Του Πάσχου Λαζαρίδη

Λένε ότι οι ήττες είναι ορφανές ενώ οι νίκες έχουν πολλούς πατεράδες. Στην περίπτωση της κορυφαίας στιγμής της ελληνικής πολιτικής ιστορίας του 21ου αιώνα, συνέβη το ανάποδο. Η νίκη του ΟΧΙ στο δημοψήφισμα του 2015 έμεινε ορφανή. Ο ΣΥΡΙΖΑ, που ήταν ο βασικός εκφραστής του ΟΧΙ, προσχώρησε στο στρατόπεδο των «ηττημένων», η ΝΔ αν και χαμένη, δήλωνε απειλητικά ότι «η αστική τάξη θα αντιδράσει όπως ξέρει» και το ΚΚΕ απείχε επιδεικτικά από την πιο οξυμένη κοινωνική και πολιτική αντιπαράθεση των τελευταίων δεκαετιών.

Το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος ήρθε κόντρα σε θεούς και δαίμονες περιγελώντας πολύ ισχυρότερους αντιπάλους. Η περίοδος του Ιουλίου του 2015 ανήκει στις χρονικές στιγμές που ο συσχετισμός ανατρέπεται και η κοινωνική πλειοψηφία σπάει έστω και συγκυριακά το καβούκι του φόβου και της ανασφάλειας, αυθαδιάζει στους αφέντες και δοκιμάζει την αμφισβήτηση και την ανυπακοή. Ως τέτοια, θα είναι πάντα σημείο αναφοράς για τις δυνάμεις που οραματίζονται και δουλεύουν για την κοινωνική ανατροπή και δεν την έχουν παρκάρει ξεχασμένη σε εικονοστάσι του παρελθόντος. Δεν είναι τυχαίο ότι το δημοψήφισμα και το αποτέλεσμά του προκάλεσαν και προκαλούν τη λυσσασμένη οργή της άρχουσας τάξης και του διευθυντηρίου της Ε.Ε.

Η μετατροπή του ΟΧΙ σε ΝΑΙ συνέβαλε καθοριστικά σε μια μακρά περίοδο αρνητικού συσχετισμού, βαθιάς και στρατηγικής ήττας της Αριστεράς σε κάθε της εκδοχή. Σε αυτήν την περίοδο βρισκόμαστε σήμερα, και δεν είναι ορατή η έξοδος από αυτήν. Η ήττα που ακολούθησε τη νίκη, ήταν το αποτέλεσμα της μαζικής εμπέδωσης της ιδεολογίας του μονόδρομου. Εδώ, ο ΣΥΡΙΖΑ έβαλε τη σφραγίδα του. Η προσχώρηση του μεγαλύτερου τμήματος του αντιμνημονιακού στρατοπέδου στο μνημονιακό μονόδρομο, έδειξε και τα όρια της εύκολης και ανέξοδης αντιμνημονιακής αντιπολίτευσης.

Από τα Ζάππεια του Σαμαρά, μέχρι το πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης του Τσίπρα, η πραγματικότητα έδειξε ότι όσοι συναντιούνται με αυτήν, πρέπει, είτε να σκύψουν ατιμωτικά το κεφάλι στους διεθνείς και εγχώριους συσχετισμούς, είτε να επιλέξουν μια πολύ βαθύτερη ρήξη από τις ανώδυνες λογοκοπίες με ζουρνάδες και νταούλια. Η αντίθεση μνημόνιο – αντιμνημόνιο έληξε όταν πλέον αποδείχθηκε ότι ήταν πολύ φτωχή για να εκφράσει τις βαθύτερες ρήξεις και ανατροπές που απαιτούνταν.

Η νίκη που έγινε ήττα προκάλεσε μια σαρωτική αντεπίθεση της αστικής τάξης. Ξεσαλωμένη, καθότι «δικαιωμένη», επιδίδεται σε κρεσέντο κοινωνικού αγριανθρωπισμού με ισχυρές δόσεις πολιτικού τσογλανισμού. Η άρχουσα τάξη και το πολιτικό της προσωπικό έχουν κυριολεκτικά «απασφαλίσει» θεωρώντας ότι όχι μόνο η ιστορία τους δικαίωσε, αλλά ότι τους επιτρέπονται πλέον τα πάντα. Το μίσος που δείχνει η αστική τάξη απέναντι στο λαό, στις κοινωνικές και εργατικές κατακτήσεις που απέμειναν από τον προηγούμενο αιώνα, και σε ενδεχόμενη επανάληψη επικίνδυνων στιγμών, είναι ενδεικτικό του πόσο άλλαξε ο συσχετισμός από το καλοκαίρι του 2015.

Ορισμένοι ισχυρίζονται ότι αυτή η επιθετικότητα οφείλεται στον πολιτικό γόνο που έλαχε να ηγηθεί της ρεβανσιστικής παλινόρθωσης, τον Κυριάκο Μητσοτάκη. Προσωποποιούν την επιθετική ανασυγκρότηση του αστισμού στον βασικό εκφραστή των συμφερόντων της άρχουσας τάξης, τον νυν πρωθυπουργό, υποβαθμίζοντας όμως τις βαθύτερες αιτίες αυτής της επιθετικότητας.

Άλλοι ισχυρίζονται ότι η αστική πολιτική βρίσκεται σε πλεονεκτική συγκυρία καθώς οικοδομεί ευρύτερες κοινωνικές συναινέσεις κερδίζοντας όχι μόνο το μεγάλο κεφάλαιο αλλά και μικρομεσαία στρώματα. Το ερώτημα βεβαίως εδώ είναι αν αυτές οι συμμαχίες με τη μεσαία τάξη κερδίζονται επειδή είναι υπαρκτές, ελκυστικές και ορατές οι προοπτικές βελτίωσης της θέσης της, ή επειδή οι προσδοκίες είναι πλέον υπό του μηδενός, μετά από μια περίοδο οικονομικής συντριβής (2010 – 2016) και μια μεταμνημονιακή στασιμότητα (2017-2021) που δείχνει ότι θα κρατήσει πολλά ακόμα χρόνια.

Στην πραγματικότητα, η αστική τάξη αντιλαμβάνεται ότι η μεταμνημονιακή Ελλάδα είναι ισχυρά υποβαθμισμένη, ότι η εποχή της ισχυρής Ελλάδας της εισόδου στην ΟΝΕ και των Ολυμπιακών Αγώνων είναι άπιαστο όνειρο, ότι η Ε.Ε. έχει κατατάξει οριστικά τη χώρα σε επιδεινωμένη θέση στην περιφέρειά της, εσαεί αναλώσιμη και ευάλωτη σε κάθε είδους πίεση, οικονομική ή γεωπολιτική.

Κοινωνικά και οικονομικά είναι καθολικά αποδεκτό ότι το μόνο που θα ευδοκιμήσει στη χώρα είναι ο τουρισμός και οι σχετιζόμενες με αυτόν υπηρεσίες, ενώ ο μοχλός της αναιμικής ανάκαμψης θα είναι η φούσκα των ακινήτων. Ο τουρισμός είναι μια εντελώς επισφαλής (όπως έδειξε η πανδημία), οριακή (αφορά σωρευτικά το ένα πέμπτο του ΑΕΠ) και ταξικά χρωματισμένη οικονομική δραστηριότητα (καθώς γεννά κατά πλειοψηφία ανασφαλείς και κακοπληρωμένες θέσεις εργασίας). Η ανοδική πορεία στις τιμές των ακινήτων μπορεί να εκτινάξει τα κέρδη των μεγάλων του real estate και ίσως να ευνοήσει συγκυριακά κάποια μεσαία στρώματα, αλλά θα φέρει την κόλαση για τις νέες ηλικίες που βλέπουν τιμές και ενοίκια να φεύγουν πολύ πάνω από τα εισοδήματά τους.

Γεωπολιτικά αποδεικνύεται ότι η χώρα θα είναι διαρκώς δεδομένη σε κάθε επιθυμία του ευρωατλαντικού παράγοντα, εξαϋλώνοντας την όποια δυνατότητα διαπραγμάτευσης θα μπορούσε να έχει μια τυπικά ανεξάρτητη χώρα με πολυδιάστατες διεθνείς σχέσεις. Η δικομματική πολιτική ολοκληρωτικής ένταξης στον άξονα ΗΠΑ – Ισραήλ, ξεκίνησε ως φαεινή διπλωματία επί ΣΥΡΙΖΑ που τάχα θα αποκόμιζε οφέλη από την όξυνση των αμερικανο-τουρκικών σχέσεων και κατέληξε σε διαρκείς υποχωρήσεις στις μονομερείς διεκδικήσεις της Τουρκίας, υπό την προτροπή του ΝΑΤΟ «βρείτε τα κάπου στη μέση».

Τι είδους και ποιας ποιότητας όραμα και σχέδιο είναι αυτό που προσφέρει στη χώρα και στο λαό της, η ελληνική αστική τάξη;

Ποια προοπτική συνιστά για την κοινωνική πλειοψηφία μια χώρα γκαρσονιών, μια οικονομία με μονοκαλλιέργεια τον τουρισμό και τα ακίνητα, μια Ελλάδα που είδε το κατά κεφαλήν ΑΕΠ να πέφτει σε μια δεκαετία κατά 28%, πρώτα με τα μνημόνια και έπειτα με την πανδημία; Και πόσο πειστική είναι η προοπτική ανάκαμψης η οποία όλο και αναβάλλεται και που αφορά σχεδόν αποκλειστικά τα πολύ μεγάλα εισοδήματα;

Κι όμως, αυτή η χρεοκοπημένη αστική πολιτική, αυτή η πολλαπλά αποτυχημένη αστική τάξη, εμφανίζεται σήμερα πιο επιθετική από ποτέ.

Είναι σαφές ότι αυτό δεν οφείλεται στις δυνατότητές της, αλλά στην απουσία αντιπάλου της. Για την ακρίβεια, οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στο ότι απέδειξε το καλοκαίρι του 2015 ότι «δεν υπάρχει άλλος δρόμος». Κι αν σήμερα ξεσαλώνουν οι «γόνοι» της αστικής τάξης με προκλητικές πολιτικές και νόμους, είναι γιατί χθες τους το επέτρεψαν οι «σώγαμπροι» της αστικής τάξης, όταν αποφάνθηκαν ότι κάθε σκέψη εξόδου από το μονόδρομο των δανειστών και της Ε.Ε. είναι «πορεία σε ναρκοπέδιο μετά τη διακεκαυμένη ζώνη».

antapocrisis