[…] ο άν­θρω­πος πά­ντα νό­μι­ζε πως εί­ναι πιο ευ­φυ­ής απ’ τα δελ­φί­νια, για­τί εί­χε κα­τα­φέ­ρει να κά­νει τό­σα πράγ­μα­τα –τον τρο­χό, τους πο­λέ­μους, τη Νέ­α Υόρ­κη κ.λπ.–, ε­νώ τα δελ­φί­νια το μό­νο που έ­κα­ναν ή­ταν να κο­προ­σκυ­λιά­ζουν στο νε­ρό και να δια­σκε­δά­ζουν. Α­πό την άλ­λη, τα δελ­φί­νια πά­ντα νό­μι­ζαν πως εί­ναι πο­λύ πιο έ­ξυ­πνα α­πό τον άν­θρω­πο – για τους ί­διους α­κρι­βώς λό­γους.

Το πε­ρί­ερ­γο ή­ταν πως τα δελ­φί­νια γνώ­ρι­ζαν α­πό και­ρό την ε­πι­κεί­με­νη κα­τα­στρο­φή του πλα­νή­τη Γη και εί­χαν κά­νει πολ­λές προ­σπά­θειες να ει­δο­ποι­ή­σουν την αν­θρω­πό­τη­τα για τον κίν­δυ­νο: οι πε­ρισ­σό­τε­ρες ό­μως προ­σπά­θειες ε­πι­κοι­νω­νί­ας τους πα­ρε­ξη­γού­νταν σαν δια­σκε­δα­στι­κές προ­σπά­θειες να χτυ­πή­σουν μια μπά­λα ή να σφυ­ρί­ξουν, για να πά­ρουν έ­να με­ζε­δά­κι και έ­τσι τε­λι­κά ε­γκα­τέ­λει­ψαν τις προ­σπά­θειές τους και έ­φυ­γαν απ’ τη Γη με τον τρό­πο τους, λί­γο πριν φτά­σουν οι Βό­γκον­ς.

Το τε­λευ­ταί­ο μή­νυ­μα των δελ­φι­νιών πα­ρε­ξη­γή­θη­κε σαν μια εκ­πλη­κτι­κά ε­πι­τη­δευ­μέ­νη προ­σπά­θεια δι­πλής κω­λο­τού­μπας, πη­δώ­ντας μέ­σα α­πό έ­να στε­φά­νι και σφυ­ρί­ζο­ντας συγ­χρό­νως την «Α­στε­ρό­εσ­σα», αλ­λά στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα το μή­νυ­μα ή­ταν το ε­ξής: «Α­ντί­ο κι ευ­χα­ρι­στώ για τα ψά­ρια»».

Douglas Adams, Γυ­ρί­ζο­ντας τον Γα­λα­ξί­α με ω­το­στόπ.

Περισσότερα

Advertisements