Της Μαριάννας Τζιαντζή

Πόσο πουλιέται το φιλί; λέει το τραγούδι. Πόσο πουλιέται η ελευθερία; Μόλις 150 ευρώ, όχι όμως για όλους αλλά μόνο για τους νέους 18-25 ετών. Έτσι αποκτούν την «Κάρτα Ελευθερίας», όπως βαρύγδουπα ονομάστηκε η προπληρωμένη κάρτα που εξασφαλίζει στον κάτοχό της πρόσβαση σε τουριστικές και πολιτιστικές δραστηριότητε,ς εφόσον έχει προηγηθεί η πρώτη δόση του εμβολίου κατά του Covid-19.

Αν δώσουμε σε έναν ζητιάνο 5 ή 10 ευρώ και όχι 10 ή 20 λεπτά, είναι πολύ πιθανό εκείνος να ξαφνιαστεί και να μας ευχαριστήσει θερμά. Όμως και πάλι εκείνος ζητιάνος θα παραμείνει. Η ευγνωμοσύνη του θα κρατήσει μέχρι να στρίψουμε στη γωνία. Ίσως με αυτά τα χρήματα να επιτρέψει στον εαυτό του μια μικρή πολυτέλεια, όμως και πάλι θα εξαρτάται από την «καλοσύνη των ξένων».

Ευπρόσδεκτα είναι αυτά τα χρήματα για τους περισσότερους νέους και μάλιστα όταν το αντάλλαγμα είναι ένα σχεδόν ανεπαίσθητο τσιμπηματάκι, ενώ δεν μπορούμε να υποτιμήσουμε την κοινωνική σημασία του μαζικού εμβολιασμού. Το εξοργιστικό είναι τα παχιά λόγια, η υποκρισία, η αυταρέσκεια και η αλαζονεία με την οποία η κυβέρνηση διαφημίζει την πρωτοβουλία της, που σε τελική ανάλυση δεν είναι παρά μια επιχείρηση εξαγοράς της νέας γενιάς ψηφοφόρων για τις εκλογές που, κατά τα φαινόμενα, δεν θα αργήσουν να προκηρυχτούν.

Όταν η Ελλάδα έχει διώξει περίπου μισό εκατομμύριο «παιδιά της», που σήμερα εργάζονται στο εξωτερικό, όταν η ανεργία στους νέους καλπάζει, όταν οι μισθοί -για νέους και για λιγότερο νέους- είναι εξευτελιστικά χαμηλοί, όταν ο νέος αντεργατικός νόμος μάς στέλνει πίσω στην προ Σικάγο εποχή, το δωράκι, ο μπουναμάς, το χαρτζιλίκι των 150 ευρώ μοιάζει με κοροϊδία.

Τα υλικά κίνητρα είναι μια παλιά ιστορία. Ένας παλιός κομμουνιστής, ο τυπογράφος Θεμιστοκλής, μας έλεγε κάποτε ότι στη δεκαετία του ’30, προφανώς προ της δικτατορίας του Μεταξά, όποιος νεολαίος του κόμματος πουλούσε, για ένα χρονικό διάστημα, τους περισσότερους Ριζοσπάστες, θα κέρδιζε ένα ταξίδι στον Παράδεισο, δηλαδή στη Μόσχα! Θα ήταν επιπόλαιο να πούμε ότι το έπαθλο ήταν περιττό, ότι οι νέοι απλώς έπρεπε να διαδώσουν την εφημερίδα του κόμματος γιατί αυτό υπαγόρευε το επαναστατικό καθήκον τους. Αναμφίβολα χιλιάδες νέοι, με δέλεαρ τα 150 ευρώ, θα παρακινηθούν να εμβολιαστούν γιατί στην εποχή μας όλα ή σχεδόν όλα μπορούν να εξαγοραστούν (ή να κατασκευαστούν), ακόμα και η κοινωνική συνείδηση.

Ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι με την «Κάρτα Ελευθερίας» δεν μπορεί ένας νέος να αγοράσει βιβλία, ένα-δυο βιβλία για την παραλία ή για το ταξίδι με το τρένο βρε αδελφέ! Προφανώς, το βιβλίο δεν είναι προϊόν πολιτισμού — πρόσφατη απόδειξη η ευκολία με την οποία οι τράπεζες πολτοποίησαν το στοκ των εκδόσεων Γαβριηλίδη). Ή, ίσως, επειδή η κυβέρνηση πιστεύει ότι οι νέοι δεν διαβάζουν ή δεν χρειάζεται να διαβάζουν στο χαρτί, αφού υπάρχει το ίντερνετ. Ας μου επιτραπεί μια παρέκβαση που δείχνει ότι υπάρχουν πολλών λογιών κίνητρα. Η ανάγνωση βιβλίων άρχισε πριν λίγα χρόνια να χρησιμοποιείται και εξακολουθεί να χρησιμοποιείται ως κίνητρο σε κάποιες φυλακές της Βραζιλίας. Ο κρατούμενος που θα διαβάσει ένα βιβλίο και θα γράψει, υπό επιτήρηση, μια σχετική έκθεση γι’ αυτό, κερδίζει μια μείωση τεσσάρων ημερών της ποινής του — πρώτο βιβλίο στις προτιμήσεις των φυλακισμένων αναγνωστών: Οι άθλιοι του Βικτόρ Ουγκό, για λόγους ευνόητους. Αμφιλεγόμενη έχει χαρακτηριστεί αυτή η πρακτική, καθώς υποστηρίζεται ότι η ανάγνωση πρέπει(;) να υπαγορεύεται από μια εσωτερική ανάγκη, όμως η σύνδεση βιβλίου κι ελευθερίας μοιάζει πιο πειστική από την «ελευθερία» των 150 ευρώ.

Η «ελευθερία» που χορηγείται από τον κ. Μητσοτάκη δεν είναι διαρκής. Κρατά όσο κρατούν λίγες ημέρες διακοπών σε ένα φτηνό κάμπινγκ, όσο ένα εισιτήριο πλοίου μετ’ επιστροφής και μια-δυο διανυκτερεύσεις σε κάποιο νησί — για τα υπόλοιπα, ας τσοντάρουν γονείς και παππούδες, εφόσον μπορούν. Λίγο κρατά η ελευθερία, λίγο κρατά η γιορτή, όπως πολύ καλά γνωρίζει το «κοριτσάκι με τα Σπίρτα» του παραμυθιού.

Μένει να δούμε, αν θα βρεθούν πρόθυμοι χορηγοί να εμπλουτίσουν την «Κάρτα Ελευθερίας», όπως εταιρείες κινητής τηλεφωνίας που θα χορηγούν δωρεάν χρόνο ομιλίας, π.χ. 200 λεπτών, ή μερικές δεκάδες γιγαμπάιτ, για τους εμβολιασμένους νέους. Όσο για τους εμβολιασμένους άνω των 25 ετών, ας αρκεστούν στο νέο κύμα προνομίων (είσοδος σε κλειστούς χώρων εστιατορίων, καφέ, μπαρ κ.λπ.). Κάποια προπληρωμένη ψηφιακή κάρτα ελευθερίας ίσως βρεθεί και γι’ αυτούς.

Πολλές μορφές μπορεί να πάρει η «ανάπηρη ελευθερία» για την οποία μίλησε ο ποιητής Μιχάλης Κατσαρός — και μια σύγχρονη παραλλαγή της είναι «ελευθερία ψηφιακή πάλι σου τάζουν».

w