Αναδημοσίευουμε το 20 & τελικό μέρος από ένα καταπληκτικό κείμενο του Μπέρτολντ Μπρέχτ από το Συνέδριο για την υπεράσπιση της Κουλτούρας,  στο Παρίσι το 1935

bertoltbrechtΗ πονηριά να διαδίδει κανείς σε πολλούς την αλήθεια

Πολλοί, όντας περήφανοι που έχουν το θάρρος να λεν την αλήθεια, ευτυχισµένοι που τη βρήκαν, κουρασµένοι ίσως απ’ τη δουλειά που χρειάζεται για να γίνει ευκολοµεταχείριστη, µες στην ανυπόµονη αναµονή της παρέµβασης εκείνων που τα δικά τους συµφέροντα υπερασπίζονται, δεν νοµίζουν απαραίτητο να χρησιµοποιήσουν τώρα πονηριά για τη διάδοση της αλήθειας. Έτσι, πολλές φορές, η δουλειά τους χάνει κάθε αποτέλεσµα. Σε όλες τις εποχές, όταν η αλήθεια καταπνίγονταν και κρύβονταν, χρησιµοποιούσαν πονηριά για τη διάδοση της. Ο Κοµφούκιος παραχάραξε ένα παλιό, πατριωτικό ιστορικό χρονικό. Άλλαξε µονάχα ορισµένες λέξεις. Εκεί που έλεγε: «Ο κυρίαρχος της Κουν έβαλε να θανατώσουν το φιλόσοφο Βαν γιατί είχε πει αυτό κι εκείνο», ο Κοµφούκιος έβαλε αντί «θανατώσουν» – «δολοφονήσουν». Εκεί που έλεγε, ο τύραννος τάδε σκοτώθηκε σε µια απόπειρα εναντίον του, ο Κοµφούκιος έβαζε «εκτελέστηκε». Έτσι άνοιξε ο Κοµφούκιος το δρόµο για µια καινούργια εκτίµηση της Ιστορίας.

Όποιος στις µέρες µας λέει «πληθυσμός» αντί για «λαός» και «γαιοϊδιοκτησία» αντί για «γη» , σταµάτησε κιόλας να υποστηρίζει πολλά απ’ τα ψέµατα. Βγάζει από τις λέξεις το σάπιο τους µυστικισµό. Η λέξη «λαός» υπονοεί µια κάποια ενότητα και κοινά συµφέροντα και θα έπρεπε εποµένως να λέγεται µονάχα όπου πρόκειται για πολλούς λαούς, µιας και µονάχα εκεί, το πολύ -πολύ, µπορεί κανείς να φανταστεί κοινά συµφέροντα. Ο πληθυσµός µιας χώρας έχει ποικίλα και µάλιστα αλληλοσυγκρουόµενα συµφέροντα κι αυτό είναι µια αλήθεια που την καταπνίγουν. Όµοια, όποιος λέει «γη», και δίνει χαρά στην όσφρηση και στα µάτια µιλώντας για τη µυρωδιά της και για το χρώµα, αυτός υποστηρίζει τα ψέµατα των εξουσιαστών· γιατί το πρόβληµα δεν είναι η καρπεράδα της γης, ούτε ή αγάπη του ανθρώπου για τη γη, ούτε ή εργατικότητα του, παρά βασικά η τιµή του σταριού κι η αξία της δουλειάς. Εκείνοι που βγάζουν τα κέρδη από τη γη δεν είναι αυτοί που βγάζουν το στάρι, κι η µυρωδιά που έχει το χώµα είναι άγνωστη στα χρηµατιστήρια. Αυτά έχουν άλλες µυρωδιές. Αντίθετα, η λέξη γαιοϊδιοκτησία είναι η σωστή· µε αυτή δε µπορεί κανείς να κοροϊδέψει τους άλλους τόσο εύκολα. Για τη λέξη «πειθαρχία» θα έπρεπε κανείς, όπου κυριαρχεί η καταπίεση, να διαλέξει τη λέξη «υπακοή», γιατί ή πειθαρχία µπορεί να υπάρχει και χωρίς τύραννο, κι έτσι έχει πάνω της κάτι το πιο ευγενικό από ό,τι η υπακοή. Και πιο καλή από τη λέξη «τιμή» είναι η «ανθρώπινη αξιοπρέπεια». Με αυτή τη λέξη το άτοµο δεν εξαφανίζεται τόσο εύκολα. Ξέρουµε δα τι σκυλολόι αγωνίζεται για να καταφέρει να «υπερασπίσει την τιµή» ενός λαού! Και πόσο σπάταλα µοιράζουν οι χορτάτοι τιµές σε αυτούς που τους χορταίνουν, πεινώντας οι ίδιοι.

Η πονηριά του Κοµφούκιου µπορεί και σήµερα να χρησιµοποιηθεί. Ο Κοµφούκιος έβαζε στη θέση των αδικαιολόγητων κρίσεων πάνω σε εθνικά περιστατικά τις σωστές κρίσεις. Ο Άγγλος Τόµας Μουρ περιέγραψε στην «Ουτοπία» του µια χώρα όπου επικρατούσαν δίκαιες συνθήκες – ήταν µια χώρα πολύ διαφορετική από τη χώρα που ζούσε, της έµοιαζε όµως πολύ, εκτός από το καθεστώς! Ο Λένιν, κάτω απ’ την απειλή της τσαρικής αστυνοµίας, ήθελε να περιγράψει την εκµετάλλευση και την καταπίεση του νησιού Σαχαλίνη από τη ρωσική µπουρζουαζία. Έβαλε Ιαπωνία αντί Ρωσία και Κορέα αντί για Σαχαλίνη. Οι μέθοδοι της γιαπωνέζικης μπουρζουαζίας θύµιζαν σε όλους τους αναγνώστες τις μεθόδους της Ρωσίας στη Σαχαλίνη, αλλά η µπροσούρα δεν απαγορεύτηκε µιας και η Ιαπωνία ήταν εχθρός της Ρωσίας. Πολλά που δε µπορούν να ειπωθούν στη Γερµανία για τη Γερµανία µπορούν να ειπωθούν για την Αυστρία. Υπάρχουν πολλές πονηριές για να ξεγελάσει κανείς το καχύποπτο κράτος. Ο Βολτέρος πολέµησε την πίστη στα θαύµατα που καλλιεργούσε η Εκκλησία µε ένα λαµπρό ποίηµα για την παρθένα της Ορλεάνης. Περιέγραψε τα θαύµατα που θα έπρεπε σίγουρα να είχαν συµβεί για να µείνει η Ιωάννα παρθένα σε ένα στρατό, σε µιαν Αυλή και ανάµεσα σε καλόγερους. Με την κοµψότητα του ύφους του και µε το να περιγράφει ερωτικές περιπέτειες από τη γεµάτη πολυτέλεια ζωή των κυρίαρχων τάξεων, τις παράσυρε να αποµονώσουν µια θρησκεία που τους έδινε τα µέσα γι’ αυτή τη χαλαρή ζωή. Και µάλιστα, δηµιούργησε έτσι τη δυνατότητα να φτάσουν τα έργα του, από παράνοµους δρόµους, σε εκείνους που απευθύνονταν. Οι ισχυροί από τους αναγνώστες του προωθούσαν ή ανέχονταν τη διάδοση. Αποµόνωναν έτσι την αστυνοµία, που υπεράσπιζε τις απολαύσεις τους. Κι ο µεγάλος Λουκρήτιος τόνιζε ρητά πως για τη διάδοση του επικούρειου αθεϊσµού πολλά περιµένει από την ομορφιά των στίχων του.

Πραγµατικά, το υψηλό λογοτεχνικό επίπεδο µπορεί να χρησιµέψει σαν ασπίδα για ένα κείµενο. Συχνά όµως ξυπνάει και τις υποψίες. Τότε µπορεί κανείς να το χαµηλώσει επίτηδες. Αυτό γίνεται, για παράδειγµα, όταν κανείς µε την περιφρονηµένη µορφή του αστυνοµικού µυθιστορήµατος µπάζει λαθραία, σε ανύποπτα µέρη, περιγραφές κοινωνικών συνθηκών. Τέτοιες περιγραφές θα δικαίωναν, το δίχως άλλο, ένα αστυνοµικό µυθιστόρηµα. Ο µεγάλος Σαίξπηρ χαµήλωσε το λογοτεχνικό επίπεδο για πολύ λιγότερο σοβαρούς λόγους, όταν έγραψε επίτηδες αδύνατο το λόγο της µάνας του Κοριολανού µε τον οποίο αντιµετωπίζει το γιο της που εκστρατεύει ενάντια στην πατρίδα. Ο Σαίξπηρ ήθελε να δείξει πως ο Κοριολανός δεν εγκαταλείπει τα σχέδια του για πραγµατικούς λόγους ή από µια βαθιά συγκίνηση, αλλά από µια κάποια αδράνεια που τον έσπρωχνε στις παλιές του συνήθειες. Στον Σαίξπηρ βλέπουµε κι ένα παράδειγµα αλήθειας που διαδίδεται µε πονηριά στο λόγο του Αντώνιου για το νεκρό του Καίσαρα. Ασταµάτητα τονίζει πως ο δολοφόνος του Καίσαρα, ο Βρούτος, είναι έντιµος άνθρωπος, περιγράφει όµως και την πράξη του, κι η περιγραφή της πράξης είναι πιο δυνατή από του δράστη· ο ρήτορας αφήνεται έτσι µοναχός του να τον νικήσουν τα γεγονότα – τους δίνει πιο πολλή «ευφράδεια» απ’ όση στον εαυτό του.

Ένας Αιγύπτιος ποιητής που έζησε πριν τέσσερις χιλιάδες χρόνια χρησιµοποίησε µια παρόµοια µέθοδο. Η µέχρι τότε κυρίαρχη τάξη υπεράσπισε µε κόπο τη θέση της από το µεγάλο της αντίπαλο, το τµήµα του πληθυσµού που µέχρι τότε την υπηρετούσε. Στο ποίηµα που αναφέρουµε, έρχεται στην αυλή του άρχοντα ένας σοφός και καλεί όλους σε αγώνα κατά του εσωτερικού εχθρού. Περιγράφει πολλή ώρα και διεξοδικά την αναταραχή που γεννήθηκε µε την εξέγερση των κατώτερων στρωµάτων. Να ποια ήταν η περιγραφή:

Κι είναι έτσι: Οι µεγάλοι όλο παράπονα κι οι ταπεινοί όλο χαρά. Κάθε πόλη λέει: “Aς διώξουµε από δω τους δυνατούς

Κι είναι έτσι: το συρτάρια ανοίγουν, παίρνουν τους καταλόγους, οι κολίγοι γίνονται αφέντες

Κι είναι έτσι: Ό γιος του φηµισµένου πια δεν ξεχωρίζει· το παιδί της κυράς γίνεται της σκλάβου της γιος.

Κι είναι έτσι: Τους αφέντες ζέψανε στο µαγγανοπήγαδο. Αυτοί που τη µέρα δεν είχαν αντικρίσει, βγήκανε στο φως.

Κι είναι έτσι: Τις εβένινες κάσες της θυσίας τις σύντριψαν· το υπέροχο ξύλο σεστέµ το πελεκάνε για κρεβάτια.

Κοιτάτε, έπεσε η πρωτεύουσα µέσα σε µιαν ώρα.

Κοιτάτε, της χώρας οι φτωχοί γένηκαν πλούσιοι.

Κοιτάτε, ψωµί όποιος δεν είχε έχει τώρα αποθήκη· κι αυτό που είναι µέσα ήταν το βιός ενός αλλού.

Κοιτάτε, είναι καλό στον άνθρωπο το φαγητό του.

Κοιτάτε, καλαµπόκι· όποιος δεν είχε έχει τώρα αποθήκες· καλαµποκόσπορο όποιος ζητιάνευε µοιράζει τώρα µοναχός του.

Κοιτάτε, όποιος δυο βόδια δεν είχε κοπάδια έχει τώρα· αυτός που του έλειπαν ζώα για το αλέτρι έχει τώρα κοπάδια από ζώα.

Κοιτάτε, εκείνος που κάµαρη δεν είχε να χτίσει έχει τώρα τέσσερις τοίχους.

Κοιτάτε, οι Σύµβουλοι στις αποθήκες γυρεύουν καταφύγιο· αυτός που στον τοίχο να γείρει δε µπορούσε κρεβάτι έχει τώρα.

Κοιτάτε, αυτός που βάρκα δεν έφτιαχνε δικά του καράβια έχει τώρα, και σαν ο ιδιοκτήτης τα κοιτάξει, δικά του δεν είναι τώρα πια.

Κοιτάτε, ρούχα όσοι είχαν τώρα είναι κουρελήδες κι όποιος πριν ύφαινε για άλλον, τώρα φοράει λεπτό λινό.

Ο πλούσιος νηστικός κοιµάται· αυτός που πριν για ζητιανιά τον παρακάλαγε έχει και πίνει καλό κρασί.

Κοιτάτε, αυτός που τίποτα δεν ήξερε από άρπα έχει µια τώρα· αυτός που µπρος του δεν τραγουδούσαν παινεύει τώρα τη µουσική.

Κοιτάτε, αυτός που από φτώχεια µονάχος κοιµόταν βρίσκει τώρα γυναίκα· αυτή που στο νερό κοιτούσε το πρόσωπο, τώρα έχει καθρέφτη.

Κοιτάτε, οι µεγάλοι της χώρας γύρω τρέχουν χωρίς να έχουν δουλειά. Στους µεγάλους τίποτα δε λένε πια.

Ο παλιός αγγελιαφόρος στέλνει τώρα άλλον.

Κοιτάτε, πέντε σταλµένοι από τον κύριό τους. Λένε: Ας πάρει τώρα ο καθένας το δρόµο του, φτάσαµε.

Καταλαβαίνει κανείς πως µια τέτοια περιγραφή της αναταραχής θα πρέπει να την παρουσιάζει στους καταπιεζόµενους σαν πολύ επιθυµητή κατάσταση. Κι όµως, τον ποιητή δύσκολα µπορούν να τον πιάσουν. Καταδικάζει αυτές τις συνθήκες ρητά, όµως αδέξια. Ο Τζόναθαν Σουίφτ πρότεινε σε µια µπροσούρα, για να οδηγηθεί η χώρα στην ευηµερία να παστώσουν τα παιδιά των φτωχών και να τα πουλήσουν για κρέας. Παρουσίασε ακριβείς υπολογισµούς που αποδείκνυαν πως κανείς µπορεί να εξοικονοµήσει πολλά αν δε διστάζει µπροστά σε τίποτα. Ο Σουίφτ παρίστανε τον κουτό. Υπεράσπισε ένα ορισµένο, µισητό του τρόπο σκέψης µε πολλή φλόγα κι ευσυνειδησία, σε ένα θέµα όπου ολόκληρη η προστυχιά του ερχόταν στο φως, ορατή στον καθένα. Ο καθένας θα µπορούσε να είναι πιο έξυπνος από τον Σουίφτ ή τουλάχιστο πιο ανθρώπινος, ιδιαίτερα εκείνος που µέχρι τότε δεν είχε ερευνήσει ορισµένες απόψεις τι συνέπειες έχουν.

Η προπαγάνδα για τη σκέψη, σε όποιον τομέα και να γίνεται, είναι χρήσιμη για την υπόθεση των καταπιεσμένων. Μια τέτοια προπαγάνδα είναι απόλυτα απαραίτητη. Κάτω από κυβερνήσεις που υπηρετούν την εκµετάλλευση, η σκέψη περνάει για ταπεινή ασχολία. Ταπεινή ασχολία περνιέται αυτή που είναι χρήσιµη σε αυτούς που τους κρατάνε ταπεινούς. Ταπεινή λογίζεται η αδιάκοπη έγνοια για το φαγητό· η περιφρόνηση των διακρίσεων που κρεµάνε στους υπερασπιστές µιας χώρας όπου οι ίδιοι πεινούν· η αµφιβολία για τους ηγέτες που οδηγούν στην καταστροφή· η απέχθεια στη δουλειά που δε δίνει ψωµί· η εναντίωση στον εξαναγκασµό σε παράλογες πράξεις· η αδιαφορία απέναντι στην οικογένεια που το ενδιαφέρον δεν της έκανε τίποτα πια. Τους πεινασµένους τους βρίζουν έκλυτους που δεν έχουν τίποτα να υπερασπίσουν, δειλούς που αµφιβάλλουν για τους καταπιεστές τους, τους βρίζουν πως δεν έχουν εµπιστοσύνη στις δυνάµεις τους, πως θέλουν πληρωµή για τη δουλειά τους, τους λένε αρχιτεµπέληδες και τα παρόµοια. Κάτω από τέτοιες κυβερνήσεις η σκέψη γενικά λογίζεται ταπεινό πράγµα και πέφτει σε κατατρεγµό. Πουθενά πια δε διδάσκουν κι όπου βλέπουν κάτι τέτοιο το καταδιώκουν. Παρόλα αυτά πάντα υπάρχουν πεδία όπου µπορεί κανείς να µιλήσει ατιµώρητα για τα επιτεύγµατα της σκέψης· είναι τα πεδία όπου οι δικτατορίες χρειάζονται τη σκέψη. Έτσι, µπορεί κανείς για παράδειγµα να αποδείξει τα επιτεύγµατα της σκέψης στον τοµέα της πολεµικής επιστήµης και της τεχνικής. Και η παράταση των αποθεµάτων µαλλιού µε µια καλύτερη οργάνωση ή µε την εφεύρεση συνθετικών, κι αυτό χρειάζεται σκέψη. Το σκάρτεµα των µέσων διατροφής, η εκπαίδευση των νέων για τον πόλεµο, όλα αυτά χρειάζονται σκέψη: η σκέψη αυτή µπορεί να περιγραφεί. Μπορεί κανείς µε πονηριά να αποφύγει τον έπαινο του πολέµου, του άσκεφτου σκοπού αυτής της σκέψης. Έτσι, η σκέψη που ξεκινάει από το πρόβληµα πως να κάνει κανείς ένα πόλεµο κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο µπορεί να οδηγήσει στο ερώτηµα αν αυτός ο πόλεµος έχει νόηµα και µπορεί να χρησιµοποιήσει για να λύσει το πρόβληµα του πως αποφεύγεται µε τον καλύτερο τρόπο ένας πόλεµος χωρίς νόηµα. Φυσικά, αυτό το ερώτηµα δύσκολα µπορεί να αξιοποιηθεί, δηλαδή να διαµορφωθεί σε σκέψη που να επεµβαίνει στην πραγµατικότητα. Μπορεί.

Για να συνεχίσει σε µια εποχή σαν τη δική µας να είναι δυνατή η καταπίεση, που υπηρετεί την εκµετάλλευση της µιας (της µεγαλύτερης) µερίδας του πληθυσµού από την (µικρότερη) άλλη µερίδα, χρειάζεται µια πέρα για πέρα συγκεκριµένη βασική στάση του πληθυσµού, που πρέπει να απλώνεται σε όλα τα πεδία. Μια ανακάλυψη στον τοµέα της ζωολογίας, όπως του Άγγλου Δαρβίνου, θα µπορούσε να αποβεί ξαφνικά επικίνδυνη για την εκµετάλλευση· παρόλα αυτά, για ένα διάστηµα µονάχα η Εκκλησία ασχολιόταν µε αυτή, ενώ η αστυνοµία δεν καταλάβαινε τίποτα. Οι έρευνες των φυσικών οδήγησαν τα τελευταία χρόνια σε συµπεράσµατα στον τοµέα της λογικής που θα µπορούσαν να βάλουν σε κίνδυνο µια σειρά άρθρων πίστης χρήσιµων στην καταπίεση. Ο φιλόσοφος του πρωσικού κράτους Χέγκελ, στη διάρκεια δύσκολων αναζητήσεων στον τοµέα της λογικής, έδωσε στους Μαρξ και Λένιν τις κλασικές της προλεταριακής επανάστασης μεθόδους ανυπολόγιστης αξίας. Η ανάπτυξη των επιστηµών γίνεται σε αλληλεξάρτηση, ανισόµετρα όµως, και το κράτος δεν είναι σε θέση να τα επιβλέπει

όλα. Οι µαχητές της αλήθειας µπορούν να διαλέγουν πεδία µάχης σχετικά αφύλαχτα. Όλα κρέµονται από το αν διδάσκεται ο σωστός τρόπος σκέψης, ένας τρόπος σκέψης που να ρωτάει όλα τα πράγµατα κι όλες τις διαδικασίες για την προσωρινή τους και τη µεταλλάξιµη πλευρά. Οι εξουσιαστές έχουν ισχυρή αποστροφή στις µεγάλες αλλαγές, θα ήθελαν όλα να µείνουν όπως είναι, τουλάχιστο για χίλια χρόνια. Το καλύτερο θα ήταν το φεγγάρι να έµένε ακίνητο, κι ο ήλιος να µην προχωρούσε πια! Τότε κανένα δε θα τον έπιανε πείνα και δε θα γύρευε να φάει για βράδυ. Όταν πυροβολήσουν θέλουν ο αντίπαλος να µη µπορεί πια να ρίξει, θέλουν ο δικός τους πυροβολισµός να είναι ο τελευταίος.

Ένας τρόπος παρατήρησης που τονίζει ιδιαίτερα το παροδικό, είναι καλό µέσο για να δώσει κανείς κουράγιο στους καταπιεσµένους. Ακόµα, το ότι σε κάθε πράγµα και σε κάθε κατάσταση παρουσιάζεται κι αναπτύσσεται µια αντίφαση, κι αυτό είναι κάτι που πρέπει να αντιπαραταχτεί στους νικητές. Ένας τέτοιος τρόπος παρατήρησης (όπως η διαλεκτική, η διαδικασία για τη ροή των πραγµάτων) µπορεί να χρησιµοποιηθεί στην έρευνα αντικειµένων που για ένα διάστηµα ξεφεύγουν από την προσοχή των εξουσιαστών. Μπορεί να τον εφαρµόσει κανείς στη βιολογία ή στη χηµεία. Μπορεί όµως κανείς να τον εξασκήσει και περιγράφοντας την τύχη µιας οικογένειας χωρίς να προκαλέσει πολύ την προσοχή. Η εξάρτηση κάθε πράγµατος από πολλά αλλά, που αδιάκοπα αλλάζουν, είναι µια σκέψη επικίνδυνη για δικτατορίες και µπορεί να εµφανιστεί µε διάφορους τρόπους χωρίς να δώσει λαβή στην αστυνοµία.

Μια ολοκληρωµένη περιγραφή όλων των καταστάσεων και διαδικασιών που συναντά ένας άνθρωπος που ανοίγει ένα καπνοπωλείο µπορεί να αποτελέσει σκληρό χτύπηµα στην δικτατορία. Ο καθένας που σκέφτεται λίγο θα βρει το γιατί. Οι κυβερνήσεις που οδηγούν τις µάζες των ανθρώπων στην εξαθλίωση πρέπει να αποφύγουν το να σκέφτονται οι εξαθλιωµένοι την κυβέρνηση. Μιλάνε πολύ για µοίρα. Αυτή, κι όχι οι ίδιοι, φταίει τάχα για την ανέχεια. Όποιος ερευνάει την αιτία της ανέχειας τον συλλαµβάνουν προτού φτάσει στην κυβέρνηση. Είναι όµως δυνατό να αντιµετωπίσει κανείς γενικά τις φλυαρίες για τη µοίρα· µπορεί κανείς να δείξει πως τη µοίρα του ανθρώπου τη φτιάχνουν άνθρωποι. Αυτό πάλι µπορεί να γίνει µε πολλούς τρόπους. Μπορεί, για παράδειγµα, να διηγηθεί κανείς την ιστορία ενός υποστατικού στην Ισλανδία· ολόκληρο το χωριό µιλάει για µια κατάρα εκεί. Μια αγρότισσα ρίχτηκε στο πηγάδι, ένας αγρότης κρεµάστηκε. Μια µέρα γίνεται ένας γάµος, ο γιος του αγρότη παντρεύεται µε µια κοπέλα που φέρνει µερικά χωράφια προίκα. Η κατάρα εξαφανίζεται. Το χωριό δεν έχει οµόφωνη γνώµη για την αιτία αυτής της αλλαγής προς το καλύτερο. Άλλοι την αποδίνουν στη

χαρούµενη φύση του νεαρού αγρότη, άλλοι στα χωράφια που έφερε µαζί της η νεαρή αγρότισσα και που κάνουν το υποστατικό για πρώτη φορά βιώσιµο. Αλλά και σε ένα ποίηµα ακόµα που περιγράφει ένα τοπίο µπορεί κανείς κάτι να πετύχει, αν δηλαδή στη φύση ενσωµατωθούν τα πράγµατα τα καµωµένα από τον άνθρωπο. Χρειάζεται πονηριά για να διαδοθεί η αλήθεια.

Ανακεφαλαίωση

Η µεγάλη αλήθεια της εποχής µας (που δεν υπηρετεί κανείς µε το να τη βρει µονάχα, που όµως χωρίς αυτή καµιά άλλη σηµαντική αλήθεια δε µπορεί να βρεθεί) είναι ότι η ήπειρος µας βουλιάζει στη βαρβαρότητα επειδή προσπαθούν να διατηρήσουν µε τη βία τις σχέσεις ιδιοκτησίας στα µέσα παραγωγής. Τι ωφελεί να γράψει κανείς κάτι θαρραλέο από όπου να βγαίνει πως ή κατάσταση που βρισκόµαστε είναι βάρβαρη (που είναι αλήθεια) αν δε φαίνεται ξεκάθαρα για ποιο λόγο φτάσαµε σε αυτή την κατάσταση; Πρέπει να πούµε ότι τα βασανιστήρια γίνονται γιατί πρέπει να διατηρηθούν οι σχέσεις ιδιοκτησίας. Φυσικά, λέγοντας το αυτό χάνουµε πολλούς φίλους που είναι αντίθετοι στα βασανιστήρια γιατί πιστεύουν πως οι σχέσεις ιδιοκτησίας θα µπορούσαν να διατηρηθούν και χωρίς αυτά (που δεν είναι αλήθεια). Πρέπει να πούµε την αλήθεια για τις βάρβαρες συνθήκες στη χώρα µας για να µπορέσει να γίνει αυτό που θα τις εξαφανίσει, δηλαδή αυτό που θ’ αλλάξει τις σχέσεις ιδιοκτησίας. Πρέπει ακόµα να το πούµε σε εκείνους που υποφέρουν πιο πολύ από όλους κάτω από τις σηµερινές σχέσεις ιδιοκτησίας, που έχουν το πιο δυνατό συµφέρον για την αλλαγή τους, στους εργάτες, και σε εκείνους που µπορούµε να οδηγήσουµε στους εργάτες σαν σύµµαχους, γιατί στην πραγµατικότητα δεν έχουν ούτε κι εκείνοι ιδιοκτησία στα µέσα παραγωγής, όσο κι αν παίρνουν µερίδιο από τα κέρδη. Και πρέπει, πέµπτο, να βαδίσουµε µε πονηριά. Κι όλες αυτές τις πέντε δυσκολίες πρέπει να τις ξεπερνάµε ταυτόχρονα, γιατί δεν µπορούµε να ερευνάµε την αλήθεια για τις βάρβαρες συνθήκες χωρίς να σκεφτόµαστε εκείνους που υποφέρουν κάτω απ’ αυτές και καθώς, διώχνοντας κάθε πειρασµό δειλίας, γυρεύουµε τις αληθινές αιτίες µε τη σκέψη µας στραµµένη σε εκείνους που είναι πρόθυµοι να χρησιµοποιήσουν τις γνώσεις τους, πρέπει ταυτόχρονα να σκεφτόµαστε και το πώς θα τους δώσουµε την αλήθεια µε τρόπο που να είναι στα χέρια τους όπλο, και µε τόση πονηριά που η µετάδοση αυτή να µη µπορεί να ανακαλυφτεί και να εµποδιστεί από τον εχθρό. Τέτοιες είναι λοιπόν οι απαίτησες µας όταν ζητάµε από τους συγγραφείς να γράφουν την αλήθεια.

Πηγή : http://thearkanproject.com/post/42433478380

αναδημοσίευση : Ώρα Κοινής Ανησυχίας