Του Δημήτρη Μηλάκα

Η ντροπιαστική αποχώρηση των Αμερικανών και των δυτικών συμμάχων τους από το Αφγανιστάν (με τους Ταλιμπάν ήδη μέσα στην Καμπούλ, παρότι υποτίθεται πως θα έκαναν εβδομάδες να εισέλθουν στην πρωτεύουσα), με διαδικασίες… «όπου φύγει, φύγει», είναι η επισφράγιση της δεινής ήττας των ΗΠΑ στη χώρα αυτήν της κεντρικής Ασίας.

Η μεγαλύτερη απώλεια για τους ατάκτως αποχωρούντες Αμερικανούς δεν είναι

ούτε τα είκοσι πεταμένα χρόνια παρουσίας στο Αφγανιστάν, ύστερα από τα οποία οι σκοταδιστές Ταλιμπάν είναι ακόμη ισχυρότεροι απ’ όσο ήταν πριν από την αμερικανική επέμβαση

ούτε τα 2,2 τρισ. πεταμένα δολάρια

ούτε οι 2.000 νεκροί

ούτε οι δεκάδες χιλιάδες τραυματίες και βετεράνοι στρατιώτες

ούτε ο σύγχρονος οπλισμός εκατοντάδων εκατομμυρίων δολαρίων που έπεσε στα χέρια των ακραία φανατικών και σκοταδιστών «σπουδαστών του κινήματος της ισλαμικής γνώσης»

ούτε οι 300.000 στρατιώτες και αστυνομικοί που εκπαιδεύτηκαν από τις ΗΠΑ και είτε πάνε στα σπίτια τους είτε εντάσσονται στους Ταλιμπάν.

Η μεγαλύτερη απώλεια αφορά την αξιοπιστία της αμερικανικής διοίκησης, η οποία μάλιστα, μόλις πριν από λίγο καιρό, είχε εγκαταλείψει τους τέως συμμάχους Κούρδους στις ορέξεις των υπολειμμάτων του Ισλαμικού Κράτους και των Τούρκων φίλων του, ύστερα από τις εξαιρετικά πολύτιμες υπηρεσίες που είχαν προσφέρει οι Κούρδοι της Συρίας στη σταθεροποίηση της χώρας αυτής και στην καταπολέμηση της τρομοκρατίας του μεσαιωνικού φασισμού.

Η απώλεια αυτή δεν είναι αμελητέα την ώρα που οι Αμερικανοί επιχειρούν να μεταφέρουν το κέντρο βάρους της στρατηγικής τους στην αντιπαράθεση με τον άξονα Κίνας – Ρωσίας, διότι αυτό θα προϋπέθετε ότι κλείνουν μια σειρά μέτωπα με όρους στοιχειώδους σταθερότητας ώστε να απελευθερωθεί γεωστρατηγικό και διπλωματικό δυναμικό στην αντιπαράθεση με τον μεγάλο οικονομικό και στρατιωτικό αντίπαλο.

Παραγωγός αστάθειας

Ο στόχος της σταθερότητας πάντως δεν έχει επιτευχθεί σε καμιά από τις περιοχές όπου έχουν επέμβει οι Αμερικανοί τα πολλά τελευταία χρόνια. Με την υπό όρους εξαίρεση ίσως των Βαλκανίων, όπου, διά του κατακερματισμού, κατάφεραν – με τελευταίο επίτευγμα τη Βόρεια Μακεδονία – να τα εντάξουν υπό τη ΝΑΤΟϊκή ομπρέλα περιορίζοντας στο ελάχιστο την όποια ρωσική επιρροή.

Το ότι τα Βαλκάνια είναι συντρίμμια και απειλούνται διαρκώς από νέες εθνοτικές συγκρούσεις και διαλύσεις κρατών ή ότι ένα μέρος τους είναι απλώς κράτη – μαφίες ή / και ορμητήρια ισλαμιστών τρομοκρατών είναι μια «λεπτομέρεια» που ουδόλως απασχολεί το υπερατλαντικό «αφεντικό», το οποίο ενδιαφέρεται κυρίως για τα δικά του νώτα και όχι για το ποιος πληρώνει – και πόσο ακριβά – τον λογαριασμό της δικής του επικράτησης.

Πέρα λοιπόν από τις πρώτες εντυπώσεις της αστραπιαίας επικράτησης των Ταλιμπάν, το ζητούμενο είναι οι επιπτώσεις της ανάληψης της εξουσίας, η οποία θα είναι πλήρης και άνευ όρων. Για την ώρα υπάρχουν δύο απολύτως σχετικά μεταξύ τους ερωτήματα:

1. Εάν (θα μπορούσε να) υπάρχει κάποιου είδους συμφωνία μεταξύ Αμερικανών και Ταλιμπάν – δεδομένου ότι είχαν προηγηθεί αδιαφανείς συνομιλίες μεταξύ των δύο πλευρών για μεγάλο διάστημα πριν από την αμερικανική υποχώρηση. Σε αυτό το ενδεχόμενο θα πρέπει να δούμε π.χ. τη στάση του νέου αφγανικού καθεστώτος έναντι διεθνών τρομοκρατικών ομάδων που έχουν στο στόχαστρό τους τη Δύση και κυρίως τις ΗΠΑ.

2. Εάν – αντιθέτως – οι Ταλιμπάν αναζητούν άλλους φανερούς ή αφανείς συμμάχους, προς χάριν των οποίων, σε ανταπόδοση για τη στήριξή τους, θα αναλάβουν ενεργό ρόλο στην αντιμετώπιση συγγενών ισλαμικών ομάδων που απειλούν τη δική τους ασφάλεια ή τις οικονομικές τους δραστηριότητες – όπως π.χ. ο περίφημος «Νέος Δρόμος του Μεταξιού», τον οποίο δημιουργεί η Κίνα.

Η παρουσία τρομοκρατικών ομάδων όπως η Αλ Κάιντα και παρακλάδια του Ισλαμικού Κράτους, που αποτελούν πρόβλημα για τη Δύση, η στάση των Ταλιμπάν έναντι των Ουιγούρων της Κίνας ή ισλαμιστών που αποτελούν κίνδυνο ασφάλειας για τη Ρωσία ανοίγουν ένα περίπλοκο παζλ ερωτημάτων, των οποίων οι απαντήσεις θα καθορίσουν, μεταξύ άλλων, και το μέλλον ενός καθεστώτος που θα πρέπει να ασκήσει διακυβέρνηση σε μια πολυφυλετική χώρα με διαρκώς μεταβαλλόμενες εσωτερικές συμμαχίες.

Παθήματα που δεν έγιναν μαθήματα

Αυτό που κυρίως έχει αποδειχτεί από τις δύο μεγαλύτερες σε διάρκεια και ισχύ επεμβάσεις των Αμερικανών, στο Αφγανιστάν και το Ιράκ, είναι ότι αυτές δημιούργησαν (Ιράκ, Ισλαμικό Κράτος) ή ενίσχυσαν καθοριστικά μετά την αρχική αποδυνάμωση (Αφγανιστάν, Ταλιμπάν) ακραία ισλαμιστικά κινήματα.

Στην περίπτωση του Ιράκ η ανικανότητα διαχείρισης των ηττημένων επιτελών και συμμάχων του Σαντάμ Χουσέιν, οι οποίοι στερήθηκαν κάθε δυνατότητα αξιοπρεπούς επιβίωσης στο πλαίσιο της «απελευθερωμένης» πλην διασπασμένης χώρας, είχε αποτέλεσμα τον εφιάλτη του Ισλαμικού Κράτους, το οποίο όχι μόνο γιγαντώθηκε και επεκτάθηκε στη Συρία, αλλά και σήμερα είναι αμφίβολο εάν έχει εξαλειφθεί ή παραμένει ως μια υποβόσκουσα απειλή που θα ενεργοποιηθεί όταν γίνει δυνατή η ανασύνταξη.

Στο Αφγανιστάν φαίνεται ότι ή αγνοήθηκε ή δεν έγινε αντικείμενο ορθής διαχείρισης η πολυφυλετική δομή της χώρας αυτής, την οποία αποδείχτηκε ότι μόνο το ισλαμικό πρόταγμα θα μπορούσε να υπερβεί και, στοιχειωδώς, να ενοποιήσει υπό τη σκέπη του.

Τα παθήματα δεν φαίνεται να γίνονται μαθήματα, καθώς αυτό στο οποίο οδηγεί η διαχείριση της μονοπολικότητας εκ μέρους των ΗΠΑ φαίνεται να είναι μια άναρχη πολυπολικότητα, παραγωγός αστάθειας, ρευστότητας και νέων ρίσκων ασφάλειας για τη Δύση στο σύνολό της. Ρίσκα που θα μεγαλώνουν όσο θα μειώνεται ο φόβος για την ισχύ των ΗΠΑ…

Ποντίκι