Του Πάνου Μουχτερού

Συνήθισα πια. Δεν μιλάμε άλλωστε για μια φάση που κρατάει μερικές ημέρες, μερικές εβδομάδες, μερικούς μήνες. Περάσανε κοντά πέντε χρόνια από τη στιγμή εκείνη που βρέθηκα στο σημείο που είμαι τώρα. Κι είναι φοβερό το πώς τελικά ο ανθρώπινος οργανισμός μπορεί και προσαρμόζεται σε καταστάσεις που μέχρι πριν δεν πίστευε ότι υπήρχε ποτέ περίπτωση να τις αντέξει. Είναι μια διαδικασία πρωτόγνωρη, ανακαλύπτεις σταδιακά πλευρές από τον εαυτό σου που δεν ήξερες καν ότι υπάρχουν, όλο αυτό μοιάζει με ένα μακροβούτι στα άδυτά σου, ανακαλύπτεσαι από την αρχή, γεννιέσαι και πεθαίνεις και γεννιέσαι ξανά και ξανά σε έναν διαρκή, φαύλο κύκλο μεταξύ ζωής και θανάτου. Το πιο περίπλοκο είναι ότι δεν μπορείς να μαντέψεις με σιγουριά αν θα ξυπνήσεις το επόμενο πρωί ζωντανός ή αν τα μάτια σου θα παραμείνουνε κλειστά, όχι πια από την πολλή εξάντληση αλλά γιατί θα σου έχει φύγει και η τελευταία ανάσα από τις αντοχές σου. Όποιος έχει βρεθεί στη θέση μου καταλαβαίνει πολύ καλά τι σημαίνει να εξασκείσαι καθημερινά στο να αντέχεις, να επεκτείνεις ολοένα και πιο πέρα τα όριά σου, κι όλο αναρωτιέσαι, τελικά μέχρι πόσο μπορώ να ζήσω, αλλά έλα που, για έναν περίεργο λόγο, εξακολουθεί το στέρνο σου κι ανεβοκατεβαίνει με το που ολοκληρώσεις την ερώτηση προς τα μέσα σου. Πολλές φορές αγγίζεσαι, περιεργάζεσαι το πρόσωπό σου, ψηλαφίζεις το ταλαιπωρημένο σου δέρμα, το γδέρνεις για να δεις αν ακόμα ματώνει, βάζεις τα χέρια σου γύρω απ’ το στεγνό λαιμό σου για να επιβεβαιώσεις ότι ακόμα αμύνεσαι, ότι επιβιώνεις. Ναι, έρχονται στιγμές θολές που σκέφτεσαι αν είναι λυτρωτικό το να βάλεις μόνος σου ένα τέλος σε όλο αυτό το μαρτύριο αλλά διαπιστώνεις στο τέλος ότι δεν έχεις δύναμη ούτε για το τέλος σου. Περισσότερα