Του Γεράσιμου Λιβιτσάνου

Το ότι ο Μάκης Βορίδης, ανέλαβε να προωθήσει στη Βουλή μια κυβερνητική τροπολογία ώστε να μην μπορούν να μετέχουν στις εκλογές οι καταδικασμένοι από το Εφετείο Αθηνών Χρυσαυγίτες με την ιδιότητα του αρχηγού κόμματος ήταν εξαρχής πολιτικό παράδοξο. Θεσμικά, η υπόθεση αυτή αποτελεί αντικείμενο του υπουργού Εσωτερικών. Πολιτικά όμως, ήταν βέβαιο πως κάτι δεν θα πάει καλά όταν αναλαμβάνει να διεκπεραιώσει μια τέτοια υπόθεση ένα πολιτικό στέλεχος που στο παρελθόν – συγκεκριμένα το 1985- αντικατέστησε τον Νίκο Μιχαλολιάκο στην ηγεσία της ΕΠΕΝ. Δηλαδή μοιράζονταν τον ίδιο πολιτικό χώρο με τους καταδικασμένους νεοναζί. Όντως λοιπόν κάτι δεν πήγε καλά.

Έτσι κατά την χθεσινή συζήτηση της νομοθετικής ρύθμισης που κατατέθηκε και ψηφίστηκε στο νομοσχέδιο του υπουργείου Εσωτερικών για το εκλογικό σύστημα στους δήμους «έβγαλε λαγούς». Με αφορμή την υπόθεση αυτή ο Μάκης Βορίδης «έριξε την ιδέα» για ένα δικαστήριο που θα κρίνει ποια πολιτικά κόμματα είναι «συμβατά» με το πολίτευμα της χώρας, το οποίο θα καθορίζει και το δικαίωμα τους στην πολιτική δράση και την συμμετοχή στις εκλογές. Παίρνοντας μάλιστα «πάσα» από μία πρόταση που κατέθεσε ο βουλευτής του ΚΙΝ.ΑΛ Χάρης Καστανίδης.

Ας δούμε όμως τα πράγματα από την αρχή:

Η τροπολογία… για την Χρυσή Αυγή προβλέπει ένα κατάλογο κακουργημάτων για τα οποία αν κάποιος έχει (όχι αμετάκλητα) καταδικαστεί δεν μπορεί να έχει την ιδιότητα του αρχηγού κόμματος. Με τον τρόπο αυτό η κυβέρνηση υποστηρίζει ότι εμποδίζει τα στελέχη της Χρυσής Αυγής που έχουν καταδικαστεί ως μέλη εγκληματικής οργάνωσης να ηγηθούν η να εκπροσωπήσουν κόμμα που κατεβαίνει στις εκλογές. Επίσης ορίζει ότι κόμμα που θα τους έχει στις τάξεις του δεν θα μπορεί να χρηματοδοτηθεί προεκλογικά και να προβληθεί από τα μέσα ενημέρωσης. Μάλιστα ο υπουργός Εσωτερικών Μάκης Βορίδης φρόντισε να ξεκαθαρίσει πως «η Χρυσή Αυγή είναι νεοναζιστική οργάνωση, αλλά αυτό το οποίο τη θέτει στη φυλακή δεν είναι το ότι είναι νεοναζιστική οργάνωση. Τη θέτουν οι εγκληματικές της πράξεις. Και αυτό το οποίο νομοθετούμε σήμερα δεν είναι ότι το νομοθετούμε για τους νεοναζί. Το νομοθετούμε για όσους έχουν κάνει και έχουν καταδικαστεί για συγκρότηση και διεύθυνση εγκληματικής οργανώσεως».

Τοποθετούμενος για την τροπολογία αυτή ο βουλευτής του ΚΙΝ.ΑΛ Χάρης Καστανίδης θεώρησε ότι είναι καλη ευκαιρία να καταθέσει μία συγκεκριμένη πρόταση. Όπως είπε αυτή «αφορά το άρθρο 29 του Συντάγματος. Όπως ξέρετε το άρθρο 29 του Συντάγματος προβλέπει με θεμελιώδη συνταγματική αρχή ότι τα κόμματα που ιδρύονται νομίμως πρέπει να έχουν καταστατικό και ιδέες οι οποίες δεν αντιστρατεύονται την ελεύθερη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος. Αν στην εκλογική μας νομοθεσία είχαμε εγκαίρως συμπεριλάβει κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 29 του Συντάγματος διάταξη στην εκλογική μας επαναλαμβάνω νομοθεσία ότι δεν μπορούν να αναγνωρίζονται οι συνδυασμοί κομμάτων από τον Άρειο Πάγο που προφανώς από το καταστατικό και τις διακηρύξεις τους φαίνεται ότι μπορούν να υπονομεύσουν την ομαλή λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος δεν θα είχαμε ποτέ τη Χρυσή Αυγή μέσα στο ελληνικό Κοινοβούλιο». Επισήμανε ότι «παρά το γεγονός ότι γνωρίζω ότι υπάρχουν ενστάσεις που κυρίως οφείλονται στο παρελθόν και σε διακρίσεις του παρελθόντος, νομίζω ότι θα ήταν χρήσιμο να σκεφτούμε και ίσως να συμπεριλάβουμε στην εκλογική μας νομοθεσία».

Την τοποθέτηση αυτή δεν άφησε να «πέσει κάτω» ο υπουργός Εσωτερικών Μάκης Βορίδης. Διευκρινίζοντας μάλιστα ότι δεν μιλά ως υπουργός αλλά ότι εκφράζει προσωπικές απόψεις. Σημείωσε πως «υπάρχει πράγματι μία πρόβλεψη μέσα στο Σύνταγμά μας που λέει ότι υπάρχει μία υποχρέωση των κομμάτων να εργάζονται για την προαγωγή του δημοκρατικού πολιτεύματος και να υπηρετούν τις δημοκρατικές αξίες. Άκουσα λοιπόν μία σκέψη από την πλευρά του κ. Καστανίδη ότι ενδεχομένως να εξεταστεί το κατά πόσο θα μας ενδιέφερε να ενεργοποιήσουμε αυτήν την διάταξη του Συντάγματος. Αυτό βεβαίως μας πηγαίνει κάπου αλλού. Μας βγάζει από τον χώρο του ποινικού και μας πηγαίνει σε μία κρίση -η οποία ξεκαθαρίζω εγώ ο μόνος τρόπος να το σκεφτόμουνα θα ήταν μια δικαστική κρίση, αυτό σε άλλες χώρες υπάρχει, υπάρχει δικαστική κρίση ως προς τα ζητήματα αυτά- που θα έκρινε το κατά πόσο σε τελευταία ανάλυση ένα πολιτικό κόμμα πράγματι λειτουργεί με αυτόν τον τρόπο. Εάν –εκφράζω τώρα προσωπικές απόψεις, δεν μιλώ ως Υπουργός, δεν είναι κάτι που έχουμε συζητήσει, αντιδρώ σε μία σκέψη ενός συναδέλφου μου μέσα στο κοινοβούλιο- ενδεχομένως υπήρχαν τέτοιου είδους ρυθμίσεις ίσως να είχαμε γλιτώσει πολλά απ’ αυτά που περάσαμε όλο αυτό το χρονικό διάστημα με τα φαινόμενα αυτά».

Δίχως να κρίνει κανείς το κίνητρο του βουλευτή του ΚΙΝ.ΑΛ Χάρη Καστανίδη αντικειμενικά η συζήτηση για την τροπολογία που αφορά… τη Χρυσή Αυγή οδηγήθηκε σε μία συζήτηση για ένα δικαστικό σώμα που θα κρίνει την συμβατότητα ενός πολιτικού σχηματισμού με το ισχύον πολιτειακό σύστημα. Μάλιστα εμμέσως πλην σαφώς ο υπουργός Εσωτερικών αναφέρθηκε σε άλλες χώρες – προφανώς εντός Ευρωπαϊκής Ένωσης – που διαθέτουν έναν τέτοιο μηχανισμό.

Δεν είναι καθόλου δύσκολο να υποθέσει κανείς που μπορεί να οδηγήσει μια τέτοια συζήτηση. Ιδίως όταν βρίσκεται σε πλήρη ισχύ ο περίφημος τρομονόμος και το άρθρο 187 που δίνει την ευχέρεια χαρακτηρισμών σε πολιτικές οργανώσεις. Ιδίως μάλιστα αν αυτή εναρμονιστεί με δομικές αρχές της Ευρωπαϊκής Ένωσης στους κυρίαρχους κύκλους της οποίας η «θεωρία των δύο άκρων» αποτελεί κανόνα.

Ημεροδρόμος