https://edromos.gr/wp-content/uploads/2017/05/123-29.jpg

Του Δημήτρη Γκάζη

Όπως όλοι ανέμεναν το ποσοστό της αποχής στις εθνικές εκλογές της 7ης Ιουλίου ξεπέρασε το 42%, σημειώνοντας ένα απ’ τα μεγαλύτερα ποσοστά στην Μεταπολίτευση. Σε απόλυτους αριθμούς από τους 9,9 εκατομμύρια εγγεγραμμένους στους εκλογικούς καταλόγους, προσήλθαν στις κάλπες λίγο πάνω από τα 5,6 εκατομμύρια. Συνυπολογίζοντας την αποχή, η Ν.Δ. μόλις που ξεπερνά το 23%, με τον ΣΥΡΙΖΑ να αγγίζει το 18%, ποσοστά που αποτελούν μια πιο πραγματική εκτίμηση της δύναμής τους μέσα στην κοινωνία.

Το ενδιαφέρον είναι ότι αυτό το ποσοστό, καταγράφεται σε μια εκλογική αναμέτρηση, υψηλής συσπείρωσης των κομμάτων, ειδικά των μεγάλων. Δεν είναι ίδια η κατάσταση με τις εκλογές του Σεπτέμβρη του 2015, όταν τα κόμματα του διπολισμού ΣΥΡΙΖΑ-Ν.Δ. είχαν συγκεντρώσει αθροιστικά λίγο πάνω από 60% και η αποχή είχε τον χαρακτήρα αντίδρασης στην «κωλοτούμπα» του ΣΥΡΙΖΑ, αγγίζοντας τότε το 43%. Τώρα με το άθροισμα του διπολισμού να ξεπερνάει το 70%, το ποσοστό της αποχής, μοιάζει περισσότερο με ένα παγιωμένο συστημικό φαινόμενο που αποτυπώνει την αποστροφή μιας μερίδας των συμπολιτών μας για το κομματικό σύστημα και το στημένο πολιτικό σκηνικό.

Το ποσοστό της αποχής είναι άλλη μια απόδειξη της εκτίμησης ότι ο «Κανένας» είναι παρών μέσα στην ελληνική κοινωνία. Πιο βουβός απ’ ότι την δεκαετία που πέρασε. Χωρίς την οργή ή την ορμή των πρώτων μνημονιακών χρόνων. Χωρίς την δυνατότητα να μετασχηματιστεί εύκολα σε υποκείμενο που θα διεκδικεί τον ρόλο του στην πολιτική. Αλλά είναι μια υπαρκτή κοινωνική στάση

Πολλοί μίλησαν για μια επιστροφή στην κανονικότητα, για μια επιστροφή στην προ μνημονίων κατάσταση που αποτυπώνεται και στο εκλογικό αποτέλεσμα. Και όντως έτσι μοιάζει να είναι. Συγκρίνοντας τα ποσοστά των κομμάτων με αυτά των εκλογών προηγούμενων δεκαετιών, το μόνο που μοιάζει να έχει αλλάξει είναι η αλλαγή φρουράς στην Κεντροαριστερά με τον ΣΥΡΙΖΑ να αντικαθιστά το ΠΑΣΟΚ. Αν κοιτάξει όμως κανείς τα ποσοστά πιο προσεκτικά θα δει ότι τα κόμματα μοιράζονται μια πίτα που έχει μειωθεί σημαντικά. Σε σχέση με τις εκλογές του 2009 για παράδειγμα, οπότε και το ποσοστό της αποχής έφτασε το 29%, ποσοστό ρεκόρ για την εποχή, με τον τότε δικομματισμό Ν.Δ.-ΠΑΣΟΚ να συγκεντρώνει αθροιστικά το 75% των ψήφων, έχουμε ένα 15% να απομακρύνεται από το κομματικό σύστημα. Ακόμη συνυπολογίζοντας το σφάλμα που έχει αυτή η εκτίμηση, καθώς μέρος της αποχής οφείλεται, σε μη ενημερωμένους εκλογικούς καταλόγους, την μετανάστευση των νέων στο εξωτερικό, ή και άλλους κοινωνικούς λόγους, η διαφορά παραμένει εντυπωσιακή μόλις μια δεκαετία μετά.

Η καταγραφή αυτής της πραγματικότητας είναι άλλη μια απόδειξη της εκτίμησης ότι ο «Κανένας» είναι παρών μέσα στην ελληνική κοινωνία. Πιο βουβός απ’ ότι την δεκαετία που πέρασε. Χωρίς την οργή ή την ορμή των πρώτων μνημονιακών χρόνων. Χωρίς την δυνατότητα να μετασχηματιστεί εύκολα σε υποκείμενο που θα διεκδικεί τον ρόλο του στην πολιτική. Αλλά είναι μια υπαρκτή κοινωνική στάση. Μια στάση που δείχνει ότι η επιτυχία του διπολισμού της παγκοσμιοποίησης και της υποταγής, να «ξεπεράσει» την δεκαετή πολιτική του κρίση, δεν είναι παρά ο εγκλωβισμός της κοινωνίας στο στημένο παιχνίδι τους, και σε καμιά περίπτωση δεν είναι μια παγίωση, με όρους ηγεμονίας του πολιτικού συστήματος επί των πολιτών. Είναι όμως και μια απόδειξη τις αδυναμίας όλο το προηγούμενο διάστημα να οικοδομηθούν εναλλακτικές που να δίνουν διέξοδο συμμετοχής σ’ αυτό το κομμάτι πολιτών που δεν χωράει στον υπαρκτό συσχετισμό. Ιδωμένο απ’ αυτή την πλευρά,  το 42% της αποχής κάνει επιτακτική την ανάγκη να αναζητηθούν πολιτικές διεξόδου και αναγέννησης της χώρας, ικανές να ανασυγκροτήσουν την κατακερματισμένη κοινωνία.

Δρόμος της Αριστεράς