Ήταν ένα παιδικό καλοκαίρι. Κρατούσε τρεις μήνες. Μετά τη θάλασσα θα ακολουθούσε το χωριό. Το σπίτι των παππούδων ήταν μικρό, πέτρινο, με τρία δωμάτια και ένα κατώι, με πέντε σκαλιά που ανέβαιναν στο πλατύσκαλο που ήταν σαν μικρή βεράντα, χώραγε την καρέκλα που καθόταν πάντα η γιαγιά και μας περίμενε. Αλλά ο κήπος ήταν τεράστιος, ήταν μπροστά από το σπίτι, πίσω από το σπίτι, δεξιά, αριστερά, με το μποστάνι του, τις πεζούλες, το κυπαρίσσι, τη συκιά, την αμυγδαλιά, και το μεγάλο κρεβάτι που ξαπλώναμε στους ίσκιους τα μεσημέρια και ακούγαμε τον μέρμηγκα, μας έπαιρνε απ’ το χέρι, εμείς ήμασταν τα μικρά μερμηγκάκια που εν δυο δεν θα προσκυνούσαμε ποτέ. Και μετά φεύγαμε τρέχοντας γιατί πάντα θα υπήρχε ο γάιδαρος για να τον ταΐσουμε μεγάλα φύλα από την καρυά, ή καινούρια κατσικάκια για να τρέξουμε παρέα μέχρι το τέλος της αυλής που ήταν πολύ μακριά, ολόκληρο ταξίδι, εξερεύνηση ή το μοναδικό κριάρι για να μετατραπεί σε παντοδύναμο τέρας που μόνο εμείς ξέραμε να αντιμετωπίσουμε. More