του Δημήτρη Χρυσικόπουλου

Πριν από μερικές εβδομάδες η CEO ενός περιοδικού με έδρα την Ουάσιγκτον έγραψε σε ένα άρθρο της ότι, αν οι εργαζόμενοι σε μια επιχείρηση επιμείνουν στην τηλεργασία, τότε θα πρέπει να χάσουν προνόμια, όπως την υγειονομική τους κάλυψη.

Οι εργαζόμενοι στο περιοδικό απάντησαν στην CEO αρνούμενοι να δημοσιεύσουν το παραμικρό για 24 ώρες. Η συγγνώμη και η στροφή 180 μοιρών που ακολούθησε ήταν και ταχύτατη και εντυπωσιακή, ωστόσο το άρθρο έδειξε με τον πλέον χαρακτηριστικό τρόπο το πρόβλημα.

Καθώς σταδιακά η παλίρροια της πανδημίας της Covid-19 υποχωρεί, οι εμβολιασμοί προχωρούν (έστω και με δυσκολίες) και οι κυβερνήσεις ανά τον κόσμο αίρουν τα απαγορευτικά μέτρα, το ερώτημα για την επιστροφή στο γραφείο παραμένει ανοιχτό και αναπάντητο για πολύ κόσμο.

Επτά στους δέκα υπερ

Σύμφωνα με πρόσφατη έρευνα της εφημερίδας «USA Today», το 40% των εργαζομένων δήλωσε ότι προτιμά τη μονιμοποίηση της τηλεργασίας και το 35% ότι τάσσεται υπέρ υβριδικού συστήματος με φυσική παρουσία και τηλεργασία, με αναλυτές να αναφέρουν ότι συντελέστηκε αλλαγή στο «εργασιακό DNA» στη διάρκεια της πανδημίας και ότι η επιστροφή στην προ Covid-19 κανονικότητα θα είναι δύσκολη, οδυνηρή και σε ορισμένες περιπτώσεις ίσως οδηγήσει και σε συγκρούσεις μεταξύ εργαζομένων και εργοδοτών.

Στην ίδια έρευνα σχεδόν τέσσερις στους δέκα τάσσονται υπέρ της τηλεργασίας κυρίως επειδή τους δίνει περισσότερη ευελιξία, ωστόσο, σε ποσοστά κυμαινόμενα από 26% έως 31%, οι ερωτηθέντες εκφράζουν ανησυχίες και φοβίες σχετιζόμενες με την πανδημία: από το «θα βρεθώ ξανά ανάμεσα σε ανθρώπους» και το «θα μοιράζομαι χώρους και μηχανήματα» μέχρι το «μπορεί να υπάρχει ανεμβολίαστος συνάδελφος» ή το «δεν θα τηρούνται οι κανόνες κοινωνικής αποστασιοποίησης». Σημαντικό: Μόνο το 9% δηλώνει ότι δεν έχει κανένα πρόβλημα να επιστρέψει στο γραφείο.

Το ενδιαφέρον είναι πως μια άλλη έρευνα έδειξε ότι περίπου το 90% των επιχειρήσεων δηλώνει ότι δεν έχει πρόβλημα να υιοθετήσει ένα υβριδικό σύστημα τηλεργασίας και παρουσίας στο γραφείο, ενώ σε μελέτη του 2020 της PricewaterhouseCoopers σχεδόν επτά στα δέκα στελέχη επιχειρήσεων εκτίμησαν ότι οι εργαζόμενοι θα πρέπει να έχουν φυσική παρουσία στη δουλειά τουλάχιστον τρεις ημέρες την εβδομάδα, προκειμένου να διατηρηθεί αυτό που ονομάζεται «κουλτούρα της επιχείρησης», αφήνοντας ανοιχτό παράθυρο για μερική συνέχιση της τηλεργασίας.

Η εικόνα της Ελλάδας

Όσον αφορά την Ελλάδα, σύμφωνα με έρευνα της Randstad, σχεδόν ένας στους δύο εργαζομένους εργάζεται… εκ του μακρόθεν, ωστόσο το 85% των ερωτηθέντων δηλώνει πρόθυμο να επιστρέψει κανονικά στον χώρο εργασίας του, πέμπτο υψηλότερο ποσοστό στον κόσμο, πίσω μόνο από τις Ινδία (93%), Κίνα (92%), Νορβηγία (88%) και Δανία (86%). Από την άλλη, το 49% των εργαζομένων δηλώνει ότι αναμένει τον εμβολιασμό των συναδέλφων του για να νιώσει ασφάλεια και το 45% ότι προτιμά την τηλεργασία μέχρι να ολοκληρωθεί η ευρεία διάθεση των εμβολίων κατά της Covid-19.

Για την ώρα ουδείς γνωρίζει πότε ακριβώς και πώς θα γίνει η μετάβαση από την τηλεργασία στη φυσική παρουσία των εργαζομένων στα γραφεία τους. Στην Ελλάδα, στον ιδιωτικό τομέα, το ποσοστό 50% της τηλεργασίας λήγει στις 31 Μαΐου και ακόμη δεν έχει ξεκαθαρίσει αν θα αρθούν όλοι οι περιορισμοί. Στο Δημόσιο, πάλι, το ποσοστό εργαζομένων σε καθεστώς τηλεργασίας έχει ήδη αρχίσει να μειώνεται, συνοδεία πάντα self test και με εφαρμογή, κατά το ανθρωπίνως δυνατόν, των μέτρων υγειονομικής ασφαλείας και κοινωνικής αποστασιοποίησης.

Τα τρία μεγάλα ζητήματα

Σύμφωνα με αναλυτές της αγοράς εργασίας, υπάρχουν τρία μεγάλα εμπόδια που θα πρέπει να υπερνικηθούν μέχρις ότου η εργασία επιστρέψει σε προ πανδημίας μορφή.

  1. Το πρώτο είναι το διάστημα προσαρμογής από την τηλεργασία στη φυσική παρουσία στο γραφείο: εκτιμάται ότι η λογική «όπως κλείσαμε, έτσι θα ανοίξουμε» θα έχει πολύ χειρότερες συνέπειες για τους εργαζομένους και την αποδοτικότητά τους από μια πιο σταδιακή επαναπροσαρμογή στις προτεραίες συνθήκες. Ωστόσο πολλοί εργοδότες θέλουν αλλαγή «εδώ και τώρα», χωρίς ένα σχέδιο επιστροφής.
  2. Συνέπεια του προηγούμενου εμποδίου είναι και η πιθανή απώλεια εργαζομένων, οι οποίοι διαπίστωσαν ότι η τηλεργασία τούς ταιριάζει πιο πολύ από το οκτάωρο – ή και παραπάνω – στο γραφείο, ακόμη και αν εν τέλει εργάζονταν περισσότερες ώρες. Ήδη στις ΗΠΑ το φαινόμενο έχει αρχίσει να εμφανίζεται, αν και θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι η αγορά εργασίας είναι εντελώς διαφορετική από την ευρωπαϊκή – πολλώ δε μάλλον από την ελληνική – και, φυσικά, ότι δεν συμβαίνει σε όλους τους κλάδους, αλλά εκεί όπου συνήθως υπάρχει ανάγκη για προσωπικό.
  3. Ένα τρίτο ζήτημα αφορά το «δικαίωμα στην αποσύνδεση», το δικαίωμα του εργαζομένου να μην υποχρεούται να απαντήσει σε επικοινωνίες (e-mail, SMS, μηνύματα σε chat apps κ.λπ.) από τη δουλειά του πέραν κάποιου χρονικού σημείου. Πρέπει να σημειωθεί ότι στο εξωτερικό, σε κάποιους κλάδους, η διαθεσιμότητα 24/7 του εργαζομένου θεωρείται περίπου δεδομένη, ωστόσο η τηλεργασία λόγω της πανδημίας μοιάζει να επέκτεινε αυτή τη… συνήθεια των εργοδοτών και σε άλλους τομείς της εργασίας και ζητείται ρύθμιση που θα προστατεύει το δικαίωμα στην αποσύνδεση.
    Φυσικά όλα αυτά ίσως ακούγονται ως «προβλήματα του πρώτου κόσμου» για τους εκατομμύρια εργαζομένους – αυτούς που, από την ώρα που εμφανίστηκε ο κορωνοϊός, αποκαλούνται «απαραίτητοι» και συνήθως είναι οι πλέον χαμηλά αμειβόμενοι – οι οποίοι επί 14 μήνες δεν σταμάτησαν ποτέ να είναι παρόντες στον χώρο εργασίας τους, συχνά διακινδυνεύοντας την υγεία τους. Ωστόσο η πανδημία δημιούργησε μια νέα πραγματικότητα για τα «επαγγέλματα γραφείου» και όποιος την αγνοήσει κινδυνεύει να βρεθεί προ οδυνηρών εκπλήξεων.

Ποντίκι