government

ΤΟΥ Γ. ΜΕΡΙΖΙΩΤΗ

 Η σύγχρονη αστική δημοκρατία είναι μια τυπική αστική επίκληση των ατομικών δικαιωμάτων και του κράτους δικαίου. Οι πολιτικές κάστες εκφραστέςαυτής της δημοκρατίας στην πραγματικότητα από την μια προωθούν την λεγόμενη συμμετοχή στα κοινά που εξαντλείται στην άσκηση του εκλογικού δικαιώματος και από την άλλη προωθούν την παραίτηση από τα κοινά με την επαγγελματοποίηση, κομματικοποίηση της πολιτικής ζωής, ενώ το λεγόμενο πλειοψηφικό σύστημα που διατυμπανίζουν καταρρέει από την μη αθρόα προσέλευση των ψηφοφόρων στις εκλογές. Φυσικά δεν τους απασχολεί να κυβερνούν μειοψηφικά αρκεί να μην υπάρξει κυβερνητικό κενό,παράλληλα διαλύουν τον κοινωνικό ιστό και εξατομικεύουν τα πρόσωπα προωθώντας από τη μία την ιδιώτευση – ο σώζων εαυτό σωθήτω καιαπό την άλλητη μαζικοποίηση.Μαζικοποίηση μέσα από τους μηχανισμούς ελέγχου της γνώμης,της συνείδησης και συμπεριφοράς, από τα μαζικά μέσα ενημέρωσης. Μέσα που έχουν μετατραπεί σε τεράστιες μηχανές συμφερόντων οικονομικής – πολιτικής δύναμης (θυμίζοντας τηνδύναμη της προπαγάνδας που είχαν και έχουνοι εκκλησίες), προπαγάνδας και πλύσης εγκεφάλου.

Μαζικά μέσα που προωθούν την διαιώνιση και επέκταση της κυριαρχίας κεφαλαίου και κράτους, με σχέση συγκοινωνούντων δοχείων,μεταξύ αυτώνκαι των πολιτικών ελίτ, διαστρεβλώνοντας και διαπλάθοντας την ελεύθερη βούληση και την κριτική σκέψη των οικονομικά εκμεταλλευόμενων και πολιτικά καταπιεζομένων ανθρώπων. Ενώ έχουν παράλληλα φτάσει στο σημείο να κατασκευάζουν και αυτή την ίδια την πραγματικότητα.

Η κοινωνικότητα του καπιταλισμού και η έννοια του πολίτη δενσυνιστούν κοινωνία των πολιτών, αλλά, πληθυσμιακή συσσώρευση ιδιωτών–υπηκόων, οπαδών, ψηφοφόρων, καταναλωτών με υπέρτατο δικαίωμα, το δικαίωμα στην ιδιοκτησία και την κατανάλωση, είναι η «κοινωνία» των ιδιωτών (αρρώστων) με χίλια δυο αντικρουόμενα ιδιωτικά-ατομικά συμφέροντα που ιεραρχούνται, διαμορφώνονται και διαχειρίζονται από τις εκάστοτε πολιτικέςελίτ. Έτσι, η ελευθερία ταυτίζεται με τηνοικονομία της αγοράς και τη συσ-σώρευσητου κέρδους.

Η ελευθερία είναι η αγορά, όχι των ιδεών και του πράττειν, αλλά αφενόςτης κατανάλωσης και της διακίνησης εμπορευμάτων, και αφετέρου του επιχειρείν των μεγαλοϊδιοκτητών της γης, των μέσων παραγωγής , των υπηρεσιών, του θεάματος – ακροάματος και των άυλων κεφαλαίων.

Το καθεστώς της διαρκούς απειλής που επιβάλουν οι κυρίαρχες τεχνογραφειοκρατικές,στρατοκρατικές και πολιτικές ελίτ, με κύριες την Αμερικανική και την Ευρωπαϊκή, γιατην αναδιανομή του κοινωνικού πλούτου,έλεγχο των πλουτοπαραγωγικών πηγών και των διατροφικών αναγκών σε παγκόσμια κλίμακα προς όφελος δικό τους και των εργοδοτών τους, στο σύνολο της καταπιεσμένης-εκμεταλλευόμενηςανθρωπότητας είτε στις λεγόμενες οικονομικά ανεπτυγμένες κοινωνίες, είτε στις υπό ανάπτυξη, έχει σαν συνέπεια ναδιογκώνει ακόμα περισσότερο τις κοινωνικές ανισότητες και να αυξάνει τόσο τη σχετική, όσο και την πραγματική φτώχια.

Το χάσμα μεταξύ πλουσίων και φτωχών, τόσο μεταξύ των ανθρώπων όσο και μεταξύ των χωρών, μεγαλώνει ακόμα περισσότερο, φτάνοντας για πρώτη φορά στην ιστορία της ανθρωπότητας σε τέτοια ύψη. Τοφυσικό περιβάλλον βρίσκεται σε πλήρη διαταραχή και οιοικολογικές ισορροπίες καταρρέουν στο βωμό της απληστίας των ολιγαρχιών για κέρδος καικυριαρχία, κάνοντας επισφαλή την διαβίωση σε πολλά μέρη στον πλανήτη, όχι μόνο των ανθρώπων αλλά και των υπόλοιπων έμβιων όντων.

Οι κυρίαρχες ελίτ προσπαθούνναδιατηρήσουν, να ελέγξουνκαι να διαιωνίσουν αυτή την κατάσταση μέσω της στρατηγικής της λειτουργικής και ιδεολογικής τρομοκράτησης των εκμεταλλευομένων τάξεων και μέσα από το δίπτυχο «ασφάλεια θεσμική – ανάπτυξη οικονομική»(ηελεύθερηοικονομία της αγοράς είναι μονόδρομος και το δημοκρατικό πολίτευμα είναι το καλύτερο δυνατό), ενώ μέσω της στρατηγικής του φόβου και της ανασφάλειας, αποσκοπούν στη συναίνεση για τον συλλογικό κοινωνικό έλεγχο και μέσω της καλλιέργειας της συλλογικής ευθύνης και ενοχής, π.χ.όλοι φταίμε για την οικονομικοί κρίση,ηόλοι φταίμε για το περιβαλλοντική κρίση, προωθούν τον πράσινο καπιταλισμό, τον οικοκαπιταλισμό.

«…Ο νεοφιλελευθερισμός υποστηρίζεται, ότι έκτος από ιδεολογία ή οικονομική πολιτική είναι πρώτα απ’ όλα και κυρίως, ένας τύπος κυβερνητικής ορθολογικότητας. Ο Φουκό, ορίζει την κυβερνητική ορθολογικότητα ως μια κανονιστική λογική που διέπει τη δραστηριότητα της διακυβέρνησης, με τη έννοια όχι μόνο της άμεσης αλλά και της έμμεσης καθοδήγησης των ανθρώπων, έτσι ώστε αυτοί να οδηγούνται και να συμπεριφέρονται με έναν ορισμένο τρόπο.

Η «ορθολογικότητα» αυτή δεν εφαρμόζεται με την άσκηση ενός άμεσου αλλά περισσότερο ενός έμμεσου (συγκαλυμμένου) καταναγκασμού, μιας καταπίεσης. Από αυτή την άποψη, η κριτική ενάντια στον νεοφιλελευθερισμό δεν θα ‘πρεπε να περιορίζεται μόνο στο πεδίο της οικονομικής πολιτικής (ιδιωτικοποιήσεις, η απορρύθμιση εργασιακών σχέσεων) ούτε σε ένα ορισμένα σύνολο θεωρητικών ιδεών (Φρίντμαν, Χάγεκ) ούτε στους πολιτικούς που στράφηκαν σε αυτόν στα τέλη της δεκαετίας του 1970 (Ρέιγκαν, Θάτσερ κλπ).

Η νεοφιλελεύθερη «ορθολογικότητα» έχει μιαν ευρύτερη εμβέλεια και μπορεί να προωθείται ακόμα και από κυβερνήσεις που αναφέρονται στην αριστερά. Αυτό που ορίζει τη νεοφιλελεύθερη ορθολογικότητα είναι το ότι οδηγεί τα υποκείμενα να δρουν με βάση το υπόδειγμα του ανταγωνισμού. Ο νεοφιλελευθερισμός οδηγεί τα άτομα να προσπαθούν να μεγιστοποιηθούν την ικανοποίηση των συμφερόντων τους, παραμερίζοντας κάθε ηθική αναστολή.

Στο ίδιο μότο διαπλάθεται και το «νεοφιλελεύθερο υποκείμενο» με την παρόξυνση του ανταγωνισμού μεταξύ των ατόμων (πόλεμος όλων εναντίων όλων), με τις τεχνικές αξιολόγησης, με την ενθάρρυνση του ιδιωτικού δανεισμού, με την παρακίνηση να μετατραπούν τα υποκείμενα σε «ανθρώπινο κεφάλαιο», μέσω της καταναλωτικής ζήτησης. Το άτομο πλέον πρέπει να φροντίζει να συσσωρεύει, να επιδιώκει την επιτυχία, ενώ ταυτόχρονα είναι υπεύθυνο (και επομένως ένοχο), για την ενδεχόμενη αποτυχία του. Το νεοφιλελεύθερο υποκείμενο συγχέει την ελευθερία και την αυτονομία με τον ανταγωνισμό.

Επιχειρώντας να μεγιστοποιήσει με κάθε τίμημα την απόδοση του ατόμου σε όλα τα πεδία, ο νεοφιλελευθερισμός καταλήγει να αναγορεύει σε κανόνα την έλλειψη κάθε περιορισμού. Αυτή η έλλειψη περιορισμού συγκαλύπτει όμως το γεγονός ότι στην πραγματικότητα, υπάρχει ένα όριο στην επιθυμία και αυτό το όριο το καθορίζουν το κεφάλαιο και η επιχείρηση. Οι συντηρητικοί και οι θιασώτες του «εκσυγχρονισμού» βλέπουν στο νεοφιλελεύθερο υποκείμενο ένα ον απε-λευθερωμένο από όλες τις αλυσίδες του. Αλλά η έλλειψη κάθε περιορισμού, που υπόσχεται ο νεοφιλελευθερισμός, δεν έχει καμιά σχέση με την πραγματική ελευθερία. Ο μηχανισμός της «απόδοσης – απόλαυσης», που καθιερώνει ο νεοφιλελευθερισμός, είναι ένα σύστημα που λειτουργεί σαν ψευδαίσθηση της ελευθερίας του ατόμου, γιατί παραμένει στην ουσία ένας τρόπος κοινωνικής χειραγώγησης και πειθάρχησης ….»

«… Ο φιλελευθερισμός, είναι εξαιρετικά αναγκαίος στον καπιταλισμό των τραστ, των καρτέλ, των πολυεθνικών του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου αλλά και στο κράτος πρόνοιας. Τα αμερικάνικα λεγόμενα και φιλελεύθερα, προοδευτικά, ανθρωπι­στικά ιδρύματα (π.χ. Φορντ, Ροκφέλερ, Κάρνεγκυ κλπ) ιδρύθηκαν, ελέγ­χονται και χρηματοδοτούνται από τις ομάδες συμφερόντων των μεγαλύτερων πολυεθνικών εταιρειών.

Σε μια εποχή κοινωνικού αναβρα­σμού, η κυρίαρχη τάξη χρειάζεται ένα σοσιαλ – φιλελεύθερο κίνημα το οποίο να μπορεί να λειτουργεί ως ασφαλιστική δικλείδα στην μαζική δυσαρέσκεια και μ’ αυτόν τον τρόπο, να αποτρέπει τους ανθρώπους να στραφούν προς μια αποτελεσματική κοινωνική αντίδραση (εδώ αυτό το ρόλο τον παίζουν καλύτερα οι σοσιαλφιλελεύθεροι, σοσιαλδημοκράτες γιατί μπορούν να δημιουργούν ευρύτερες κοινωνικές συναινέσεις). Όσο περισσότερο εδραιώνονται τα καρτέλ, οι πολυεθνικές και το χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο, τόσο περισσότερη νεοφιλελεύθερη-μεταρρυθμιστική ρητορική υιοθετούν τα κόμ­ματα εξουσίας. Έτσι, το σύγχρονο κράτος διατηρεί υπό τον έλεγχό του την εσωτερική αμφισβήτηση, αναπτύσσοντας και θεσμοποιώντας το εμπόρευμα των πολιτικών μανδαρίνων, τον νέο αυταρχι­σμό, δηλαδή την μεθοδευμένη γενίκευση της κοινωνίας του ελέγχου.

Ο ΠΟΛΕΜΟΣ ΤΩΝ ΟΡΙΣΜΩΝ

Θα χρειαζόταν τόμος για να συγκεντρωθούν τα άρθρα και τα σχόλια από τους δημοσιογράφους- παπαγαλάκια του νέου κυβερνητισμού, “αντιεξουσιαστικού”, όπως ονομάστηκε από την σοσιαλφιλελεύθερη ελίτ του ΠΑΣΟΚ. Παραθέτουμε ένα μικρό απόσπασμα από το φερέφωνο του συγκροτήματος (πολιτικών και οικονομικών συμφερόντων) Λαμπράκη, τα «Νέα»:

“… Ο Πρωθυπουργός είναι ο πομπός των οδηγητικών ιδεών και του προγραμματικού λόγου. Έχει επίσης απόλυτη εξουσία επί των στελεχών του. Ευνοϊκός παράγοντας για τη λειτουργία του συστήματος είναι ότι σε αντίθεση με τον κ. Καραμανλή, ο Γιώργος Παπανδρέου έχει δικές του «έμμονες ιδέες» που διαμορφώνουν κατεύθυνση: διεθνιστική ματιά, αυθεντική οικολογική και ελευθεριακή κουλτούρα, πηγαία ανθρωπιστική προσέγγιση, επιμονή στις διαβουλευτικές διαδικασίες χωρίς όμως να απεμπολεί στο ελάχιστο το δικό του «ηγετικό δικαίωμα»…”

Η διαστρέβλωση των εννοιών και του λόγου είναι μια πολύ παλιά τακτική των διανοούμενων απολογητών των κυρίαρχων τάξεων για να θολώνουν τα νερά και να προκαλούν σύγχυση στους κυριαρχούμενους. Ο Ράουτερ παρατηρούσε από την δεκαετία του 60 κιόλας στο “Η Κατασκευή Υπηκόων” ότι: “όσο ασαφέστερα εκφράζεται κανείς, τόσο περισσότερο μένει κρυμμένο το ψέμα που υπάρχει στον λόγο του…”.

Αλλά δεν είναι μόνο το ψέμα που προκύπτει από την αποσύνθεση των εννοιών που προάγουν αναπαράγουν οι απολογητές (θεραπαινίδες) του συστήματος, είναι ο πόλεμος για τη διατήρηση του στάτους της κυριαρχίας, εδώ πολύ σωστά παρατηρεί ο Τόμας Σαζ στο «Ο Πόλεμος των Ορισμών» ότι:

«… Ο πόλεμος για τον έλεγχο του κόσμου είναι πόλεμος ορισμών… Ο αγώνας καθορισμού και ελέγχου των νοημάτων είναι αγώνας για επιβίωση… αυτός που πρώτος θα ορίσει το νόημα μιας κατάστασης, επιβάλλει στον άλλον την δική του πραγματικότητα και τον ορίζει, είναι ο νικητής… έτσι κυριαρχεί κι επιβιώνει. Εκείνος που ετεροκαθορίζεται, υποτάσσεται και ίσως ακόμα καιεξοντώνεται…»

Το φιλελεύθερο “δικαιακό κράτος” του ΠΑΣΟΚ

“… Το κράτος, μαζί με την ενίοτε συμβολική ενοχοποίηση κάποιων ατόμων από τους κόλπους των μελών της κυρίαρχης τάξης, επιδιώκει να προλάβει την εναντίωση προς την κυρίαρχη τάξη μέσω γραφειο­κρατικών ρυθμίσεων, δηλαδή μέσω νέων νόμων χωρίς ποινικές κυρώσεις. Η αντιμονοπωλιακή νομοθεσία, η νομοθεσία κατά της μόλυνσης, η βιομηχανική νομοθεσία, η νομοθεσία που αφορά την ασφάλεια των προϊόντων, όπως και οι νόμοι που προστατεύουν τους καταναλωτές, είναι παραδείγματα στα οποία το χάσμα μεταξύ του νόμου και της επιβολής του, είναι αβυσσαλέο. Η επιλεκτική επι­βολή προασπίζει τις αξιώσεις για μια επιλεκτική νομοθεσία η οποία, με την σειρά της, προκαλεί μεγαλύτερη συνειδητοποίηση της αδικίας εκ μέρους του κοινού.

Αν η επιβολή είναι ανεπαρκής, το κράτος μπορεί να επιχειρηματολογήσει υπέρ περισσότερων κρατικών φορέων επιβολής, που διευρύνουν το κράτος και αυξάνουν την ικα­νότητα προάσπισής του.

Αυτό το μοντέλο αυτοδημιουργίας αντιστοιχεί στην πίστη ότι οι ανισότητες και οι αδικίες μπορούν να λυθούν ή να διορθωθούν από την νομοθεσία, από εξεταστικές επιτροπές που οδηγούν σε νέα νομοθεσία, ή από νεοδημιούργητες κρατικές γραφειοκρατίες. Κατά ειρωνικό τρόπο, η μη εγκυρότητα αυτού του μοντέλου οδηγεί το δόγμα/θεσμό, δηλ. το εθνικό κράτος ή τον εθνικισμό, σε σύγκρουση με το δόγμα/θεσμό, δηλ. τον καπιταλισμό ή την ατομική ιδιοκτησία. Η πρόσφατη ανάπτυξη των διεθνών εταιρειών διακυβεύει τα εθνικά συμφέροντα κάθε κράτους. Ως εκ τούτου, νέα θεσμικά πρότυπα και δόγματα πρέπει να προκύψουν από αυτήν την σύγκρουση. Αυτό γίνεται φανερό από τις ανισότητες στην κατανομή των τροφίμων και της ενέργειας μεταξύ των λαών της γης.

Η σύγκρουση μεταξύ εθνι­κού κράτους και κεφαλαίου θέτει το ερώτημα αν ενδείκνυται η εθνική, η ιδιωτική ή η ανθρώπινη «ιδιοκτησία» των φυσικών πόρων (πετρέλαιο, κλίμα). Θέτει το ερώτημα αν είναι απαραίτητος για την συνέχιση της ύπαρξης της ζωής ο εθνικός, ο ιδιωτικός ή ο ανθρώπι­νος κατανεμητικός έλεγχος. Θέτει υπό αμφισβήτηση και ρίχνει το γάντι στον «εθνικισμό» και την «ατομική ιδιοκτησία» ως δόγ­ματα/θεσμούς. Θα συνεχίσει η ασυλία από κρατικές ποινικές κυρώ­σεις να προστατεύει τους καπιταλιστές των διεθνών ή ακόμη και των εθνικών εταιρειών; Θα συνεχίσει το κράτος, μέσω του μιλιταρισμού του, να προστατεύει την ιδιωτική απομύζηση, την εκμετάλλευση και τις αγορές στις διεθνείς ή στις εθνικές αποικίες; Μπορούν αυτοί, οι οποίοι μέσω της μονοπώλησης ελέγχουν την οικονομική εξουσία και την εξουσία καταναγκασμού, να συνεχίσουν να έχουν ασυλία από ποινικές κυρώσεις;

Προς το παρόν, το κράτος απαλλάσσει τον εαυτό του από την ευθύνη για τα κοινωνικά κακά που το ίδιο προκαλεί. Επειδή το κρά­τος είναι αυτό που ορίζει το έγκλημα, αυτό που επιβάλλει τις ποινικές κυρώσεις και αυτό που διαχειρίζεται τα κοινά, τα κακά που προκαλεί είναι πέρα από κάθε ενοχοποίηση. Δεν ευθύνεται για τα εγκλήματα που διαπράττονται από τα άτομα. Η αντεκδίκησή του, οι ποινικές κυρώσεις, επιβάλλονται σ’ αυτούς που υπόκεινται σε ενοχοποίηση χωρίς να απολαμβάνουν ατιμωρησίας. Η συμπεριφορά των υπηκόων του, των εχθρών του, ντόπιων και ξένων, μπορεί να χαρακτηριστεί ως έγκλημα. Εν συνεχεία, το κράτος που εφευρίσκει το έγκλημα, εξαιρεί τον εαυτό του. Οι δικές του πράξεις είναι δικαιολογημένες, μη υποκείμενες σε ποινική κύρωση. Τα κακά που αυτό προκαλεί χαρακτηρίζονται ως αποδεκτά, ως «μη κακά».

Όπως ποικίλλει η μορφή του κράτους, ποικίλλει και η έννοια του ποινικού νόμου, του εγκλήματος και της ποινικής κύρωσης. Οι καπι­ταλιστικές, φασιστικές και κομματικές δικτατορίες και τα κράτη-πρόνοιας επεκτείνουν, περιορίζουν, δημιουργούν και προωθούν το δικό τους ιδιαίτερο είδος εγκλήματος και ποινικής κύρωσης, ό,τι ται­ριάζει δηλαδή, στις περί παραγωγής μυθολογίες τους. Ανεξαρτήτως μορφής, το κράτος επιδιώκει να μονοπωλεί την συνείδηση και την κοινωνική ζωή προς το συμφέρον την ολιγαρχίας, καθώς επίσης και να διατηρεί την ηγεμονία, την ιεραρχία και την εξουσία. Γι’ αυτό ποινικοποιεί ιδέες, θεσμούς, κοινωνικές δραστηριότητες και αυτούς που τις αναπτύσσουν, όταν αυτοί αποτελούν οργανωμένη απειλή αποκαλύψεων ή αντεκδίκησης ενάντια στο κράτος.

Οι ιδέες περί ατόμου και περί συλλογικής ευθύνης χειραγωγούνται ώστε να αντιστοιχούν στην ιδιαίτερη ιδεολογική κρατική μορφή τους και να βοηθούν στην διατήρησή της (π.χ. καπιταλιστικής, φασιστικής, κομ­μουνιστικής ή κομματικής δικτατορίας). Οι ιδέες της εξουσίας και της ιεραρχίας προστατεύονται επιμελώς ως βασικές για την ιδέα του κράτους. Η διαφοροποίηση εγκλήματος και «τιμωρίας» κατασκευά­ζεται και μυθοποιείται, έτσι ώστε να συγκαλύπτει τα συμφέροντα, την εξουσία και την κυριαρχία των λίγων …”

«…. Ένας διάχυτος αντιεξουσιασμός, όχι με την επαναστατική έννοια, αλλά με την έννοια της έμπρακτης αμφισβήτησης από τον κόσμο της κοινωνικής βάσης του πολιτικού συστήματος, έκανε και τον ηγέτη του ΠΑΣΟΚ και ηγέτη της σοσιαλιστικής διεθνούς να υιοθετήσει μια “αντιεξουσιαστική” ρητορική. Εμείς δεν τσιμπάμε από αυτή τη ρητορική γιατί γνωρίζουμε καλά και την προηγούμενη περίοδο των σοσιαλιστών στην Ελλάδα (και τον ιστορικό ρόλο της σοσιαλδημοκρατίας παγκοσμίως – αναφορικά με το κοινωνικό ταξικό ζήτημα). Στην Ελλάδα, όπου με τον λεγόμενο « τρίτο δρόμο του σοσιαλισμού», άλωσαν τις ιδέες της αριστεράς και κυρίως της αυτονομίας.

Ο ¨αντιεξουσιαστικός” κυβερνητισμός του ΠΑΣΟΚ κινείται μέσα στα όρια της δημοσιονομικής κατάρρευσης, και δεν έχει άλλο δρόμο να ακολουθήσει παρά το κλασικό δίπτυχο: ασφάλεια θεσμική – ανάπτυξη οικονομική…»

 

Η ΕΝΟΤΗΤΑ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΗΣ ΣΥΝΘΗΚΕΣ

Η ΕΝΟΤΗΤΑ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΙΣ ΣΥΝΘΗΚΕΣ

8.

Εκείνο που είναι ενδιαφέρον, στην προκειμένη σημερινή περίπτωση, είναι οι νέες καταστάσεις που προβάλλουν στο προσκήνιο – παράλληλα με τα παλιά προβλήματα – στο μέτρο που γίνονται πια ολοφάνερες στα μάτια χιλιάδων προλετάριων της σημερινής εποχής ορισμένες καταστάσεις: λογουχάρη, ο αποκλεισμός των εφικτών λύσεων μέσα στη αστική καπιταλιστική κοινωνία, η πλήρης αποτυχία του σοβιετικού « σοσιαλιστικού » μοντέλου

– από την άποψη των δεδηλωμένων του στόχων-, η συμπαιγνία ανάμεσα στη σοσιαλδημοκρατία, τον “προωθημένο φιλελευθερισμό” και μια ορισμένη λανθάνουσα φασιστικοποίηση ρατσιστικοποίηση της κοινωνίας, αναγκάζουν ένα ποσοστό του προλεταριάτου των πόλεων (ιδιαίτερα των νέων) και ορισμένα στρώματα των μισθωτών να αντιμετωπίσουν συνολικά το σύστημα (τηρουμένων των ιστορικών αναλογιών), όπως έκανε και το βιομηχανικό προλεταριάτο των πόλεων στο τέλος του δέκατου ένατου αιώνα.

Αν σήμερα σπρώχνονται εκατοντάδες χιλιάδες καταπιεσμένοι και εκμεταλλευόμενοι άνθρωποι στο να διεκδικούν αυτό που ήδη υπάρχει και στον κρετινισμό του κοινοβουλευτισμού, αύριο θα καταλάβουν ότι αυτό το σύστημα δεν επιδέχεται βελτίωση προς το ανθρωπινότερο ούτε καν μεταρρύθμιση, γιατί η αξιακή του αναγωγή βασίζεται στο « παν μέτρο χρήμα » το κέρδος και η κυριαρχία .

Με αυτήν ακριβώς την έννοια, ανακαλύπτουμε πάλι ορισμένες κριτικές και δράσεις ενάντια στο συνδικαλιστικό οικονομισμό (τραίηντ-γιούνιονς) και κορπορατιβισμό, κριτικές ενάντια στις δομές κυριαρχίας, στην οικογένεια και την καθημερινή ζωή. Επιπλέον, ορισμένες μορφές αγώνα που κατατείνουν να αυτονομηθούν και να αυτοοργανωθούν έξω από το κατεστημένο συστημικό συνδικαλιστικό πλαίσιο, όπως και αρκετοί κοινωνικοί αγώνες έξω από την πολιτική διαμεσολάβηση, αλλά και το σαμποτάζ και ορισμένες μορφές άμυνας, περισσότερο ή λιγότερο παράνομες, ξαναβγαίνουν στην επιφάνεια.

Ενώ έχουμε απομακρυνθεί πολύ από την εποχή της βιομηχανικής αστικής πρωτοσυσσώρευσης κεφαλαίου και την προβληματική της, στην πραγματικότητα όμως δεν την εγκαταλείψαμε ποτέ, γιατί αυτό που έχει σημασία είναι ότι το προλεταριάτο, στον εμπειρικό προσδιορισμό του, από τη μια δεν είχε εκληφθεί μόνο σαν οι χειρώνακτες εργαζόμενοι, οι παραγωγοί, αλλά προπάντων σαν η δυνατή ελευθερία. Από την άλλη οριζόταν αρνητικά για να τονιστεί ότι αποτελεί το αντίθετο της αστικής τάξης. Μέσα σε μια κατάσταση όπου η μεγάλη τάση του σύγχρονου κόσμου είναι – για πρώτη φορά σε τέτοιο μέγεθος στην ιστορία – η πολιτική πόλωση της κοινωνίας σε δύο τάξεις, η αστική τάξη έχει στην κατοχή της τα μέσα παραγωγής και απολαμβάνει από αυτά, ενώ το προλεταριάτο ούτε τα έχει στην κατοχή του, ούτε απολαμβάνει τίποτα. Προτιμούμε να λέμε «έχει στην κατοχή της» και όχι «είναι ιδιοκτήτρια», για να κάνουμε πιο φανερό ότι η νομική ιδιοκτησία είναι ένα ιδεολογικό εποικοδόμημα που μπορεί να αντικατασταθεί από ένα άλλο. Για παράδειγμα με τη συλλογική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής από τη κομματική – κρατική γραφειοκρατία.

Ο καπιταλισμός στην πραγματικότητα δεν έλισσε – λύνει κανένα πρόβλημα. Αντίθετα, τα διαπλέκει, τα εντείνει και το κυριότερο τα μεταθέτει στο χρόνο. Ούτε τα ζητήματα της φτώχιας διευθετεί. Αυξάνει τόσο την σχετική όσο και την πραγματική φτώχια, εν μέσω αφθονίας -εδώ να σημειώσουμε ότι είναι πράξη ελευθερίας το να επιλέξεις να ζεις λιτά, αντίθετα όταν σου το επιβάλλουν είναι πράξη καταναγκασμού- ούτε τα νέα ζητήματα ελευθερίας, ούτε τα οικολογικά προβλήματα που διογκώνονται και προσπαθούν να μας πείσουν οι ελίτ ότι είμαστε όλοι συνυπεύθυνοι. Για να επανέλθουμε στο θέμα μας, τα ζητήματα ποιότητας ζωής, και το οικολογικό – κλιματικό πρόβλημα είναι άμεσα συνδεμένα με τα κοινωνικά και ταξικά ζητήματα.

Από αυτή την πλευρά, οι υπάλληλοι, οι τεχνικοί, οι μαθητές και οι λούμπεν (τα κατώτερα στρώματα του συστήματος), έχουν πάνω κάτω την ίδια αντιληπτική στάση, είναι διαθέσιμοι όπως και οι εργάτες, βιώνουν της ίδιες συνθήκες.   Η ενότητα των «λούμπεν» και των «μηχανικών», η σύγχρονη περιθωριακότητα «των φοιτητών χωρίς διπλώματα και των πτυχιούχων χωρίς δουλειά», οι περιθωριοποιημένοι μικρό συνταξιούχοι, οι προλεταριοποιημένοι μικροί αγρότες, ακόμα και οι μετανάστες μπορεί να βρεθούν, να συναντηθούν και να είναι κάποια στιγμή διαθέσιμοι για ρήξη με το σύστημα.

ΣΑΝ ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Σ΄αυτή την παρέμβαση σκόπιμα δεν αναφέρομαι στην παρούσα συγκυρία που απορρέει από την οικονομική κρίση, τις επιπτώσεις από τις παρεμβάσεις της eurogroup και του ΔΝΤ, όπως επίσης και στις καταστατικές μεθοδεύσεις της κυβέρνησης, την τρομο-υστερία και την τρομολαγνεία των ΜΜΕ. Είναι και τα δύο ζητήματα πάρα πολύ σοβαρά με τα οποία έχουν καταπιαστεί και παρέμβει διάφοροι σύντροφοι και αριστεροί συναγωνιστές.

Από τη μεριά μου θέλω να πω το εξής: οι αναρχικοί, μια μικρή αλλά ζωηρή, μειοψηφία μέσα στην ελληνική κοινωνία, σίγουρα δεν αποτελούν άμεσο κίνδυνο για το σύστημα. Χωρίς να είμαι αιθεροβάμονας (έφοδο στους ουρανούς, κτλ), είμαι της άποψης ότι αυτό που μπορεί να αποτελέσει εκρηκτικό μίγμα και σοβαρό πρόβλημα για το σύστημα είναι η συνάντηση των αναρχικών ριζοσπαστικών ιδεών με τη δυσαρέσκεια της κοινωνικής βάσης και ιδιαίτερα των νέων, που αποτελούν και από τη φύση τους το πιο ανήσυχο και ευαίσθητο κομμάτι ενάντια στις κοινωνικές αδικίες. Αν επιλέξουν οι αναρχικοί να δώσουν μάχες χαρακωμάτων –κάτι που επιδιώκει το κράτος- θα αυτοπαγιδευτούν σε μια διαδικασία εσωστρέφειας και περιχαράκωσης. Αυτό δε σημαίνει ότι οι αγώνες ενάντια στην κρατική καταστολή και την αλληλεγγύη δεν είναι σημαντικοί, αλλά πρέπει να ξεφύγουν από τον χαρακτήρα διαμαρτυρίας που έχουν κάποιες φορές και να συνδεθούν με προταγματικές αντισυστημικές προσεγγίσεις και ρήξεις.

* Αυτά τα κείμενα, ως προσχέδιο μπροσούρας, με τίτλο

« ΟΑΝΤΙΕΞΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟΣ ΚΥΒΕΡΝΗΤΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΠΑΣΟΚ ΚΑΙ ΟΙ ΑΝΑΡΧΙΚΟΙ » πρωτοδημοσιεύτηκαν στο indymedia και γενικότερα στο διαδίκτυο (Τρίτη, 3/10/2009), λίγο μετά το πρώτο υπουργικό συμβούλιο της κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ που είδαμε όλοι απευθείας από την τηλεόραση.

https://athens.indymedia.org/front.php3?lang=el&article_id=1100160

Διαβάστε περισσότερα εδώ:http://eleftheriakos.blogspot.com/

 

ΕΝΑ ΧΑΣΤΟΥΚΙ ΣΤΗΝ ΛΕΓΟΜΕΝΗ ΝΕΟΤΕΡΙΚΟΤΗΤΑ

( ή πόσο πρωτόγονη είναι η αστική δημοκρατία)

Ι.

Το καθεστώς της διαρκούς απειλής αμετάβλητο μέσα στον χωροχρόνο της κυριαρχίας – ιεραρχίας, στην σύγχρονη αστική του έκδοση αποκτά νέα σημασία ειδικά στη σημερινή λεγόμενη δημοκρατική περίοδο, και το σύγχρονο κράτος. Το οποίο δεν έχει χάσει τίποτε από την αρχέτυπη μορφή του. Νέες σύγχρονες συσκευασίες ήρθαν να επικαλύψουν την γύμνια της κυριαρχίας. Το κράτος πρόνοιας, στην ουσία δεν είναι τίποτα άλλο από έναν ταξικό συμβιβασμό που συμφωνήθηκε μεταξύ των αφεντικών και των διαχειριστών της εργατικής τάξης. Ενώ το δικαιακό κράτος, δεν είναι παρά η φαντασίωση που επιβάλλεται από τις άρχουσες ελίτ αποσπώντας την προσοχή από την πραγματικότητα. Πόσο πραγματική είναι στ΄ αλήθεια η ισονομία και η ισοπολιτεία, σ΄ ένα καθεστώς οικονομικής και κοινωνικής ανισότητας; Νέα επιφωνήματα ήρθαν να αντικαταστήσουν τα παλιά, όπως διοίκηση ανθρώπινου δυναμικού και διαχείριση ανθρώπινων πόρων. Οι άνθρωποι μεταβάλλονται σε πόρους, η έμβια ζωή σε φυτικό και ζωικό κεφάλαιο, ενώ ο ατμοσφαιρικός αέρας και η ποιότητά του είναι ανταλλάξιμο προϊόν!

Παρακολουθώ με ενδιαφέρον τις σκέψεις και τα επιχειρήματα μερικών αναρχικών ημιμαθών «αναφορικά με την αναρχική θεώρηση», όταν αναγάγουν το ελάσσων σε μείζον. Όταν φερ΄ειπείν η «κατάσταση έκτακτης ανάγκης» ή «η κατάσταση εξαίρεσης» από ελάσσων και μαρξιστογενή αντίληψη γίνεται ήσσονος σημασίας στην αναρχική αντίληψη, λες και όταν δεν εφαρμόζεται η κατάσταση έκτακτης ανάγκης σταματάει ή ελαχιστοποιείται το καθεστώς διαρκούς απειλής που επιβάλλουν οι κυρίαρχες πολιτικοοικονομικές ελίτ πάνω στους κυριαρχούμενους.

Απέχουμε πολύ από το να έχουμε απομακρυνθεί από το βιβλικό αρχέτυπο «ο μη εργαζέτω, μη εστιέτω». Όπως και από την τιμωρία που περιμένει τους πιστούς αν τυχόν και αμαρτήσουν. Σ΄ αυτά τα αρχέτυπα βασίζεται και ο καπιταλισμός μέχρι σήμερα. Το καθεστώς της διαρκούς απειλής υφίσταται σαν «δαμόκλεια σπάθη» τιμωρίας ενάντια στους «από κάτω» και παρά τις μοντέρνες εκδοχές της κυριαρχίας (βλ. διάλογο και διαβούλευση) οι αποφάσεις και οι εντολές έρχονται πάντα από τα πάνω και αλίμονο σε αυτόν που δε θα υπακούσει και δεν προσαρμοστεί. Απειλείται κοινωνικά από το πανηγύρι της ευδαιμονίας και μετατρέπεται σε παρίας εν μέσω αφθονίας.

Ανεξάρτητα από τη μορφή που παίρνει η ταξική σύγκρουση μεταξύ κυρίαρχων και κυριαρχούμενων, στην πραγματικότητα δεν έπαψε ποτέ να υπάρχει, άλλοτε με σφοδρότητα και άλλοτε ηπιότερα, άλλοτε με μαζικότερα χαρακτηριστικά και άλλοτε σε ατομικό επίπεδο και σε λανθάνουσα μορφη. Το θέμα είναι από το πού και πώς στέκεσαι για να αναλύσεις μια κατάσταση. Και για να χρησιμοποιήσω το φαντασιακό (κατά Καστοριάδη): εμένα οι πρόγονοί μου ήταν κωπηλάτες σε ρωμαϊκή γαλέρα και όχι κάποιοι ξεπεσμένοι πρίγκηπες και είναι μέχρι σήμερα υποκείμενα της ιστορικότητας του καθεστώτος της διαρκούς απειλής – αντιπροσωπευτική δημοκρατία ονομάζεται στις μέρες μας. Και η ελευθερία που διατυμπανίζει είναι η ελευθερία της αγοράς και όχι των ανθρώπων.

ΙΙ.

«… Απορρίπτοντας, σε συμφωνία με τις έρευνες του Πιέρ Κλαστρ (μαθητή του Κλωντ Λεβί-Στρως), κάθε προσπάθεια να αποδοθεί η ανάδυση της κυριαρχίας μέσα στην ιστορία σε απλούς οικονομικούς παράγοντες, θέση που υποστηρίζεται τόσο από τη φιλελεύθερη όσο και από τη μαρξιστική σκέψη, ο Μπούκτσιν θεωρεί ότι η κυριαρχία του ανθρώπου πάνω στον άνθρωπο προηγήθηκε και αποτέλεσε τη βάση της κυριαρχίας του ανθρώπου πάνω στη φύση: «Δεν είναι η ανάγκη για πλεόνασμα υλικού πλούτου που δημιουργεί τις ιεραρχίες και τις κυρίαρχες τάξεις· αντιθέτως, είναι οι ιεραρχίες και οι κυρίαρχες τάξεις που δημιουργούν τα τεράστια πλεονάσματα του υλικού πλούτου». Η ιεραρχική διάκριση δεν δημιουργήθηκε απλώς από την ανάγκη να ξεπεραστεί το χαμηλό επίπεδο οικονομίας που χαρακτήριζε τις άγριες κοινωνίες: ήταν αντιθέτως «οι ιεραρχίες με βάση την ηλικία και το φύλο και οι ημιθρησκευτικές και ημιπολιτικές ανάγκες που δημιούργησαν την εξουσία και εκείνες τις υλικές σχέσεις που προκάλεσαν το σχηματισμό των τάξεων».

Η ανάδυση, μέσα στην εξέλιξη της ανθρώπινης κοινότητας, της ιεραρχίας, δηλαδή των «παραδοσιακών πολιτισμικών και ψυχολογικών συστημάτων της προσταγής και της υπακοής» (η κυριαρχία του ηλικιωμένου πάνω στο νέο, του άνδρα πάνω στη γυναίκα, μίας εθνικής ομάδας πάνω στην άλλη, της πόλης πάνω στην ύπαιθρο, του μυαλού πάνω στο σώμα, μιας επίπεδης εργαλειακής ορθολογικότητας πάνω στο πνεύμα, της κοινωνίας και της τεχνολογίας πάνω στη φύση) είναι λοιπόν προγενέστερη της διαίρεσης της κοινωνίας σε τάξεις και της συγκρότησης των κρατικών δομών.

Στην πραγματικότητα, η κυριαρχία εδραιώθηκε αρχικά πάνω στις βιολογικές διαφορές που υπήρχαν στις οργανικές κοινωνίες μεταξύ του άνδρα και της γυναίκας, μεταξύ των ηλικιωμένων και των νέων, καθώς και μεταξύ των εμβρυωδών μορφών επικοινωνίας με το θείο (οι Σαμάνοι) και της υπόλοι-πης κοινωνίας. Έτσι, διαμορφώθηκαν οι πρώτες κυρίαρχες κάστες, και αυτές οι κοινωνικές ομάδες εξέφρασαν, κατά την πρωτοϊστορία της ανθρωπότητας, την τριλογία της πρωταρχικής κυριαρχίας, που προοδευτικά, αργότερα, συγκροτήθηκε στις θεσμισμένες καταστάσεις του στρατού, του κράτους και του κλήρου. H προοδευτική παρακμή των αξιών και των πρακτικών της αλληλεγγύης των οργανικών κοινωνιών συμβάδισε με την αρχή εκείνου που, με μια ρουσωική έκφραση, ο Μπούκτσιν ονόμασε «μακρύ χειμώνα της κυριαρχίας και της καταπίεσης, που κοινώς είναι γνωστός ως πολιτισμός».

Η αποκρυστάλλωση της κυριαρχίας, συνεπώς, κατά τον Μπούκτσιν, δεν έλαβε χώρα μόνο στο υλικό επίπεδο, με τη γέννηση της πόλης, του κράτους, μιας εξουσιαστικής τεχνικής και μιας υψηλά οργανωμένης οικονομίας της αγοράς· η εδραίωση του μονοπωλίου της δύναμης «εκφράστηκε με την εμφάνιση ενός αισθήματος και ενός συνόλου καταπιεστικών αξιών, που οργάνωσαν ψυχολογικά ολόκληρο το βασίλειο της εμπειρίας, κατά μήκος των γραμμών της προσταγής και της υπακοής». Πρόκειται για αυτό που ο Αμερικάνος στοχαστής ονομάζει επιστημολογίες της κυριαρχίας, στις οποίες αφιερώνει κάποιες από τις καλύτερες σελίδες του πιο σημαντικού έργου του, Η Οικολογία της Ελευθερίας , που δεν είναι τυχαίο ότι φέρει τον υπότιτλο Ανάδυση και Αποσύνθεση της ιεραρχίας .

Από τη μια πλευρά, αυτές προώθησαν «την ανάπτυξη της κυριαρχίας και μιας εγωιστικής ηθικής στους κόλπους των κυρίαρχων ομάδων της κοινωνίας»· από την άλλη, «τροφοδότησαν τους κυριαρχούμενους με ένα ψυχικό μηχανισμό βασισμένο πάνω στην έννοια της ενοχής και της παραίτησης». Στην πραγματικότητα, το κράτος «δεν είναι απλά ένα σύνολο εξαναγκαστικών και γραφειοκρατικών θεσμών. Αποτελεί επίσης και μια διανοητική κατάσταση, μια ενσταλαγμένη νοοτροπία που διευθετεί την πραγματικότητα … Χωρίς ένα υψηλό βαθμό συνεργασίας των κατώτερων τάξεων της κοινωνίας, η εξουσία του θα εξαφανιζόταν».

Οι επιστημολογίες της κυριαρχίας έφτασαν στο αποκορύφωμά τους, σύμφωνα με τον Μπούκτσιν, κατά το τέλος του 15 ου αιώνα, όταν η εμφάνιση μιας νέας τάξης, της πρωτο-αστικής και εμπορικής, οδήγησε στη διάδοση των σαφώς αντι-αλληλέγγυων αξιών και μιας αυστηρά χρησιμοθηρικής αντίληψης για τη φύση. Έτσι, ο άνθρωπος ήταν «υποχρεωμένος» να καθυποτάξει τη φύση ως κυρίαρχος, προκειμένου να επιτύχει ένα υψηλό στάδιο προόδου και πολιτισμού…».

Πριν να είναι οικονομική, η αλλοτρίωση είναι πολιτική. Η εξουσία είναι πριν την εργασία, Η οικονομία είναι παράγωγο της πολιτικής. Η ανάδειξη του κράτους καθορίζει και την εμφάνιση των τάξεων». Στη Χαλδαία την Αίγυπτο, εδώ και πέντε χιλιάδες χρόνια, μαζί με το Κράτος, έκανε την εμφάνιση του το καθετί που ξέρουμε και σήμερα: η σύγχρονη πόλη με τους έμπορους της, τους υπαλλήλους της, τους σκλάβους της, τις πόρνες της, τους ιερείς της, τους αστυνομι­κούς της, τους στρατιωτικούς της, και πάνω απ΄ όλους ο ηγεμόνας, ο βασιλιάς ή ο πρίγκιπας, ή ο πρωθυπουργός, ο οποίος κυβερνά το κράτος διαμέσου της κυβέρνησής του.

ΙΙΙ.

Τα αστικά και αργότερα κρατικο–καπιταλιστικά, «σοσιαλιστικά» καθεστώτα που επιβλήθηκαν μετά από τις μεγάλες λαϊκές επαναστάσεις, από τον δέκατο όγδοο μέχρι και τον εικοστό αιώνα, αν και εναντιώθηκαν στη φεουδαρχία, στη μοναρχία, στη θεοκρατία και στο δεσποτισμό, σκόπιμα διαστρέβλωσαν τους αγώνες για την οργάνωση της κοινωνίας από τα κάτω προς τα πάνω με έναν οριζόντιο τρόπο.

Μέσα από ελιτίστικες αριστοκρατικές αντιλήψεις και δοξασίες μην έχοντας εμπιστοσύνη στις λαϊκές μάζες – οι λαϊκές μάζες δεν είναι ικανές να αυτοκυβερνηθούν – παραχάραξαν την αξίωση αυτών των επαναστάσεων για πολιτικές ελευθερίες, κοινωνική ισότητα, αδελφότητα και τον λαϊκό αυτοπροσδιορισμό και επέβαλαν συστήματα διακυβέρνησης που διατήρησαν τους θεσμούς των φεουδαρχικών -μοναρχικών καθεστώτων. (Γιατί, τι άλλο είναι ο θεσμός της πρωθυπουργίας, της προεδρίας, των υπουργών, του δημάρχου κτλ);.

Έτσι οι αστικές και μετέπειτα εργατικές μικροαστικές ελίτ εκμεταλλευόμενες τις τεράστιες προοπτικές που άνοιγαν οι λαϊκές επαναστάσεις, σφετερίστηκαν αυτή τη δυναμική προς όφελος του εαυτού τους και της τάξης που εκπροσωπούσαν. Από το αυτεξούσιο των εθνοσυνελεύσεων, των τομέων και της συντακτικής περάσαμε στην εξουσία του διευθυντηρίου και του Βοναπάρτη, αργότερα ενός Αδόλφου, ενός Μπενίτο και μυρίων άλλων και από το αυτεξούσιο των συμβουλίων – σοβιέτ και των εργατικών επιτροπών περάσαμε στην εξουσία μιας πολιτικής κλίκας , του κόμματος, του Πατερούλη των λαών και του Μεγάλου Τιμονιέρη. Συμπύκνωσαν και μεγιστοποίησαν την ιεραρχία (πρώτη φορά στην ιστορία της ανθρωπότητας σε τέτοιο βαθμό), μέχρι τα έσχατα όριά της και στο τέλος στρατιωτικοποίησαν όχι μόνο όλες τις βαθμίδες των ανθρώπινων εκδηλώσεων, αλλά και το σύνολο της κοινωνικής ζωής.

Μέχρι σήμερα, βλέπουμε να συμβιώνουν μονάρχες με κοινοβούλια, δικτάτορες και τύραννοι με δημοκρατικό προσωπείο, θεόσταλτοι σωτήρες, πατερναλιστές και πλήθος άλλοι σαλτιμπάγκοι, και όλα αυτά τα πολιτειακά συστήματα, φυσικά, αυτοαποκαλούνται λαϊκά δημοκρατικά.

Ακόμα και δίπλα στην πιο «μοντέρνα» φιλελεύθερη εκδοχή του συστήματος κυριαρχίας, το μοίρασμα της εξουσίας μεταξύ των ελίτ, δηλαδή της κοινοβουλευτικής διακυβέρνησης και της εναλλαγής των προσώπων στην εξουσία, συνυπάρχουν στην οικονομία και στην πολιτική, ο νεποτισμός (οικογενειοκρατία), το πολιτικό κληρονομικό δίκαιο, η προσωπολατρία, η ευνοιοκρατία, τα προνόμια και η διαφθορά.

Όλα τα παραπάνω είναι, ουσιαστικά, δομικά στοιχεία του καπιταλισμού και του κράτους, γιατί απλούστατα χωρίς αυτά τα χαρακτηριστικά, ούτε η εξουσία των εκάστοτε πολιτικών ελίτ θα διαρκούσε για πολύ, ούτε φυσικά, η εκλογική πελατεία των λόμπι συμφερόντων που ακόμα ονομάζονται πολιτικά κόμματα .

Το κράτος, δεν είναι χώρα – πατρίδα (ή μητρίδα), είναι η μεταφυσική μυστικιστική και νομική φαντασίωση της πατρίδας. Είναι ένα τέχνασμα κατασκευασμένο για να ευνοεί την εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο, όπως ο φιλελεύθερος ατομικισμός είναι ένα τέχνασμα για την ελευθερία των αφεντικών. Το κράτος, είναι ένα ιστορικό αλλά παράλληλα και απάνθρωπο δημιούργημα των αρχουσών ελίτ που διέπεται από αρχές αποφασισμένες:

1) Να διατηρούν διά της βίας άδικες μορφές ιδιοκτησίας, που οδηγούν στην φτώχεια και στα κακά που αυτή προκαλεί (σωμα­τικά, πνευματικά, ηθικά και κοινωνικά), στην παθο-λογική πλεο­νεξία, τον φόβο και την εμπορευματοποίηση όλων των αξιών.

2) Να γεννούν ενοχή, απογοήτευση, σύγχυση, άγχος και εχθρότητα, μέσω πληθώρας αυθαίρετων νόμων και διατάξεων.

3) Να συμ­βάλλουν στην ενστάλαξη μιας ψευδούς αντίληψης των αξιών, δίδοντας έμφαση σε άσχετα ή βλαβερά “ηθικά καθήκοντα”, όπως η υπακοή στις απαιτήσεις της πολιτικής, θρησκευτικής ή όποιας άλλης εξουσίας, όσο ανούσιες ή ανήθικες κι αν είναι οι απαιτήσεις αυτές.

4) Να προσφέρουν ένα αποθαρρυντικό παρά­δειγμα απερίγραπτης βαρβαρότητας και αδιαφορίας απέναντι στον πόνο, μέσω της στρατιωτικής του δράσης, της οικονομικής του πολι-τικής και της αντιμετώπισης αυτών που δεν συμμορφώ­νονται.

5) Να υπονομεύουν την κοινότητα και την προσωπική ευθύνη, καθιερώνοντας τον έλεγχό του σε όλους τους τομείς της ζωής.

«… Το κράτος είναι η οργανωμένη εξουσία, κυριαρχία και δύναμη που οι ιδιοκτητικές τάξεις ασκούν στις εργαζόμενες λαϊκές μάζες… η πλέον οφθαλ­μοφανής, κυνική ολοκληρωτική και εγκληματική άρνηση της ανθρωπιάς και της κοινωνίας. Καταστρέφει την καθολική αλληλεγγύη μεταξύ όλων των ανθρώπων της γης και οδηγεί μερικούς από αυτούς σε συνεργα­σία με μοναδικό στόχο να καταστρέψουν, να κατακτήσουν και να υποδουλώσουν όλους τους άλλους…

Αυτή η οφθαλμοφανής άρνηση της ανθρωπιάς, που συνιστά την ίδια την ουσία του κρά­τους, αποτελεί από την σκοπιά του κράτους το υπέρτατο καθή­κον και την μεγαλύτερη αρετή του. Έτσι, το να προσβάλλει, να καταπιέζει, να απογυμνώνει, να λεηλατεί, να δολοφονεί ή να υποδουλώνει κάποιος τον συνάνθρωπό του, θεωρείται συνήθως έγκλημα. Από την άλλη μεριά, από την σκοπιά των εθνικιστών και του πατριωτι­σμού, όταν τα ίδια πράγματα γίνονται στην δημόσια ζωή για την μεγαλύτερη δόξα του κράτους και την διατήρηση και επέκταση της εξουσίας του, μετατρέπονται όλα σε καθήκον και αρετή.

Αυτό εξηγεί το γιατί όλη η ιστορία των αρχαίων και των σύγ­χρονων κρατών δεν είναι παρά μια σειρά ειδεχθών εγκλημάτων, διότι οι βασιλιάδες και οι υπουργοί του παρελθόντος και του παρόντος, όλων των εποχών και όλων των χωρών –πολιτικοί, διπλωμάτες, γραφειοκράτες και πολεμιστές– αν κριθούν από την άποψη της απλής ηθικής και της ανθρώπινης δικαιοσύνης, αξί­ζουν εκατό, χίλιες φορές την ποινή των καταναγκαστικών έργων ή της κρεμάλας. Δεν υπάρχει φρικαλεότητα, ωμότητα, ανο­σιούργημα, ψευδορκία, απάτη, ανήθικη συναλλαγή, κυνική ληστεία, θρασύτατη λεηλασία ή βρομερή προδοσία, που να μην έχει διαπραχθεί ή να μην διαπράττεται καθημερινά από τους εκπροσώπους των κρατών, χωρίς κανένα άλλο πρόσχημα εκτός από εκείνη την τόσο «ελαστική», τόσο βολική κι όμως τόσο φοβερή φράση: «για κρατικούς λόγους ». Μιχαήλ Μπακούνιν,1870

Η ΚΙΝΕΖΟΠΟΙΗΣΗ

Ο νεοφιλελευθερισμός σαν κοινωνικοοικονομικό μοντέλο και ο ατομικισμός σαν αντίληψη που προάγονται και επιβάλλονται από τις κυρίαρχες ελίτ της τεχνογραφειοκρατίας και της πολιτικής, μαζί με την άρχουσα οικονομική τάξη, τείνουν να επικρατούν σαν κοινωνικές σχέσεις, ενώ το τέλος των ιδεολογιών που προβάλλουν οι κοινωνιολόγοι- απολογητές της κυριαρχίας, εξυπηρετεί τηνεπιβολή και επικράτηση μόνο μιας ιδεολογίας: αυτής του νεοφιλελευθερισμού και του ατομικιστικού ωφελιμισμού.

Μέσω της ιδεολογικής τρομοκράτησης οι καπιταλιστές μας πείθουν (βλέπε τη θεωρία του μονόδρομου, όσον αφορά το οικονομικό μοντέλο «ελεύθερη» αγορά, “ανάπτυξη ή θάνατος” κτλ), ότι η αστική δημοκρατία και ο κοινοβουλευτισμός, είναι τα καλύτερα πολιτειακά συστήματα.

Μέσω της στρατηγικής του φυσικού φόβου, ο καπιταλισμός έχει αδρανοποιήσει την καταπιεσμένη – εκμεταλλευόμενη κοινωνία από το όνειρο, τη διάθεση και την θέληση για αγώνες υπέρβασης και ανατροπής της σημερινής πραγματικότητας. Και βέβαια, όσο πιο φιλελεύθερος – μονεταριστικός γίνεται ο καπιταλισμός, τόσο περισσότερο έχει την ανάγκη της κρατικής βοήθειας για να καταστέλλει τις αντιδράσεις, που είναιανέξοδη για τα αφεντικά, αφού τους παρέχονται αυτές οι υπηρεσίες δωρεάν.

Έτσι, όταν διεξάγονται κάποιοι αγώνες οι οποίοι τις περισσότερες φορέςδεν είναι ούτε καν αμυντικοί- οπισθοδρομούν και χάνονται και τα ελάχιστα που είχαν μέχρι τότε κερδηθεί από τουςπρογόνους μας προλετάριους, φέρνοντάς μας σε μια κατάσταση να διεκδικούμε αυτό που ήδη υπάρχει. Δηλαδή, τις παλιές λαϊκές ελευθερίες, τις έστω και λίγεςδημοκρατικές κατακτήσεις και εργατικά δικαιώματα.

Η ολοκληρωτική αναδόμηση του κοινωνικού ιστού και της συναίνεσηςπου είχε επιβληθεί την προηγούμενη ιστορική περίοδο, από την σοσιαλδημοκρατική διαχείριση του καπιταλισμού μέσω του λεγόμενου κράτους πρόνοιας, των δημοκρατών ριζοσπαστών, μέσω του λεγομένου κράτους δικαίου και των μπολσεβίκων μέσω του λεγόμενου «σοσια-λιστικού» κράτους, τα τελευταία χρόνια αναιρείται. Αναιρούνται επίσης και οι κατακτήσεις που επιβλήθηκαν από τους αγώνες των εργαζομένων για βελτίωσητων εργασιακών, παραγωγικών σχέσεων και αμοιβών τους.

Κατεδαφίζεται αυτή η συναίνεση, αυτή η μεταπολεμική ταξική συνεργασία μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας, αυτό το οικοδόμημα«το μέγαρο του λαού και της δημοκρατίας» και σωριάζεται σαν χάρτινος πύργος, από τους επιγόνους αυτών των ιδεών,τους νεοσοσιαλ–φιλελεύθερους, (αφού πρώτα εξασφαλίσανε ότι δεν θα υπάρξεισοβαρή αντίσταση).

Στα χαλάσματα του πλειοδοτούν οι νέοι ολιγάρχες, στο χρηματιστήριο των υλικών κατεδάφισης. Χαλάσματα, που σαν υλικά ανακύκλωσης είναι μια διαρκής στόχευση από τη μεριά των κυρίαρχων πολιτικών ελίτ και των νέων ολιγαρχιών του πλούτου στην χρησιμοποίηση τουςγια την αναδόμηση και αναδιάρθρωση του κράτους.

Το τέλος μιας ολόκληρης εποχής σηματοδοτεί κύριαγια την μαρξιστική αριστερά, τα εξής: α. να θέσει στην καθημερινότητά της το ερώτημα καθαυτό:τι είναι το κράτος, ποιους σκοπούς και ποιους εξυπηρετεί τώρα και μελλοντικά (κάτι ξέρουν για την χρησιμότητα του οι φίλοι μας οι σο-σιαλφιλελεύθεροι, νεοφιλελεύθεροιδημοκρατικοί), και β. να αναθεωρήσεικαι να μετασχηματίσει την άποψήτης γι΄ αυτό, αν θέλει να είναι επαναστατικά, ουμανιστικά και κοινωνικά ωφέλιμη.

Το κράτος σήμερα αποκτά την πραγματική του μορφή. Αυτή για την οποία δημιουργήθηκε. Δηλαδή, το φύλακα και το εργαλείοτης εκάστοτε άρχουσας τάξης, χωρίς κοινωνικά, δημοκρατικά, ηθικά, προσχώματα και επικαλύψεις.

Στις χώρες του υπαρκτού καπιταλισμού η τεχνο-γραφειοκρατική1, ιδεολογία του πραγματισμού, της λειτουργικότητας,της εργαλειακής χρήσης των ανθρώπων, των οικονομικών μεγεθών και της εμπορευματοποίησης, έχει μετατρέψει εκατομμύρια ανθρώπους σε πληθυσμιακές στοίβες, σε απλούς κατοίκους – καταναλωτές και σε νούμερα για στατιστικές.

Από την άλλη, στις χώρες του πρώην «ανύπαρκτου» σοσιαλισμού, μιλάμε για τις ορδές των καταπιεσμένων της νέας εποχής που περιφέρονται από ανατολή σε δύση και από βορρά σε νότο, στροβιλίζοντας πάνω στα παγωμένα ερείπια που άφησε ο επιστημονικός μαρξιστο-λενινιστικός σοσιαλισμός, διεκδικώντας το τίποτα ή αυτό που ήδη υπάρχει, ή ψάχνοντας για ένα νέο μηχανοδηγό.

Αδιαφορώντας για την τεράστια δημόσια περιουσία που με τόσο κόπο επιτεύχθηκε από τους προγόνους εργάτες, αφέθηκε να περάσει στα χέρια μιας χούφτας ανθρώπων πρώην αξιωματούχων γραφειοκρατών1 του παλιού κρατικοκομματικού καθεστώτος και νυν ολιγαρχικών ελίττου πλούτου και της πολιτικής.

Αυτή η αναδιανομή του κοινωνικού πλούτου χαρακτηρίζεται ως η μεγαλύτερη αναδιανομή του κοινωνικού πλούτουπου συνέβη ποτέ στην ανθρωπότητα , ενώ από την άλλη διαλύθηκαν και ιδιωτικοποιήθηκαν δημόσιες κοινωνικές υπηρεσίες με βαθύτατα δυσμενείς για τις κοινωνίες αυτές, ανθρωπολογικές και κοινωνικές επιπτώσεις.

Αλλά για να υπερασπίσεις κάτι πρέπει να το αισθάνεσαι δικό σου ή τουλάχιστον ότι δικαιωματικά σου ανήκει, τέτοια ήταν και είναι η αποξένωση του εργαζόμενου λαού στις χώρες του πρώην υπαρκτού «σοσιαλισμού» από τα δημόσια πράγματα που ποτέ δεν αισθάνθηκε αυτά τα δημόσια πράγματα δικά του.

Έτσι περάσανε από τον κρατικό στον ιδιωτικό καπιταλισμό εν μία νυκτί. Επανίδρυσαν το κράτος οι πράκτορες της KGB τη νύχτα, και το πρωίτο παρουσίασαν σαν δημοκρατική φιλελεύθερη λύση. Ουσιαστικά, η επανίδρυση του κράτους συνέβη στης χώρες του ανατολικού μπλοκ, ενώ στην Δύση και ιδιαίτερα στην Δυτική Ευρώπη το κράτος αναδομείται από τους κυβερνητικούς κομισάριους, την τεχνογραφειοκρατική και πολιτική ελίτ των κρατών της Ευρωπαϊκής Ένωσης εις βάρος των λαών τηςΈνωσης.

Ο μαρξιστικός σοσιαλισμός (με τις δύο εκδοχές του την ρεφορμιστική σοσιαλδημοκρατική και την μπολσεβίκικη), αφού κυριάρχησε ιδεολογικά για σχεδόν έναν αιώνα, στους κοινωνικούς και πολιτικούς αγώνες, μετά την κατάρρευση του έδωσε το πλεονέκτημα στονφιλελευθερισμό, να φαντάζει σαν νεωτερισμός πηγαίνοντας το κοινωνικό ζήτημα και την κοινωνική ιστορία πίσω διακόσια χρόνια.

Και αντο παλιό: «ένα φάντασμα πλανιέται πάνω από την Ευρώπη», ή το πιο πρόσφατο: « η φαντασία στην εξουσία», ή το σημερινό: «να κάνουμε την επανάσταση χωρίς να καταλάβουμε την εξουσία» (!) είναι η φαντασίωση τωναδέσποτων παιδιών του μαρξισμού, και αν ένας νέος κεϋν-σιανισμός και συντηρητικός κοινοτισμός φαντάζει σαν το νέο πρόταγμα αυτών που ζαλίστηκαν από την δίνη του νεοφιλελευθερισμού, της ελεύθερης αγοράς και του ατομικισμού, άλλο τόσο και ένας νέος κόσμος είναι εφικτός: αυτός της παγκόσμιας, αντιεξουσιαστικής, αντιιεραρχικής, αντιγραφειοκρατικής επανάστασης. Οι νέες κομμούνες του Παρισιού που θα έρθουν, γίνονται ξανάη προοπτική για το πέρασμα στην επίλυση του πραγματικούταξικού ζητήματος, δηλαδή της κυριαρχίας και εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο. Αυτή είναι η αυλαία του 21ου αιώνα, που είναιο αιώνας μας, και έτσι θα ανοίξει.

Στο έμπα του νέου αιώνα του εκσυγχρονισμού, της τεχνολογίας και του μινιμαλιστικού κενού, της νεωτερικότητας όπως την ονομάζουν οι αστοί διανοούμενοι έχουμε να αντιμετωπίσουμε από τιςεκδοχές της πολιτικής ολιγαρχίας, από την φιλελεύθερη και την σοσιαλ-φιλελεύθερη που κλίνουν όλο και περισσότερο προς τον αυταρχισμό, μέχρι τις θεοκρατικές δημοκρατίες τύπου Ιράν και τις λαϊκές δημοκρατίες τύπου Κίνας.

Η «νέα» παγκόσμια εποχή χαρακτηρίζεται απόπολυποίκιλες κοινωνικο-οικονομικές συνιστώσες, που ο τρόπος της παραγωγικότητά τους κυμαίνεται από τον καπιταλισμό παλαιού τύπου «εντάσεως εργασίας», μέχρι τον καπιταλισμό νέου τύπου «εντάσεως κεφαλαίων», μεταπρατικές (ραντιέρικες) παλαιού τύπου μέχρι εμπορευματικές νέου τύπου, άντλησης κεφαλαίων από βρόμικες μολυσματικές βαριές βιομηχανίες παλαιάς τεχνολογίας. αλλά και από τη λεγόμενη «νέα οικονομία»γνώσης, πληροφορικής,υψηλής τεχνολογίας, χρηματιστηριακού και τραπεζικού κεφαλαίου. Χαρακτηρίζεται επίσης, από την «ανήθικη» οικονομία, λαθρεμπόριο όπλων, ναρκωτικών, δουλεμπόριο γυναικών, παιδιών και οικονομικών μεταναστών».

Το παγκόσμιο, αλλά και σε κάθε κράτος χωριστά οικονομικό-κοινωνικό περιβάλλον, οι σχέσειςκαι ο τρόπος παραγωγής, χαρακτηρίζονται απότάσεις «εργασιακού μεσαίωνα» και «νεοφεουδαρχικής» συσσώρευσης κεφαλαίων και πλούτου των εταιριών με μορφέςολιγοπωλιακές και μονοπωλιακές, που όλοκαι περισσότερο συμπράττουν, συνε-νώνονται και συγχωνεύονται σε πολυεθνικά καρτέλ λόγω του ανταγωνισμού. Τα πολυεθνικά καρτέλ αυτά, τείνουν ναεπηρεάζουν με σκοπό να καθορίζουν προς όφελος τουςσε πλα-νητική κλίμακα τις πολιτικές εξελίξεις και τα πολιτικο -κοινωνικά συστήματα.

Αυτός ο «εκσυγχρονισμός» έχει δυο πλευρές. Η μία του πλευρά δίνει τη δυνατότητα, για παράδειγμα, σεέναν φύλαρχο φεουδαλιστή από το Αφγανιστάν ή σε ένα γεωκτήμονα από την Βραζιλία ή την Αφρική, δηλαδή από τις «υποανάπτυκτες» οικονομίες,να επενδύει κεφάλαια σε ομόλογα των πιο προηγμένων κρατών της Δύσης, ή σε μετοχές εταιριών υψηλής τεχνολογίας ιδιωτικού και δημοσίου συμφέροντος. Όπως επίσης και έναςκαπιταλιστής επενδυτής από τις προηγμένες οικονομίες να παίζει στο χρηματιστήριοτης Ινδίας, της Κίνας, τηςΤουρκίας κλπ.

Η άλλη πλευρά του έχει να κάνει με το ξέπλυμα βρόμικου χρήματος, που ήταν και είναι μια αγαπητή εργασία του καπιταλισμού από παλιά -την οποία ποτέ δεν απαρνήθηκε- γιατί η κερδοσκοπία και η εμπορευματοποίηση του συνόλου της ζωήςπάνω στον πλανήτη είναι η επιδίωξη του. «Όλα είναι εμπόριο και συναλλαγή- και τα υλικά και τα άυλα, πουλήστε και τον αέρα που αναπνέουμε», αρκεί να επιφέρουν κέρδος και κυριαρχία η οποία καταμερίζεται και ιεραρχικοποιείταιανάλογα με την θέση του καθενός στο σύστημα του «λαϊκού καπιταλισμού»ενώ η ανομολόγητη κρυφή επιθυμία των νέων και παλιών αφεντικών είναι η κινεζοποίηση των λαών και των εργαζομένων, δηλαδή μηδέν δικαιώματα, μόνο υποχρεώσεις και εκτέλεση εντολών, με εξευτελιστικούς μιστούς και απάνθρωπες συνθήκες εργασίας.

Έτσι στις μέρες μας, και κύρια στηνκαπιταλιστική Δύση που κομπάζει για την δημοκρατικότητά της, αποκαλύπτεται και η τελευταία αυταπάτη και ο μύθοςγια την «δημοκρατία» του λαού. Αποκαλύπτεται το ψεύδος ότι εκφράζει την θέλησή του και επιλέγει τα πρόσωπα και τα πολιτικά προγράμματα μέσααπό τις εκλογές. Και ότι τοκοινοβούλιο είναι ο εκφραστής της λαϊκής κυριαρχίας όπου μέσα σε αυτό παίρνονται οι αποφάσεις, ενώ στην ουσία πρέπει να μιλάμε για την δημοκρατία καθ΄ υπαγόρευσητων πολυεθνικών εταιριών, των «αόρατων» μετόχων και των στρατηγικών επενδυτών.

Τα «σύγχρονα» πολιτειακά συστήματα, νεοφιλελεύθερα, σοσιαλιστικά, θεοκρατικά είναι ολιγαρχικά,είναι άδικα, κοινωνικά ανάλγητα και ληστρικά. Τείνουν προςτο μονο-σήμαντο, την ομοιομορφία, το μονοδιάστατο, τη στρατιωτικοποίηση της ζωής και τον ολοκληρωτισμό.