κατάλογος

Από τούτη την γωνιά έχουμε πολλές φορές αναφερθεί στα αδιέξοδα του καπιταλισμού, τα οποία γεννούν τις κρίσεις του. Όπως έχουν καταδείξει οι Μαρξ και Ένγκελς εδώ κι εκατόν πενήντα χρόνια, η έξοδος από μια καπιταλιστική κρίση δημιουργεί αυτομάτως τις προϋποθέσεις για την δημιουργία τής επόμενης κρίσης, με αποτέλεσμα αυτές οι κρίσεις να παρουσιάζονται με αξιοθαύμαστα σταθερή περιοδικότητα 10-12 ετών. Σήμερα, παίρνοντας αφορμή από πρόσφατα σχετικά δημοσιεύματα, θα δούμε με απλά λόγια πώς οι νομισματικές ισοτιμίες λύνουν κάποια προβλήματα αλλά ταυτόχρονα δημιουργούν κάποια άλλα.

Πριν καμμιά δεκαπενταριά χρόνια, η οικονομία τής Ιαπωνίας μπήκε σε μια μακρόχρονη περίοδο αποπληθωρισμού. Ίσως ο αδαής αναγνώστης δεν καταλαβαίνει γιατί το να πέφτουν οι τιμές είναι κακό πράγμα αλλά θα το κατανοήσει με ένα απλό παράδειγμα: αν επενδύσω 100 ευρώ υπό καθεστώς αποπληθωρισμού 2% (δηλαδή, αρνητικού πληθωρισμού) με κέρδος 5%, η επένδυσή μου θα μου επιστρέψει μόνο 103 ευρώ. Σε μια κλειστή οικονομία, κάτι τέτοιο δεν θα με πολυένοιαζε αλλά σε μια παγκοσμιοποιημένη οικονομία, όπου μπορώ άνετα να τοποθετήσω τα 103 ευρώ μου σε κάποια άλλη χώρα, με νοιάζει και με κόβει και πολύ θα ήθελα αντί για 103 να είχα βγάλει 107 ή 108.

Κάπως έτσι, λοιπόν, οι επενδύσεις στην Ιαπωνία φρέναραν και η χώρα μπήκε σε ύφεση. Για να τονώσει την οικονομία, η ιαπωνική κυβέρνηση επέλεξε μια πολιτική “ποσοτικής χαλάρωσης”, δηλαδή άρχισε να κόβει χρήμα, το οποίο διοχέτευε στην αγορά μέσω αύξησης των δημοσίων επενδύσεων. Καθώς η ποσότητα των γιεν που κυκλοφορούσαν στην αγορά άρχισε να αυξάνεται, άρχισε να ανεβαίνει και ο πληθωρισμός. Όμως, όπως είναι ευνόητο, η αύξηση της προσφοράς τού γιεν οδήγησε σε μείωση της τιμής του. Με άλλα λόγια, το γιεν φτήνυνε έναντι των ανταγωνιστικών νομισμάτων (δολλαρίου και ευρώ), κάνοντας τις ιαπωνικές εξαγωγές θελκτικώτερες.

Φυσικά, αυτή η εξέλιξη δεν θα μπορούσε να αφήσει αδιάφορες τις ΗΠΑ, οι οποίες δεν άργησαν να μπουν κι αυτές στο παιχνίδι. Έτσι, η Fed (η ομοσπονδιακή τράπεζα των ΗΠΑ) άρχισε κι αυτή να τυπώνει χρήμα, προσπαθώντας να ρίξει την τιμή τού δολλαρίου ώστε να αντιμετωπίσει το φτηνό γιεν (και το πάμφθηνο κινεζικό γουάν, φυσικά, αλλά ας μην επεκτείνουμε την ανάλυσή μας και χάσουμε τον μπούσουλα). Μόνο που η μείωση της αξίας τού δολλαρίου άρχισε να σπρώχνει προς τα πάνω τα τραπεζικά επιτόκια, με αποτέλεσμα να γίνεται προβληματική η εξυπηρέτηση όσων δανείων είχαν συναφθεί με κυμαινόμενο επιτόκιο. Κι επειδή η συντριπτική πλειοψηφία των στεγαστικών δανείων είχαν τέτοιο επιτόκιο, οι κάτοικοι των ΗΠΑ άρχισαν να χάνουν τα σπίτια τους με γοργούς ρυθμούς.

Με το γιεν και το δολλάριο να πέφτουν (άρα οι εξαγωγές από ΗΠΑ και Ιαπωνία να γίνονται φτηνότερες), η Ευρωπαϊκή Ένωση άρχισε να έχει προβλήματα με τις δικές της εξαγωγές. Θα περίμενε κανείς, λοιπόν, να μπει και το ευρώ στον χορό των υποτιμήσεων. Όμως, ο Σόιμπλε είχε διαφορετική γνώμη: τα ευρωπαϊκά προϊόντα θα μπορούσαν να φτηνύνουν όχι με χαλαρή νομισματική πολιτική αλλά με σκληρή πολιτική λιτότητας. Με άλλα λόγια, η ιδέα τού Σόιμπλε (προφανέστατα εμπνευσμένη από τις νεοφιλελεύθερες δοξασίες) ήταν, αντί να μειωθεί η τιμή των προϊόντων σχετικά, ρίχνοντας την ισοτιμία τού ευρώ έναντι του δολλαρίου ή του γιεν, να μειωθεί απόλυτα, ρίχνοντας το κόστος παραγωγής τους.

Απαραίτητη παρένθεση. Βέβαια, η επιλογή τού Σόιμπλε δεν είναι και τόσο αθώα. Από την στιγμή που ο μεγαλύτερος όγκος των γερμανικών εξαγωγών κατευθύνεται στις χώρες τής Ευρωπαϊκής Ένωσης, οποιαδήποτε υποτίμηση του ευρώ δεν θα είχε αντίστοιχη ευνοϊκή επίπτωση στην Γερμανία. Αντίθετα, θα ευνοούσε όσες χώρες έχουν συναλλαγές κυρίως με χώρες εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης. Κλείνει η παρένθεση.

Κάποιοι θα σπεύσουν να ρίξουν ανάθεμα στον γερμανό υπουργό οικονομικών. Όπως κάνει π.χ. ο ΣυΡιζΑ, ο οποίος κατηγορεί την Γερμανία ότι επέλεξε νεοφιλεύθερη πολιτική αντί να ακολουθήσει την πολιτική τού Ομπάμα και να μειώσει την τιμή τού ευρώ. Λυπάμαι αλλά τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά.

Τί θα γινόταν σε περίπτωση που η Ευρωπαϊκή Ένωση αποφάσιζε να ακολουθήσει κι αυτή με την σειρά της μια πολιτική ποσοτικής χαλάρωσης; Θα φτήναινε το ευρώ, καμμιά αντίρρηση. Δηλαδή, θα ξαναβρίσκαμε μια ισορροπία γιεν/δολλαρίου/ευρώ σε κάποιο χαμηλώτερο επίπεδο. Και ποιό πρόβλημα θα είχαμε λύσει μετά απ’ όλο αυτό το παιχνίδι, αφού θα είχαμε επιστρέψει εκεί απ’ όπου ξεκινήσαμε; Ίσα-ίσα που θα είχαμε διογκώσει το ίδιο πρόβλημα στις αναδυόμενες οικονομίες των BRICS (Βραζιλία, Ρωσσία, Ινδία, Κορέα, Νότιος Αφρική), οι οποίες βλέπουν ήδη τις εξαγωγές τους να αντιμετωπίζουν πρόβλημα και τα σύννεφα της ύφεσης να πλησιάζουν απειλητικά.

Όταν μιλάμε για καπιταλισμό, δεν πρέπει να ξεχνάμε δυο βασικά δεδομένα: την μεγιστοποίηση των κερδών και τις ενδοκαπιταλιστικές αντιθέσεις (οι οποίες, βεβαίως, δημιουργούνται χάρη στην τάση κάθε κεφαλαιούχου να μεγιστοποιήσει τα δικά του κέρδη εις βάρος των υπολοίπων). Υπ’ αυτή την έννοια, οι προσπάθειες που καταβάλλουν η Ευρωπαϊκή Ένωση (κατά κύριο λόγο) και οι BRICS στις συνόδους των G-20 να πείσουν τις ΗΠΑ και την Ιαπωνία να αλλάξουν δημοσιονομική πολιτική (εγκαταλείποντας την ποσοτική χαλάρωση και ενστερνιζόμενες την αυστηρή λιτότητα) δεν έχει νόημα. Η οποιαδήποτε ισορροπία επιτευχθεί σε μια τέτοια περίπτωση είναι ιστορικά αποδεδειγμένο ότι δεν πρόκειται να αντέξει.

Πηγή : cogito ergo sum