του δημοσίου χρέους % Α.Ε.Π. της ευρωζώνης των 11, που αποτελούταν από τις ισχυρές ευρωπαϊκές οικονομίες, ανερχόταν στο 36% Α.Ε.Π. .

Τη δεκαετία του 1980, το δημόσιο χρέος της Ελλάδος αυξήθηκε με μεγαλύτερους ρυθμούς από τα αντίστοιχα της ευρωζώνης των 11 και ήδη από το 1987 ξεπέρασε το μέσο όρο της ευρωζώνης των 11. Το 1989, που παρέδωσε την εξουσία το ΠΑΣΟΚ, το χρέος είχε φτάσει στο 61,7% Α.Ε.Π. (με τον μέσο όρο της ευρωζώνης να βρίσκεται στο 55% ΑΕΠ) και η παρούσα αξία του ανερχόταν στα 44,55 δις €.
Στις αρχές της δεκαετίας του 1990 ανέλαβε τη διακυβέρνηση της χώρας η Ν.Δ. και η ποσοτική αύξηση του χρέους (κόκκινη γραμμή στο διάγραμμα 1) συνεχίστηκε με ακόμα μεγαλύτερους ρυθμούς καθώς την περίοδο εκείνη ξεκίνησε η απελευθέρωση των τραπεζών και το δημόσιο χρέος έγινε «προϊόν» διαπραγμάτευσης στις αγορές ομολόγων. Η Ν.Δ. παρέδωσε τη διακυβέρνηση της χώρας το 1993 με χρέος σχεδόν διπλάσιο (σε παρούσες αξίες) σε σχέση με αυτό που παρέλαβε, συγκεκριμένα στα 87,98 δις ευρώ ή 94,40% επί του Α.Ε.Π.

Από το 1993 έως το 2004 παρατηρείται μία σταθεροποίηση στο δείκτη του χρέους σε σχέση με το Α.Ε.Π. (χρέος / Α.Ε.Π. * 100) αλλά ο αντίστοιχος δείκτης της ποσοτικής αύξησης τους χρέους συνέχισε να αυξάνει με μεγάλους ρυθμούς. Τονίζεται διαρκώς η σημαντικότητα του δείκτη της διαχρονικής εξέλιξης του χρέους σε παρούσες αξίες για να αναδειχτεί το γεγονός ότι ο αντίστοιχος δείκτης σε σχέση με το Α.Ε.Π. οδηγεί πολλές φορές σε παραπλανητικά συμπεράσματα. Περισσότερο πρακτική λογική θα είχε ένας δείκτης που θα αποτύπωνε το λόγο του χρέους ως προς τα έσοδα του κράτους όμως, με δεδομένο ότι τα έσοδα των χωρών είναι κατά πολύ μικρότερα από το Α.Ε.Π., ο λόγος του δημοσίου χρέους ως ποσοστό των εσόδων θα ήταν πολλές φορές μεγαλύτερος και ειδικά για την περίπτωση της Ελλάδος θα γινόταν φανερό ότι το χρέος είναι μη διαχειρίσιμο από πολύ νωρίτερα.

Στο άρθρο «Ο μύθος του ελληνικού χρέους»[1] παρουσιάζονται συγκεκριμένα επιχειρήματα που αποδεικνύουν ότι ο δείκτης του Α.Ε.Π. συνδέεται με αόριστο και ασαφή τρόπο με τον πλούτο και τα έσοδα της χώρας χωρίς να αποτυπώνει κάτι απτό και συγκεκριμένο. Ως εκ τούτου προβλέψεις και εκτιμήσεις που σχετίζονται με το Α.Ε.Π. πολλές φορές οδηγούν σε αποπροσανατολισμό και παραπληροφόρηση. Στην παρούσα ανάλυση χρησιμοποιούνται οι απόλυτες τιμές των μεγεθών για να αναχθούν συμπεράσματα ενώ οι δείκτες του Α.Ε.Π. χρησιμοποιούνται περισσότερο για τη διευκόλυνση όσων αναγνωστών επιθυμούν να συγκρίνουν τα στοιχεία που παρουσιάζονται εδώ σε σχέση με άλλες μελέτες και αναλύσεις.

Στο τέλος του 2001, λίγο πριν εισαχθεί το ευρώ στην πραγματική οικονομία (διακρατικές συναλλαγές σε ευρώ γινόντουσαν και νωρίτερα) το χρέος είχε ανέλθει στα 152,15 δις € ήτοι 100,1 % Α.Ε.Π. Με δεδομένο ότι τα ελλείμματα του κράτους παρέμεναν σε υψηλά επίπεδα (περίπου 10% Α.Ε.Π.) και τα τακτικά έσοδα δεν ξεπερνούσαν τα 40 δις €, ήταν πασιφανές ότι το χρέος δεν ήταν διαχειρίσιμο και η εξυπηρέτησή του γινόταν κυρίως από νέο δανεισμό, δηλαδή πιστωτικά έσοδα (προστίθενται στα τακτικά) που απλώς βοηθούσαν στην ανατροφοδότηση του χρέους.

Μετά την είσοδο στο ευρώ αυξήθηκε κατά πολύ η χορήγηση πάσης φύσεως δανείων σε ιδιωτικό και δημόσιο τομέα με αποτέλεσμα να αυξηθεί η κατανάλωση και ο αντίστοιχος δείκτης του Α.Ε.Π. Δυστυχώς την ίδια περίοδο αυξήθηκε και ο ιδιωτικός δανεισμός καθώς είχε προηγηθεί η «φούσκα» του χρηματιστηρίου που στέρησε αρκετά δις ευρώ από τις καταθέσεις των πολιτών. Έτσι, πάλι ο δείκτης χρέους ως προς το Α.Ε.Π. παρέμενε σταθερός ενώ το χρέος συνέχισε να αυξάνει ποσοτικά με ακόμα μεγαλύτερους ρυθμούς.

Η χορήγηση δανείων συνετέλεσε και στην αύξηση του ιδιωτικού χρέους το οποίο έως και τα τέλη της δεκαετίας του 1990 παρέμενε από τα χαμηλότερα στον «αναπτυγμένο» κόσμο με ποσοστά κάτω του 20% Α.Ε.Π. Με την είσοδο στο ευρώ δέχθηκε μεγάλο πλήγμα η παραγωγή και το εμπορικό ισοζύγιο της χώρας. Το «σκληρό» νόμισμα και η άκρατη χορήγηση δανείων, οδήγησε την επιχειρηματικότητα στις εισαγωγές «φθηνών» προϊόντων από το εξωτερικό εις βάρος της ελληνικής παραγωγής. Ήταν περισσότερο επικερδές και ευκολότερο για έναν επιχειρηματία η εμπορία-εισαγωγή φθηνών προϊόντων και η πώλησή τους σε μια αγορά με μεγάλη ζήτηση-ρευστότητα. Τα παραπάνω μαζί με τις πολιτικές της ευρωπαϊκής Ένωσης επιβάρυναν το εμπορικό ισοζύγιο και περισσότερο στον πρωτογενή τομέα όπου οι εισαγωγές αγροτικών προϊόντων αυξήθηκαν αισθητά εις βάρος των εγχώριων.

Παρόλα αυτά, μέχρι και το τέλος της δεκαετίας του 1990 το δημόσιο χρέος που ήταν εκφρασμένο σε ξένο νόμισμα αποτελούσε πολύ μικρό ποσοστό του δημοσίου χρέους και ήταν απόλυτα διαχειρίσιμο. Για παράδειγμα, οι ετήσιες δαπάνες εξυπηρέτησης του εξωτερικού δημόσιου χρέους το 1999 ανέρχονταν σε 6,247 δις δολάρια και ισοδυναμούσαν με το 4,5 % του Α.Ε.Π (132 δις € το 1999). Την ίδια περίοδο, το ποσό των 6,247 δις δολαρίων ισοδυναμούσε με το 6% των καταθέσεων του εσωτερικού όπως αποτυπώνεται παρακάτω στον πίνακα 2. Το ποσοστό γίνεται ακόμα μικρότερο αν συμπεριληφθούν και τα υπόλοιπα νομισματικά μεγέθη του εγχώριου ιδιωτικού τομέα όπως είναι τα τραπεζικά ομόλογα, τα μερίδια αμοιβαίων κεφαλαίων και οι τίτλοι του ελληνικού δημοσίου.

Πίνακας 2 : Καταθέσεις των μη Νομισματικών Χρημ/κών Ιδρυμάτων στα ΝΧΙ στην Ελλάδα

Τα μεγέθη είναι εκφρασμένα σε εκατομμύρια ευρώ

x3Επισήμως το 2010, ο έλεγχος της δημοσιονομικής πολιτικής της Ελλάδας πέρασε στα χέρια της τρόικας η οποία υποτίθεται πως είχε την απαραίτητη εμπειρία, τεχνογνωσία και αξιοπιστία για να διαχειριστεί καλύτερα το χρέος και τους λοιπούς δείκτες. Η επιβολή «σκληρών» πολιτικών λιτότητας συνετέλεσαν στην μείωση της κατανάλωσης και αντίστοιχα στην μείωση του Α.Ε.Π.. Το χρέος και πάλι συνέχισε να αυξάνει ποσοτικά και σε συνδυασμό με το μειωμένο Α.Ε.Π. εκτινάχθηκε φτάνοντας στο τέλος του 2011 στα 355,96 δις € ή 171,30% του Α.Ε.Π. Η μικρή μείωση του χρέους που παρατηρείται το 2012 οφείλεται στο «κούρεμα-PSI» και όπως θα αναλυθεί παρακάτω η ελάφρυνση ήταν ανεπαίσθητη χωρίς κανένα ουσιαστικό όφελος. Όπως φαίνεται και από τον πίνακα 1, το χρέος συνέχισε να αυξάνει καθώς τα ελλείμματα παρέμειναν σε υψηλά επίπεδα

Σύνθεση του χρέους

Από τον πίνακα 1 ο αναγνώστης δύναται να βγάλει συμπεράσματα για τις ευθύνες των εκάστοτε κυβερνήσεων στη διόγκωση του χρέους αλλά για να έχει περισσότερο ολοκληρωμένη εικόνα πρέπει να αναλυθούν και άλλοι παράγοντες ο σημαντικότερος των οποίων είναι η σύνθεση ή διάρθρωση του χρέους, δηλαδή ποια μορφή έχουν τα δάνεια και από ποιους όρους συνοδεύονται.

Ως ορισμός το Δημόσιο Xρέος είναι το σύνολο των οφειλών σε χρηματικές μονάδες του ευρύτερου δημόσιου τομέα. Υπό την έννοια ευρύτερος δημόσιος τομέας συμπεριλαμβάνονται όλα τα επίπεδα δημόσιας διοίκησης ενός κράτους: κυβέρνηση, νομαρχία , δήμος κλπ. Το δημόσιο χρέος αυξάνεται από έτος σε έτος κατά το ποσό που ο ετήσιος κρατικός προϋπολογισμός παρουσιάζει έλλειμμα, ή αντιστρόφως μειώνεται κατά το ποσό που παρουσιάζει πλεόνασμα.

Το δημόσιο χρέος διακρίνεται σε «εσωτερικό χρέος», δηλαδή από πιστωτές που βρίσκονται εντός της συγκεκριμένης χώρας, και σε «εξωτερικό χρέος», δηλαδή από πιστωτές που εδρεύουν εκτός της χώρας, στο εξωτερικό. Η διάκριση αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία όταν το εξωτερικό χρέος αναφέρεται σε άλλο νόμισμα, έναντι του εσωτερικού που αναφέρεται στο εθνικό ή εσωτερικό νόμισμα.

Για τα κράτη μέλη της ΕΕ με κοινό νόμισμα, το χρέος που είναι εκφρασμένο σε ευρώ θεωρείται επισήμως εσωτερικό, το ίδιο ισχύει και για την Ελλάδα της οποίας το χρέος είναι σχεδόν εξολοκλήρου πληρωτέο σε ευρώ και οι δανειστές είναι ως επί το πλείστον οργανισμοί, τράπεζες και κράτη εντός της Ε.Ε.. Παρόλα αυτά διέπεται από όλα εκείνα τα χαρακτηριστικά του λεγόμενου «εξωτερικού δημόσιου χρέους» το οποίο είναι δυσκολότερα διαχειρίσιμο από το αντίστοιχο εσωτερικό.

Όταν το κράτος έχει τη δυνατότητα να εκδίδει αυτόνομα και χωρίς περιορισμούς το δικό του νόμισμα, το χρέος που είναι εκφρασμένο-πληρωτέο στο νόμισμα αυτό ονομάζεται «εσωτερικό δημόσιο χρέος» και εύλογα είναι ευκολότερα διαχειρίσιμο. Η κατάχρηση αυτής της δυνατότητας οδηγεί σε υποτίμηση του νομίσματος η οποία όμως έχει και θετικά αποτελέσματα καθώς βοηθάει τις εξαγωγές και τον τουρισμό. Εξυπακούεται ότι εάν ένα κράτος έχει μεγάλες εισαγωγές η συνεχής υποτίμηση του νομίσματος θα οδηγήσει σε βάθος χρόνου σε ανυπέρβλητα προβλήματα.

Πριν ενταχθεί η Ελλάδα στο ευρώ, αγόραζε δραχμές πουλώντας κρατικά ομόλογα απευθείας στην Κεντρική Τράπεζα της Ελλάδος αλλά και τις διεθνείς χρηματαγορές. Τα χρήματα αυτά αποτυπώνονταν στο δημόσιο χρέος αλλά ο βασικός δανειστής ήταν η Κεντρική Τράπεζα της Ελλάδος και οι έλληνες πολίτες. Για αυτό το λόγο, το δημόσιο χρέος που ήταν εκφρασμένο σε δραχμές αποτυπωνόταν ως εσωτερικό δημόσιο χρέος. Το εξωτερικό δημόσιο χρέος, ήταν το χρέος που έπρεπε να πληρωθεί με ξένο νόμισμα (δολάριο ως επί το πλείστον) και ήταν απόλυτα διαχειρίσιμο ως μικρό σε σχέση με το μέγεθος της ελληνικής οικονομίας. Το 2001, με την ένταξη της Ελλάδος στην ευρωζώνη το δημόσιο χρέος έγινε πληρωτέο σε ευρώ και απέκτησε εν νυκτία όλα εκείνα τα χαρακτηριστικά που διέπουν το εξωτερικό δημόσιο χρέος.

Από εκείνη την περίοδο και μετά η άντληση κεφαλαίων γινόταν υποχρεωτικά μέσω της δευτερογενής αγοράς, δηλαδή τις διεθνείς αγορές όπου συναλλάσσονται διάφορων ειδών χρηματοοικονομικά προϊόντα όπως είναι οι μετοχές και τα διεθνή ομόλογα για τα οποία θα γίνει εκτενή αναφορά . Με απλά λόγια, η Ελλάδα όπως και οι λοιπές χώρες της ευρωζώνης, δεν μπορούσε να αντλήσει ρευστό απευθείας από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, είτε με τη μορφή διμερούς δανείου ή μέσω πώλησης ελληνικών ομολόγων. Ήταν υποχρεωμένη να καταφεύγει στις αγορές, δηλαδή πουλούσε τα ομόλογά της σε ιδιωτικές τράπεζες οι οποίες όμως μπορούσαν να αγοράσουν «χρήμα» απευθείας από την ΕΚΤ με πολύ χαμηλότερο επιτόκιο.

Με τον τρόπο αυτό το δημόσιο χρέος της Ελλάδος μεταφέρθηκε στις ιδιωτικές τράπεζες καθώς έως τα τέλη του 2009 το 82,6 % των ελληνικών του δημοσίου χρέους ήταν εκφρασμένο σε ελληνικά ομόλογα κάτοχοι των οποίων ήταν ως επί των πλείστων χρηματοπιστωτικά ιδρύματα . Το υπόλοιπο 17,4 % αφορούσε διάφορα είδη διμερών δανείων όπως έντοκα γραμμάτια (3,1%), κοινοπρακτικά δάνεια (12,1%) και απευθείας δάνεια από την Τράπεζα της Ελλάδος (2,2%).

Το χρέος εκτός από εσωτερικό ή εξωτερικό, διαχωρίζεται σε μακροπρόθεσμο και βραχυπρόθεσμο. Το μακροπρόθεσμο χρέος αποτελείται κυρίως από ομόλογα διάρκειας από 5 έως και 20 χρόνια και το βραχυπρόθεσμο αποτελείται από έντοκα γραμμάτια, τόκους και διάφορα άλλα βραχυπρόθεσμα διμερή δάνεια μικρότερης διάρκειας.

Το 2010 με την είσοδο της Ελλάδος στον μηχανισμό «στήριξης» μεταβλήθηκε ραγδαία η σύνθεση του χρέους και σε σχέση με τη διάρκεια και τους όρους αποπληρωμής. Το μεγαλύτερο μέρος των ελληνικών ομολόγων αντικαταστάθηκε από διμερή δάνεια τα οποία διέπονται από αυστηρότερους όρους και δεν ανήκουν στα κλασικά χρηματοοικονομικά προϊόντα όπως είναι τα ομόλογα τα οποία εμπεριέχουν και μεγάλο «ρίσκο» για τον επενδυτή-δανειστή. Συγκεκριμένα στα τέλη του 2013 το 68,4% του δημοσίου χρέους αποτελούνταν από διμερή δάνεια του μηχανισμού «στήριξης» και μόνο το 19,8 % ήταν εκφρασμένο σε ομόλογα εσωτερικού. Για να γίνει ευρέως κατανοητό ότι το χρέος που είναι εκφρασμένο σε ομόλογα είναι ευκολότερα διαχειρίσιμο από ένα αντίστοιχο χρέος εκφρασμένο σε διμερή δάνεια, πρέπει να δοθεί ο ορισμός του και να αναλυθεί εκτενώς η αγοραπωλησία ομολόγων στη δευτερογενή αγορά.

Το κρατικό ομόλογο είναι ένα χρεόγραφο, δηλαδή ένα επενδυτικό εργαλείο (ή χρηματοοικονομικό προϊόν) που εκδίδεται από μία χώρα η οποία διαπραγματεύεται την πώλησή του σε διεθνής κεφαλαιαγορές (γνωστές κι ως: «αγορές» ή δευτερογενής αγορά) όπου οι επενδυτές-δανειστές είναι ως επί το πλείστον ιδιωτικές τράπεζες και εταιρίες επενδύσεων. Τα συνηθέστερα ομόλογα είναι δεκαετούς διάρκειας όπου ο εκδότης-δανειζόμενος οφείλει κάθε χρόνο να καταβάλει στον επενδυτή-δανειστή ένα επιτόκιο (coupon rate) επί της αρχικής ονομαστικής αξίας και στο τέλος της δεκαετίας που λήγει το ομόλογο (maturity) πρέπει να καταβάλλει το σύνολο της αρχικής ονομαστικής αξίας. Για παράδειγμα ένα δεκαετές ομόλογο ονομαστικής αξίας 100 εκ. ευρώ με επιτόκιο (coupon rate) 5%, αποδίδει 5 εκ. ευρώ ετησίως και στο τέλος της δεκαετίας (maturity) ο εκδότης-πωλητής του ομολόγου πρέπει να καταβάλει 100 εκ. ευρώ στον επενδυτή-δανειστή. Θεωρητικά όσο ποιο ισχυρή είναι η οικονομία ενός κράτους τόσο μικρότερη είναι η πιθανότητα πτώχευσης με αποτέλεσμα η χώρα που το εκδίδει να μπορεί να το πουλήσει με χαμηλό κόστος, δηλαδή χαμηλότερο επιτόκιο.

Τα κρατικό ομόλογο είναι ένα χρηματοοικονομικό προϊόν του οποίου η αξία εξαρτάται από διάφορους παράγοντες που αλλάζουν με την πάροδο του χρόνου και ο σημαντικότερος είναι τα «spreads» όπως θα αναλυθεί και παρακάτω. Οι επενδυτές σπάνια περιμένουν τη λήξη του ομολόγου (π.χ. 10 χρόνια), εφόσον αυξηθεί η αξία του φροντίζουν να το μεταπωλήσουν άμεσα στη δευτερογενή αγορά για να εγγράψουν κερδοφορία. Αντίστοιχα, εάν η αξία του ομολόγου μειώνεται με την πάροδο του χρόνου, οι επενδυτές φροντίζουν να διασφαλίσουν μέρος της επένδυσής τους αγοράζοντας ασφάλιστρα κινδύνου τα οποία είναι γνωστά ως CDs – «Credit Default swaps».

Με το ασφάλιστρο κινδύνου (CDs) ο επενδυτής-δανειστής διασφαλίζει ένα μικρό ή μεγάλος μέρος των κεφαλαίων του ανάλογα με τον αριθμό των CDs αγόρασε και εφόσον η χώρα που εξέδωσε το ομόλογο κηρύξει πτώχευση. Στην περίπτωση αυτή το ρίσκο «μεταφέρεται-swap» σε τρίτο επενδυτή ο οποίος υποχρεούται να καλύψει τις ζημιές του αρχικού επενδυτή εάν τελικά το ομόλογο δεν αποπληρωθεί στη λήξη του. Οι εταιρίες που πωλούν τέτοιου είδους προϊόντα είναι πολύ μεγάλες τράπεζες και επενδυτικά σχήματα που θεωρητικά διαθέτουν την απαραίτητη κεφαλαιακή επάρκεια και τεχνογνωσία για να αναλάβουν τόσο μεγάλα οικονομικά ρίσκα. Τα CDs, τα κρατικά ομόλογα και τα παράγωγα είναι χρηματοοικονομικά προϊόντα των οποίων η αξία μεταβάλλεται με το χρόνο ανάλογα με τη μεταβολή άλλων μεταβλητών. Για παράδειγμα η αξία των ομολόγων μεταβάλλεται ευθέως ανάλογα με τα «spreads».

Περί τα τέλη του 2009, έπειτα από την αναθεώρηση προς το χειρότερο του ελλείμματος-χρέους και τις αποκαρδιωτικές εκτιμήσεις των κυβερνώντων για την πορεία της ελληνικής οικονομίας, η αξία των ελληνικών ομολόγων σχεδόν εκμηδενίστηκε όπως θα γινόταν με οποιαδήποτε χώρα κήρυττε χρεοκοπία. Οι «εταίροι» μας στην Ε.Ε. και η τρόικα, δεν επέτρεψαν στη χώρα μας επισήμως να κηρύξει πτώχευση και εν τέλει να ενεργοποιηθούν τα ασφάλιστρα κινδύνου (CDs) ώστε τις απώλειες να τις καλύψουν οι εκδότες των CDs και όχι η Ελλάδα.

Ακόμα κι αν η Ελλάδα (περισσότερο για λόγους πολιτικούς) έπρεπε πάση θυσία να αποφύγει την κήρυξη χρεοκοπίας θα μπορούσε να «εξαναγκάσει» τους κατόχους ομολόγων να συμφωνήσουν σε ένα μεγάλο κούρεμα των ομολόγων τους. Δεν πρέπει να λησμονείται το γεγονός ότι με το PSI «κουρεύτηκαν» ομόλογα που είχαν στην κατοχή τους έλληνες ιδιώτες ομολογιούχοι και τα ελληνικά ταμεία χωρίς καν να ερωτηθούν. Εδώ πρέπει να διερευνηθεί και ο ρόλος της Τράπεζας της Ελλάδος η οποία χωρίς να λάβει υπόψη τη βούληση των ασφαλιστικών ταμείων, χρησιμοποίησε περί των 10 δις € από τα αποθεματικά τους (δηλαδή τις αποταμιεύσεις των εργαζομένων) για να αγοράσει ελληνικά ομόλογα από ιδιωτικές τράπεζες που τα ξεφορτώθηκαν με κερδοφορία. Τα ασφαλιστικά ταμεία υπέστησαν τεράστιες απώλειες σε ρευστό καθώς αγόρασαν μέσω της Τράπεζας της Ελλάδας Ελληνικά ομόλογα τα οποία όχι μόνο είχαν απαξιωθεί αλλά επρόκειτο και να «κουρευτούν». Με ποιον νόμο μία ιδιωτική τράπεζα όπως η Τράπεζα της Ελλάδος (το ελληνικό δημόσιο κατέχει λιγότερο από 10% μερίδιο) έχει τη δυνατότητα να διαχειρίζεται αυτοβούλως και χωρίς έλεγχο τις αποταμιεύσεις των ασφαλιστικών ταμείων, δηλαδή των ελλήνων εργαζομένων;

Από την ανάλυση των επίσημων στατιστικών δεδομένων προκύπτουν και ουσιαστικές ενδείξεις ότι το «κούρεμα» του ελληνικού χρέους ήταν εν τέλει μικρότερο από αυτό που εξαγγέλθηκε και εκ των προτέρων γνωστό ότι δεν θα απέφερε καμία ουσιαστική βελτίωση στους δείκτες του χρέους και του ελλείμματος. Αντίστοιχα, τα υποτιθέμενα πακέτα «στήριξης» ουδέποτε διοχετεύτηκαν στην πραγματική οικονομία αλλά χρησιμοποιήθηκαν για να πληρωθούν οι θεσμικοί ομολογιούχοι, δηλαδή ιδιωτικές τράπεζες που πούλησαν-ξεφορτώθηκαν ελληνικά ομόλογα των οποίων η αξία είχε εκμηδενιστεί. Επίσης, δεν ενεργοποιήθηκαν ποτέ τα CDs με αποτέλεσμα όλοι όσοι τα «εμπορεύονταν» να αποκομίσουν τεράστια κέρδη αφού δεν χρειάστηκε να πληρώσουν τους ομολογιούχους.
Την ίδια στιγμή, χιλιάδες μικροί ιδιώτες ομολογιούχοι έχασαν μεγάλο μέρος της επένδυσή τους άμεσα και ξαφνικά ενώ είχαν την εντύπωση ότι τα κρατικά ομόλογα είναι σίγουρα αποταμιευτικά προϊόντα. Οι μικροί ομολογιούχοι δεν έχουν πρόσβαση στις διεθνείς κεφαλαιαγορές για να μεταπουλήσουν τα ομόλογά τους ή να αγοράσουν CDs για να ασφαλίσουν την επένδυσή τους. Το εξοργιστικό είναι ότι το όφελος του ελληνικού κράτους ήταν ελάχιστο καθώς τα ομόλογα αυτά αποτελούσαν ένα μηδαμινό ποσοστό του χρέους.

Παρακάτω στο άρθρο θα παρουσιαστούν οι ασυνέχειες ανάμεσα στα συσσωρευμένα ελλείμματα και την αύξηση του χρέους που θέτουν υπό αμφισβήτηση το μέγεθος του «κουρέματος» που εξαγγέλθηκε. Από την όλη διαδικασία προκύπτουν και μεγάλα ερωτήματα για τις εγγυήσεις που δόθηκαν ως στήριξη στις ιδιωτικές τράπεζες και πως αποτυπώθηκαν στους ισολογισμούς.

Στον επίλογο της ενότητας θα γίνει αναφορά στους διεθνείς οίκους αξιολόγησης οι οποίοι φαίνεται ότι επηρεάζουν σε μεγάλο βαθμό τις πολιτικές αποφάσεις της Ε.Ε. και έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στην μεγέθυνση της κρίσης χρέους στην Ελλάδα και όχι μόνο.

Οι οίκοι, κατατάσσουν τα ομόλογα των κρατών σε κατηγορίες (ΑΑΑ, ΑΑ, ΒΒΒ, ΒΒ κ.ο.κ.) ανάλογα με την πιθανότητα πτώχευσής τους ή αντιστρόφως ανάλογα με την οικονομική τους ευρωστία. Ως βάση χρησιμοποιούν το δεκαετές γερμανικό ομόλογο που θεωρείται το ομόλογο με το χαμηλότερο ρίσκο και γι αυτό αποφέρει τη χαμηλότερη απόδοση για τον επενδυτή-δανειστή. Η διαφορά του επιτοκίου (coupon rate) ενός κρατικού ομολόγου μιας ευρωπαϊκής χώρας από το αντίστοιχο γερμανικό ονομάζεται “spread” και αποτελεί μία ένδειξη-σύσταση των οίκων αξιολόγησης προς τους επενδυτές-δανειστές για την αξία ενός ομολόγου.

Προφανώς η αξιολόγηση υπόκεινται σε υποκειμενικούς παράγοντες και πολλές φορές οι οίκοι αξιολόγησης προβαίνουν σε ιδιαίτερα άστοχες εκτιμήσεις που δεν μπορεί να οφείλεται μόνο σε λάθος. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα της Ελλάδας όπου έως τα τέλη του 2007 τα ελληνικά ομόλογα διαπραγματευόντουσαν στις κεφαλαιαγορές με μόνο 30 μονάδες βάσης (δηλαδή 0,3%) διαφορά από τα αντίστοιχα γερμανικά και σε λιγότερο από δυο χρόνια θεωρήθηκαν «σκουπίδια» (Junk Bonds). Δεν είναι δυνατόν μόλις σε δυο χρόνια μία οικονομία από ισχυρή και στιβαρή να θεωρηθεί «πτωχευμένη».

Συνεχίζεται…

Πηγή 1: Statistical Annex of European Economy, Autumn 2014. Το διάγραμμα παράχθηκε με τη βοήθεια δύο πινάκων: πίνακας 5: Gross Domestic product at current market price, σελίδα 18 και πίνακας 78 General Government consolidated gross debt, Σελίδα 164.

Πηγή 2: Ευρωπαϊκή Επιτροπή, Statistical Annex of European Economy, Spring 2011.

 Πηγή 3: Ο μύθος του Ελληνικού Χρέους, Παράγραφος: Το Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν (Α.Ε.Π.) ως εργαλείο αποπροσανατολισμού

Πηγή 4: Οικονομικό Δελτίο Τράπεζας της Ελλάδος, Τεύχος 16, Δεκέμβριος 2000, Πίνακας ΙΙ2: Συναλλαγματική Ισοτιία της Δραχμής σελίδα 139, Πίνακας ΙΙ3, Δαπάνες Εξυπηρέτησης Εξωτερικού Χρέους, σελ. 140, Πίνακας ΙΙΙ1. Νομισματικά Μεγέθη και ρευστά διαθέσιμα, σελ. 141.

Πηγή 5: Τράπεζα της Ελλάδος, Καταθέσεις των Πιστωτικών Ιδρυμάτων, Στοιχεία για την περίοδο πριν από την είσοδο της Ελλάδας στη ζώνη του ευρώ: Ανάλυση Καταθέσεων ανά τομέα

6. Σημείωση: Το ομόλογο είναι ένα «συμβόλαιο μελλοντικής εκπλήρωσης» όπως και τα υπόλοιπα παράγωγα που διαπραγματεύονται στη δευτερογενή αγορά

7. Σημείωση: Η ουσιαστική διαφορά των ελληνικών ιδιωτικών τραπεζών από τις αντίστοιχες του εξωτερικού, είναι ότι οι πρώτες δραστηριοποιούνται στο εσωτερικό με αποτέλεσμα να εργάζονται σε αυτές κυρίως έλληνες πολίτες.

8. Πηγή 6: Κρατικός Προϋπολογισμός 2010, Νοέμβριος 2009, Κεφάλαιο 4, Διάγραμμα 4.1, Σελίδα 104