Tου Γιάννη Κιμπουρόπουλου

Ξέρετε τον Μαρκ Σπιτσνέιγκελ; Μάλλον όχι. Ούτε εγώ τον ήξερα. Μέχρι που διάβασα στο Bloomberg για το hedge fund «Universa Investments» που έχει ιδρύσει. Η Universa επενδύει στις καταστροφές. Οσο πιο μεγάλες και εκτεταμένες οι καταστροφές τόσο μεγαλύτερες οι αποδόσεις που αποφέρει στους πελάτες της. Μόνο που πρέπει να έχουν υπομονή. Μια τέλεια καταστροφή μπορεί να αργήσει. Θέλει χρόνια, ίσως και δεκαετίες. Μια τέλεια καταστροφή κάθε άνθρωπος μπορεί να ζήσει. Πρέπει μόνο να φροντίσει να μην είναι και ο ίδιος θύμα της. Να ’χει το πυρηνικό του καταφύγιο. Επενδύεις, υπομένεις τις μικρές καθημερινές απώλειες της ειρήνης, της ηρεμίας, της ευημερίας, της κανονικότητας, βρε αδερφέ. Κι όταν έρθει η ώρα της τέλειας καταστροφής –ένας σεισμός, ένα κραχ, μια χρεοκοπία, ένας πόλεμος, μια τρομοκρατική επίθεση, μια πανδημία, καλή ώρα– η καρτερία σου θα αποζημιωθεί με σούπερ κέρδη.
Πόσα; 1.000%, 2.000%, 3.612%! Τόση ήταν η απόδοση του «Πρωτοκόλλου Προστασίας Μαύρου Κύκνου», του αμοιβαίου κεφαλαίου της Universa που επένδυε σε κατάρρευση των δεικτών εξαιτίας μιας παγκόσμιας καταστροφής. Ο COVID-19 ήταν ο «μαύρος κύκνος» που περίμενε ο Σπιτσνέιγκελ, η τέλεια καταστροφή που είχε υποσχεθεί στους πελάτες του. Προστατευμένος στη φάρμα του –«Idyll Farms», κάπου στη λίμνη Μίσιγκαν– όπου εκτρέφει αλπικές κατσίκες με τη φιλοδοξία να φτιάξει τυρί αρωματισμένο με μέλι και βότανα, ασφαλής από πανδημίες κι άλλα δεινά, ο κτηνοτρόφος-γκουρού των ριψοκίνδυνων επενδύσεων αγοράζει και πουλάει δικαιώματα προαίρεσης που προστατεύουν από απότομες καταρρεύσεις των αγορών. Προφανώς είναι οικολόγος, προφανώς και έχει εκλεπτυσμένο ουρανίσκο, προφανώς και αγαπάει τις κατσίκες του και κάθε ζώο που φιλοξενεί στη φάρμα του, προφανώς και ανησυχεί για την κλιματική αλλαγή, προφανώς και θεωρεί ανίκανες κι άχρηστες τις κεντρικές τράπεζες και τις κυβερνήσεις. Γι’ αυτό και επενδύει με ζήλο στην αποτυχία τους.

Σε τι ακριβώς επενδύου
ν οι αναχωρητές της βαθιάς κερδοσκοπίας; Στον θάνατο. Στον θάνατο χιλιάδων, εκατομμυρίων. Είναι βαθύς οπαδός της θεωρίας του μανδαρίνου. Αυτής που οι περισσότεροι έχουμε μάθει από την ταινία του Τζαβέλα «Μια ζωή την έχουμε», όπου ο Κλέων-Χορν, πριν βάλει χέρι στο ταμείο της τράπεζας, δηλώνει ότι δεν θα πάταγε το κουμπί που θα τον έκανε πάμπλουτο ξέροντας ότι ταυτόχρονα στα βάθη της Κίνας θα πέθαιναν τρεις χιλιάδες μανδαρίνοι (την ιστορία την έχει χρησιμοποιήσει κι ο Καραγάτσης, αλλά την οφείλουμε στον πολύ προγενέστερο Πορτογάλο Εκα ντε Κουέιρος και στον «Μανδαρίνο» του).

Το χρηματιστήριο του θανάτου είναι μια απλή εφαρμογή της θεωρίας του μανδαρίνου. Οσο πιο πολλά πτώματα αφήσει η πανδημία τόσο πιο τέλεια η καταστροφή, τόσο πιο μεγάλα τα στοιχήματα και τελικά πιο ψηλές οι αποδόσεις. Αν οι επενδυτές του θανάτου ήταν στην Ιερουσαλήμ του έτους 1 μ.Χ., στον Γολγοθά, κάτω από τους σταυρούς με τους ετοιμοθάνατους, δεν θα σπαταλούσαν τον χρόνο τους σε μπαρμπούτι για έναν ματωμένο χιτώνα. Θα έβαζαν ένα πιο ευφάνταστο στοίχημα: Ποιος θα πεθάνει πρώτος, ο μεσαίος ή ο αριστερός; Θα σχισθεί το καταπέτασμα του ναού; Και ποιου ναού; Θα γίνει σεισμός; Πόσα ρίχτερ; Και πόσοι θα πεθάνουν κάτω από τα χαλάσματά του;

Το εξοργιστικό δεν είναι
ότι υπάρχουν νοσηροί τύποι που δημιουργούν ένα επενδυτικό προϊόν βασισμένο στη δυστυχία και στον θάνατο, αλλά ότι αυτό είναι μια καθόλα νόμιμη δραστηριότητα. Δηλωμένη και εποπτευόμενη από μια επιτροπή κεφαλαιαγοράς, μετρούμενη ως κανονικό χρήμα (Μ2, Μ3, Μ4; Θα σας γελάσω) από μια κεντρική τράπεζα, ρυθμισμένη από μια κυβέρνηση και κανονικότατα νομοθετημένη από ένα Κοινοβούλιο. Είναι μια καθωσπρέπει επενδυτική δραστηριότητα που, παρότι ο ρόλος της αποκαλύφθηκε την προηγούμενη δεκαετία, στη διάρκεια της χρηματοπιστωτικής κρίσης, με τα στοιχήματα υπέρ της χρεοκοπίας χωρών, ουδείς διανοήθηκε να την απαγορεύσει.

Λογικό, γιατί με το ίδιο κριτήριο
θα έπρεπε από τις αρχές του Μάρτη όλες οι κυβερνήσεις, πριν επιβάλουν «λοκντάουν» στην παραγωγή, στο εμπόριο και στις ζωές μας, να έχουν ξεκινήσει με ένα καραμπινάτο –ή μήπως καραντινάτο;– «λοκντάουν» στις αγορές.

Μια ευθανασία των αγορών
ίσως είναι πιο σημαντική από την ευθανασία των ραντιέρηδων. Γιατί οι αγορές μυρίζουν θάνατο. Από κορυφής έως ονύχων. Το σκαμπανέβασμα των μετοχών που παρακολουθεί τους αριθμούς των νεκρών δίνει τη θέση του στις πιέσεις για χαλάρωση της καραντίνας. Οι αγορές ρισκάρουν, οι κυβερνήσεις αφουγκράζονται τους υποβολείς. Κι αν τον Μάιο ο ιός επιστρέψει δριμύς και δρεπανηφόρος; Δεν πειράζει. Αγόραζε στον θάνατο, πούλα στη ζωή.

Προσδοκώ ανάσταση
των νεκρών ανακλαστικών μας, των απονεκρωμένων μας αισθήσεων. Αν ο θάνατός μας είναι η ζωή τους, μήπως η επιβίωσή μας απαιτεί το αντίστροφο; Ή μήπως έτσι προσχωρούμε κι εμείς στη θεωρία του μανδαρίνου;


ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ

[…] Ο νόμος επέτρεπε στους ανατόμους να συλλέγουν πτώματα από τα ιδρύματα της Προστασίας Απόρων. Στο εξής όλοι οι Βρετανοί που πέθαιναν άποροι και που τα πτώματά τους παρέμεναν αζήτητα 48 ώρες μετά τον θάνατο κινδύνευαν να δοθούν για ανατομή. Τον αιώνα μετά τον νόμο, περίπου 57.000 πτώματα φτωχών ανατμήθηκαν μόνο στις ανατομικές σχολές του Λονδίνου. Ακόμη και στα μέσα της δεκαετίας του 1930, λιγότερο από το 4% των πτωμάτων που ανατμήθηκαν στις ιατρικές σχολές της Βρετανίας είχαν παραχωρηθεί με διαθήκη. Αν και προοδευτικά όλο και λιγότεροι άποροι κινδύνευαν να έχουν αυτό το ατιμωτικό τέλος καθώς μειωνόταν ο αριθμός των πτωμάτων ασθενών που πέθαιναν στα ιδρύματα Προστασίας Απόρων, αυτή η νομιμοποίηση της οικονομίας πτωμάτων διασφάλισε ότι ο φόβος της βεβήλωσης παρέμενε ισχυρός μόνο για τους φτωχότερους Βρετανούς. Μετά τον θάνατο, η φτώχεια επέτρεπε τη βεβήλωση. 

Joanna Bourke, «Φόβος, στιγμι