https://kosmodromio.gr/wp-content/uploads/2021/08/%CE%B1%CE%B9%CE%BF%CE%BB%CE%B9%CE%BA%CE%B1-1200x675.jpg

Του Γιώργη – Βύρωνα Δάβου

Είναι επίφοβο η προσπάθεια για οικονομική ανάκαμψη στην Εύβοια να εξαντληθεί στην εκμετάλλευση της αιολικής ενέργειας.

Μετά τον όλεθρο από μίαν ανείπωτη καταστροφή, όπως αυτή που βίωσε η Βόρεια Εύβοια, προέχει μετά την αποζημίωση των πληγέντων και την αποκατάσταση του φυσικού περιβάλλοντος, να φροντίσουν οι κυβερνήσεις και την ανασύσταση της τοπικής οικονομίας, βρίσκοντας τις κατάλληλες επενδύσεις ώστε να αποκατασταθεί το προηγούμενο ισοζύγιο.

Είναι όμως επίφοβο,με βάση την προηγούμενη τακτική, αλλά και με τον υπάρχοντα σχεδιασμό, για την Εύβοια, η προσπάθεια για οικονομική ανάκαμψη να εξαντληθεί στην εκμετάλλευση της αιολικής ενέργειας–βάσει και του γενικώτερου ευρωπαϊκού σχεδιασμού μεγα-επενδύσεων στον τομέα τούτο, που προβάλλεται μάλιστα ως “πράσινη ανάπτυξη” και υπόσχεται πακτωλούς χρημάτων στις εταιρείες που δραστηριοποιούνται σε αυτόν.

Ιδίως όταν για την Εύβοια ήδη υπάρχουν σχέδια και ήδη δραστηριοποιούνται ελληνικές εταιρείες και με βάση τις στρατηγικές συνεργασίες ετοιμάζονται και ξένοι όμιλοι να μπούνε στον χορό, όπως ο πορτογαλικός ενεργειακός κολοσσός EDP, που συνήψε τον περασμένο Οκτωβριο συμφωνία με την ελληνική ΕΛΛΑΚΤΩΡ για εγκατάσταση αιολικών πάρκων δυνατότητας παραγωγής 900MW.

Μόνο που η συμφωνία, η οποία  διατυμπανίσθηκε ως μία από τις σημαντικότερες επενδύσεις, έχει ένα σκοτεινό σημείο: η εταιρία EDP Renewables (Renovaveis) βρίσκεται υπόλογη και οι τέως πρόεδροι της κατηγορούνται για ένα από τα μεγαλύτερα οικονομικά και πολιτικά σκάνδαλα στην Πορτογαλία.. Και είναι δε, τόσο πολυδαίδαλες οι διαδρομές του που οι συνέπειές του εκτείνονται από τη Βραζιλία έως την Κίνα και απασχολούν έως και τις ΗΠΑ, ενώ συμπαρασύρουν και μεγάλο τμήμα από τον πολιτικό κόσμο της Πορτογαλίας.

Τον Ιούνιο του 2020 ο Αντόνιο Μεσία, πρόεδρος της EDP και ο Ζοάου Μάνσου Νέτου, πρόεδρος της EDP Renováveis, τέθηκαν σε αναστολή από τα καθήκοντά τους κατόπιν διαταγής του δικαστή του Κεντρικού Ποινικού Δικαστηρίου  Κάρλους Αλεσάντρε, προκειμένου να μην παρεμποδίσουν από τη θέση που κατείχαν τις έρευνες για τα οικονομικά και ποινικά αδικήματα που τους καταλογίζονται.

Οι δύο διευθυντές θεωρούνται  ύποπτοι, σε συναυτουργία, για διάπραξη τεσσάρων εγκλημάτων ενεργητικής διαφθοράς και ενός εγκλήματος οικονομικής συμμετοχής σε επιχείρηση,  για τα οποία είχαν κατηγορηθεί και πάλι τρία χρόνια πριν κι αφορούσαν γεγονότα που συνέβησαν μεταξύ 2004 και 2014, με επίκεντρο τις παραβάσεις στη διαδικασία έναρξης ισχύος των συμβάσεων που είναι γνωστή ως CMEC (Κόστος για τη διατήρηση συμβατικού ισοζυγίου) το 2007 και στην παράταση της παραχώρησης κατασκευής δεκάδων φραγμάτων από την EDP και τους συνεργάτες της το 2008.

Οι δύο διευθυντές κατηγορούνται επίσης για το έγκλημα της οικονομικής συμμετοχής σε μια επιχείρηση, με το Δημόσιο  να υποψιάζεται ότι προκάλεσε ζημιά στην ηλεκτρική ενέργεια, με πληρωμές 13 εκατομμυρίων ευρώ στην βραζιλιάνικη κατασκευαστική εταιρεία Odebrecht που δεν είχαν προβλεφθεί στη σύμβαση κατασκευής το φράγμα Baixo Sabor.

Αρχικά τους είχε απαγορευθεί η έξοδος από τη χώρα, είχε ορισθεί εγγύηση 1 εκατ.ευρώ και δεν τους επιτρεπόταν η είσοδος σε κτήρια της  EDP και να επικοινωνούν με κατηγορούμενους και μάρτυρες. Όμως τον περασμένο Μάρτιο τα περιοριστικά μέτρα και η εγγύηση ακυρώθηκαν, καθώς ένεκα της πολυπλόκαμης τούτης υπόθεσης και των πολύπλοκων διαστάσεών της, συν τις νομικές καθυστερήσεις που έπαιξε η υπεράσπιση των κατηγορουμένων είχε παρέλθει το οκτάμηνο μέσα στο οποίο θα έπρεπε να παραπεμφθούν.

Η υπόθεση EDP βρίσκεται υπό έρευνα για περίπου οκτώ χρόνια στο Κεντρικό Τμήμα Έρευνας και Ποινικής Δράσης (DCIAP) κι άμεσα κατηγορούμενοι, εξόν από τους διοικητές της εταιρείας είναι ο πρώην υπουργός Οικονομίας  Μανουέλ Πίνιου, ο πρώην σύμβουλός του και σήμερα και σήμερα διαχειριστής του REN (Πορτογαλικής ΡΑΕ) Ζουάου Κουνσεϊσάου ( για διαφθορά από τους δύο διευθυντές),  ο πρώην γενικός διευθυντής Ενέργειας, Μιγκέλ Μπαρέτου και ο πρώην υφυπουργός Αρτούρ Τριντάντ.

Ο Μεσία φέρεται να έχει διαφθείρει τον Πίνιου, την εποχή που αυτός ήταν  υπουργός Οικονομικών, με αντάλλαγμα κυβερνητικές αποφάσεις ευνοϊκές για την ηλεκτρική ενέργεια, δηλαδή για  τη λήξη συμβάσεων και τις νέες νομοθεσίες για τις συμβατικές δαπάνες (CMEC), τα λεγόμενα “υπερβολικά ενοίκια”. Το αντάλλαγμα που καταβλήθηκε στον Πίνιου ήταν μία θέση καθηγητή στο Πανεπιστήμιο Κολούμπια της Νέας Υόρκης, που πληρωνόταν μέσω χορηγίας της EDP.

Ύποπτος για ενεργή διαφθορά είναι και ο Μεσία στην υπόθεση του Ζουάου Κουνσεϊσάου,  ο οποίος συνεργάστηκε με τον Πίνιου στο Υπουργείο Οικονομίας μέχρι το 2008 και κατόπιν βρήκε δουλειά στον ενεργειακό κολοσσό BCP περίπου ένα μήνα μετά την αποστολή ενός μηνύματος ηλεκτρονικού ταχυδρομείου στον πρόεδρο της EDP (που στη συνέχεια διαβιβάστηκε στον Μάνσου Νέτου) με το βιογραφικό του και τους όρους για τη μισθοδοσία του. Εκείνη την εποχή, η BCP ήταν ο μεγαλύτερος ιδιωτικός μέτοχος στον ενεργειακό όμιλο. Εν τω μεταξύ κι ενώ εργαζόταν με τον Πίνου, ο Κουνσεϊσάου δεν δήλωνε όλα τα εισοδήματά του από την BCP και τη συμβουλευτική εταιρεία Boston Consulting Group (BCG). Το δε γεγονός ότι η πρόσληψη συμβούλου απευθείας από το γραφείο του Υπουργείου Οικονομικών με τη μεσολάβηση μίας εταιρείας ηλεκτρικής ενέργειας από μόνο του θα μπορούσε να αποτελέσει ένα σοβαρό θέμα.

Η τρίτη υπόνοια διαφθοράς αφορά τον Μιγκέλ Μπαρέτο, πρώην γενικό διευθυντή Ενέργειας και Γεωλογίας, ο οποίος κατά τη διάρκεια της θητείας του υπέγραψε άδεια λειτουργίας για τον θερμοηλεκτρικό σταθμό στο Σινές, που θα απέφερε τεράστια κέρδη στην EDP.  Και επιπλέον,  λίγα χρόνια αργότερα, το 2010, ο Μπαρέτο πούλησε μέρος της εταιρείας του (Home Energy) στην EDP, έναντι περίπου 1,5 εκατ. ευρώ.

Τέλος, ο Μεσία φέρεται ως ύποπτος για  για τέταρτο έγκλημα ενεργούς διαφθοράς επειδή η EDP προσέλαβε, το 2013, τον πατέρα του Αρτούρ Τρινιντάντ, πρώην υφυπουργό  στην κυβέρνηση Πάσους Κοέλιου.

Κι οι κατηγορίες δεν σταματούν εκεί.

Ο Μεσία θεωρείται πως  έχει διαπράξει την εγκληματική πράξη της οικονομικής συμμετοχής σε επιχείρηση, καθώς η EDP φέρεται να κατέβαλε αδικαιολόγητα ποσά (περίπου 20 εκατομμύρια ευρώ) στον όμιλο Lena και στη βραζιλιάνικη Odebrecht για την κατασκευή του φράγματος Baixo Sabor. Μία υπόθεση που ερευνάται σε παραλληλία με μία άλλη περίπτωση διαφθοράς, που αφορά το ίδιο έργο που είχε παραγγελθεί από την σοσιαλιστική κυβέρνηση του Ζουζέ Σόκρατες, καθώς  η κατασκευαστική εταιρεία φέρεται να κατέβαλε σε μη κατονομαζόμενο πρόσωπο 4,66 εκατ ευρώ. Υπενθυμίζεται πως η Oderbrecht βρίσκεται στον πυρήνα αρίθμητων σκανδάλων στη Βραζιλία–μάλιστα σε κάποια από αυτά είχε εμπλακεί το όνομα και είχε στοιχίσει τη φυλάκιση στον πρώην πρόεδρο της χώρας Λουΐζ Ινάσιου “Λούλα” ντα Σίλβα.

Για τον λόγο τούτο στο μικροσκόπιο των διωκτικών αρχών και του υπουργείου Εσωτερικών έχουν μπει όλες οι συμβάσεις για τις κατασκευές εκείνη την εποχή όλων των υδροηλεκτρικών φραγμάτων, όχι μόνον της EDP, αλλά και της ισπανικής Iberdrola, ενώ παράλληλα το ενδιαφέρον έχει αρχίσει να στρέφεται και προς την πλευρά του Σόκρατες. Ο οποίος αντίστοιχα αφήνει υπόνοιες πως τα χρήματα από την βραζιλιάνικη εταιρεία πήγαν για τη χχρηματοδότηση της προεκλογικής εκστρατείας του δεξιού κόμματος PSD,  με τον ανακριτή να τον καλεί ως βασικό μάρτυρα στην υπόθεση.

Το σκάνδαλο έχει και μία άλλη πτυχή, που αφορά την πιθανή εμπλοκή σε όλες τούτες τις υποθέσεις και του κύριου μετόχου της EDP, της κινεζικής China Three Gorges, που το 2011 εξαγόρασε με 2,7 δισεκ. ευρώ το 21,35%, όταν η “τρόικα” επέβαλε την αποχώρηση του πορτογαλικού κράτους από το μετοχικό κεφάλαιο της EDP. Στη συνέχεια η κινεζική εταιρεία κατέβαλε άλλα 200 εκατ. και πλέον κατέχει το 23,27%, ενώ το μετοχικό συμβούλιο απέρριψε το 2017 την πρόθεσή της να αποκτήσει ακόμη μεγαλύτερο μερίδιο και να έχει μεγαλύτερη συμμετοχή στις αποφάσεις και τα κέρδη της εταιρείας. Άλλωστε τα κέρδη της CTG σχετίζονται άμεσα με τις αποδόσεις από τα μερίσματα που πληρώθηκαν χάρις στις “αμαρτωλές” CMEC. Επιπλέον, η απόκτηση του πλειοψηφικού πακέτου από τους κινέζους, καθώς στην εταιρεία μερίδιο έχει επίσης κι η κινεζική CNIC με 4,98%, είχε ενοχλήσει τους Αμερικανούς, που δεν έβλεπαν με καλό μάτι την κινεζική συμμετοχή σε έναν τόσο ευαίσθητο τομέα, βλέποντας στη διείσδυση τούτη όχι μόνον έναν δυνητικό κίνδυνο για τις επενδύσεις τους (όπως στο φράγμα στο Σίνες), αλλά  και για τον ενεργειακό τομέα των ίδιων των ΗΠΑ, καθώς η EDP έχει τη μεγαλύτερη δραστηριότητα στις  ΗΠΑ από όλες τα συνολικά 19 κράτη στα οποία έχει απλώσει τις επενδύσεις της.

Με κεφαλαιοποίηση 15,9 δισεκ. ευρώ, η EDP είναι τούτη  τη στιγμή η πιο κερδοφόρα εταιρεία στο Χρηματιστήριο της Λισσαβόνας, ακολουθούμενη μόνο από την EDP Renováveis,  με την αξία της να αποτιμάται στα 11,1 δισεκ. ευρώ. Κατά την περίοδο των 14 χρόνων που ο Μεσία κρατούσετα ηνία της, η  εταιρεία έχει αυξήσει στο χρηματιστήριο  την αξία της περισσότερο από 30%, που ισοδυναμεί με 4 δισεκ. ευρώ. Αλλά η αξία της EDP αυξήθηκε και εκτός κεφαλαιαγοράς. Υπό τη διαχείρισή του Μεσία, αλλά και  χάρη στην αλλαγή της ενεργειακής πολιτικής που είχε θεσπίσει, ελέω και Goldman Sachs, από το 2004 ο Μανουέλ Μπαρόζου, αλλά και τις ευνοϊκές για τις πολυεθνικές οδηγίες της ΕΕ για την “ελεύθερη” διαμόρφωση των τιμολογίων για την κατανάλωση της ηλεκτρικής ενέργειας εις βάρος των νοικοκυριών, η εταιρεία καθιέρωσε τη θέση της στον τομέα των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας και απέκτησε διεθνή παρουσία, ειδικά στις ΗΠΑ. Κατά μέσο όρο, το EDP κέρδισε 950 εκατ. ευρώ ετησίως στο διάστημα μεταξύ 2006 και 2019 και αυτά τα αποτελέσματα είχαν ως αποτέλεσμα γενναιόδωρα και σταθερά μερίσματα για τους μετόχους της (ετήσιος μέσος όρος 600 εκατ. ευρώ).

Αλλά δεν ήταν μόνο οι μέτοχοι της EDP που πληρώθηκαν καλά. Ο Μεσία ήταν ο καλύτερα αμειβόμενος μάνατζερ στο PSI-20 (Χρηματιστήριο). Με τα μπόνους και μισθούς, ο πρώην καθηγητής πανεπιστημίου συγκέντρωσε 24,37 εκατομμύρια ευρώ ως διευθύνων σύμβουλος αυτής της εταιρείας, σύμφωνα με τις εκθέσεις της εταιρείας. Δηλαδή ενθυλάκωνε 1,74 εκατ. ευρώ ετησίως, κατά μέσο όρο.

Πλέον, με τον Μεσία να έχει παυθεί από τα καθήκοντά του, τη διεύθυνση της εταιρείας έχει αναλάβει πλέον ο πρώην οικονομικός διαχειριστής της EDP από το 2018 Μιγκέλ Στίλγουελ ντε Άντραντ. Στον όμιλο από το 2000, όταν εντάχθηκε στον τομέα συγχωνεύσεων και εξαγορών ηλεκτρικής ενέργειας, προέρχεται από την  UBS. Συμμετείχε στη διαδικασία αγοράς της North American Horizon Wind Energy  το 2007 και στην εισαγωγή της EDP Renováveis στο Χρηματιστήριο το 2008. Από το 2012 συμμετέχει στο εκτελεστικό συμβούλιο των διευθυντών της EDP και διορίστηκε πρόεδρος της EDP Comercial.

Με τη σειρά της, την ηγεσία του EDPR αναλαμβάνει ο Ρούι Τεσέιρα, που ξεκίνησε να εργάζεται για την EDP το 2000, πρώτα  ως σύμβουλος στη McKinsey και από το 2004 προσχωρώντας κι αναλαμβάνοντας τον σχεδιασμό επενδύσεων στο EDP. Περνώντας από διάφορες διευθυντικές θέσεις όλα αυτά τα χρόνια, ο διευθυντής της EDP Produção και της EDP Ισπανίας, Τεσέιρα αναλαμβάνει τώρα να αντικαταστήσει τον Μάνσου Νέτου στην EDP Renováveis, με έδρα την Ισπανία και με το 82,6% της να ανήκει στην EDP – Energias de Portugal.

Αυτή είναι η εταιρεία που πλέον θα κληθεί και στην Ελλάδα, χάρις στο Υπερταμείο Ανάκαμψης των Βρυξελλών να επιβάλλει το νέο οικονομικό μοντέλο της ΕΕ, που σαφώς ευνοεί τις μεγάλες εταιρείες  του κλάδου της “πράσινης” ενέργειας και κατευθύνει προς τα εκεί τα δημόσια κονδύλια  για επενδύσεις και μεγάλα έργα.

Η μεσσιανική λύση που οικουμενικά διαλαλείται είναι η λεγόμενη “ενεργειακή μετάβαση” από το πετρέλαιο και τα καύσιμα που εκπέμπουν διοξείδιο του άνθρακα προς τις εναλλακτικές πηγές παραγωγής, που δεν ενοχοποιούνται για την πρόκληση της κλιματικής αλλαγής.

Βέβαια, μπορεί η μαγνητική βελόνα να στρέφεται προς την πράσινη ενέργεια, μολαταύτα η στρατηγική παραμένει η ίδια: εξηλεκτρισμός παντού (όπως παλιά πετρέλαιο και παλιότερα ατμός παντού), ας μετατραπεί όλη η παραγωγή και κατανάλωση σε ηλεκτρική ενέργεια. Ας μπούνε παντού ανεμογεννήτριες, φωτοβολταϊκά, ας αλλάξει ο ρους των ποταμών από τα φράγματα. Μία αλλαγή παραδείγματος που δεν θα βγει φυσικά από τα ταμεία των εταιρειών για επένδυση σε μηχανές και επανακατάρτιση προσωπικού, αλλά θα μετακυληθούν στο κράτος μέσα από τα μεγάλα έργα, από τον επανασχεδιασμό της εκπαίδευσης με προσανατολισμό την αγορά, από την μεταφορά της εταιρικής έρευνας στις νεοφυείς επιχειρήσεις και τα ταλέντα από το σχολείο, όλα με τους φόρους των πολιτών, που θα πληρώνουν με τη σειρά τους τα τιμολόγια που αυθαίρετα θα καθορίζει ο “ανταγωνισμός” στην αγορά ενέργειας. Εργα και υπηρεσίες που θα στηρίζονται μέσα από τους κερδοφόρους διαγωνισμούς και αναθέσεις και το κρατικό χρήμα.

Παράλληλα, η φυσική καταστροφή δεν πρόκειται να μειωθεί, καθώς οι παραγωγικές μονάδες (το βλέπουμε στα αιολικά και φωτοβολταϊκά πάρκα) απαιτούν μεγάλες εκτάσεις γης, τα υλικά για την κατασκευή των εναλλακτικών μέσων  (όπως όλο και περισσότερο βασίζονται στις σπάνιες γαίες) θα εξαντλήσουν τα ορυκτά αποθέματα–ήδη η ζήτηση έχει ξεπεράσει τις δυνατότητες εξόρυξης, αλλά και τα διαθέσιμα κοιτάσματα–με αποτέλεσμα συχνά να προκαλούν την ίδια ζημιά στο περιβάλλον με εκείνη που θέλουν να διορθώσουν. Μία οικονομική δραστηριότητα που φυσικά –το παράδειγμα της EDP  το διατρανώνει–έχει και πολλές παράνομες επιπλοκές, που μαστίζουν υπό άλλες συνθήκες την κοινωνία και την ευημερία της. Και που θα πρέπει να μας προβληματίζουν.

Κοσμοδρόμιο