Home

«Τυχαίνει να είμαστε και αριστεροί»

Leave a comment

manos_loizos1379668946Tου Γιώργου Αλλαμανή

Στο βιβλίο του «Εδώ είναι του Ρασούλη» (Εκδόσεις Ιανός, 2007) ο ποιητής και πολίτης του σύμπαντος Μανώλης Ρασούλης περιγράφει ένα περιστατικό με πρωταγωνιστή τον Μάνο Λοΐζο την εποχή που ετοίμαζαν τα «Τραγούδια της Χαρούλας», στα τέλη της δεκαετίας του 70.

«Οριακή στιγμή αντεπίθεσης και αθλιότητας ήταν όταν με τον Μάνο (Λοΐζο) γράψαμε το ‘‘Τίποτα δεν πάει χα­μένο’’ και πήγαμε στην Ιερά Εξέταση της ‘‘Odeon’’ να το παίξουμε για να το ‘‘εγκρίνουν’’. Σαν ακούστηκε το άσμα, λέει η κυρία Μάτσα: ‘‘Μάνο, αυτό το τραγούδι έχει μια ωραία μελωδία, δεν αλλάζουμε τα λόγια να το κάνουμε ένα ερωτικό τραγούδι;’’. Κι ο Μάνος με 25 πίεση: ‘‘Τυχαίνει να είμαστε και αριστεροί’’». Ήταν ένα μεγάλο «όχι». Εκείνη τη στιγμή μπορεί να φάνηκε μικρό, αλλά στις άγριες μέρες μας, πάνω στις υπερευαίσθητες ζυγαριές των γονατισμένων συνελλήνων, προσφέρει το αδιάψευστο μέτρο μιας ηθικής αντί­στασης, μιας καθημερινής πολιτικής πράξης. Δείχνει τα όρια. More

Να ‘χαμε, ποιον να ‘χαμε…

Leave a comment

Είναι φορές που αναρωτιόμαστε “τί θα γινόταν αν ο Χ δεν πέθαινε πρόωρα και ζούσε ακόμη;”

Το ερώτημα είναι μάλλον ρητορικό και δεν επιδέχεται απάντηση, αλλά ας κάνουμε μια εξαίρεση για κάποιον.

Σήμερα συμπληρώνονται 31 χρόνια από τη μέρα που άφησε τον κόσμο μας ο Μάνος Λοΐζος.

Ήταν μόλις 45 ετών.

Πόσο διαφορετικός θα ‘ταν ο τόπος μας αν δεν μας άφηνε τόσο πρόωρα;

Μπορεί ολότελα διαφορετικός, μπορεί και καθόλου.

Γιατί, θα μου πεις, και τί άλλαξε που ο Μίκης Θεοδωράκης, ο Μάνος Χατζηδάκις, ο Διονύσης Σαββόπουλος, ο Γιάννης Μαρκόπουλος έζησαν άλλοι πολύ άλλοι λιγότερο και βίωσαν την συνεχή κατρακύλα μας;

Μπόρεσαν να σταθούν ως ανάχωμα στον διαρκή ξεπεσμό; More

Δεν θα περάσει ο φασισμός…

Leave a comment

More

Κύριε Μάνο

Leave a comment

Ήταν ένα παιδικό καλοκαίρι. Κρατούσε τρεις μήνες. Μετά τη θάλασσα θα ακολουθούσε το χωριό. Το σπίτι των παππούδων ήταν μικρό, πέτρινο, με τρία δωμάτια και ένα κατώι, με πέντε σκαλιά που ανέβαιναν στο πλατύσκαλο που ήταν σαν μικρή βεράντα, χώραγε την καρέκλα που καθόταν πάντα η γιαγιά και μας περίμενε. Αλλά ο κήπος ήταν τεράστιος, ήταν μπροστά από το σπίτι, πίσω από το σπίτι, δεξιά, αριστερά, με το μποστάνι του, τις πεζούλες, το κυπαρίσσι, τη συκιά, την αμυγδαλιά, και το μεγάλο κρεβάτι που ξαπλώναμε στους ίσκιους τα μεσημέρια και ακούγαμε τον μέρμηγκα, μας έπαιρνε απ’ το χέρι, εμείς ήμασταν τα μικρά μερμηγκάκια που εν δυο δεν θα προσκυνούσαμε ποτέ. Και μετά φεύγαμε τρέχοντας γιατί πάντα θα υπήρχε ο γάιδαρος για να τον ταΐσουμε μεγάλα φύλα από την καρυά, ή καινούρια κατσικάκια για να τρέξουμε παρέα μέχρι το τέλος της αυλής που ήταν πολύ μακριά, ολόκληρο ταξίδι, εξερεύνηση ή το μοναδικό κριάρι για να μετατραπεί σε παντοδύναμο τέρας που μόνο εμείς ξέραμε να αντιμετωπίσουμε. More