του Κώστα Τσίλη

Είχα πάρει φόρα να γράψω για τον Μπακασέτα. Για πολλούς λόγους. Κυρίως όμως διότι είναι αυτή δουλειά μου. Έχω την τύχη να γράφω για τον Μπακασέτα, τον Πόνσε, την ΑΕΚ και την μπάλα και δεν απαιτείται να ανέβω σε καμία σκαλωσιά, για το μεροκάματο. Αυτό σημαίνει πως συγκεντρώνω πολύ περισσότερες πιθανότητες να επιστρέψω το βράδυ στο σπίτι μου και την οικογένεια μου. Ούτε κατά διάνοια δεν συγκεντρώνω περισσότερες πιθανότητες να επιστρέψω με το μεροκάματο στο σπίτι μου.

Και αν κάποια στιγμή το άγχος γι αυτό το μεροκάματο και η πίεση για να πουλήσει περισσότερο αυτό που τώρα δεν πουλάει, έρθει και κάψει εγκέφαλο και φλάντζες στον οργανισμό γενικώς, θα προστεθεί ακόμα ένας αριθμός στα ιατρικά στατιστικά. Τίποτε περισσότερο. Παρεμπιπτόντως, όταν κάποιος φεύγει από μια αρρώστια, είναι κρίμα και άδικο. Όταν φεύγει δουλεύοντας για να ζήσει, τι ακριβώς είναι; Θα ζητούσα συγγνώμη για το προσωπικό ύφος. Αλλά δεν είναι προσωπικό. Όχι, δεν είναι. Είναι για τον εργάτη εργοστασίου που κινδυνεύει να χάσει το χέρι του στην κακοσυντηρημένη μηχανή. Είναι για την διαφημίστρια που πεινάει γιατί η διαφήμιση έχει κρίση. Είναι για τον λιμενεργάτη που τρέμει μήπως χάσει τα πόδια του από τους φθαρμένους κάβους στα «κινεζικά» λιμάνια. Είναι για την σερβιτόρα που ροκανίζει και τσακίζει την μέση της για ένα πουρμπουάρ που θα πρέπει να παλέψει να μην της το φάνε. Είναι για γενιές ολόκληρες που επιβιώνουν (αν επιβιώνουν) αλλά δεν ζουν. Περισσότερα