Της Αντριάνας Βασιλα

Στον πάτο της Ευρώπης βρίσκεται η Ελλάδα λόγω της συμπίεσης για το μεγαλύτερο μέρος των εργαζομένων.

Τη διαδικασία διαλόγου για αύξηση του κατώτατου μισθού στα 751 ευρώ για φέτος άνοιξε η ΓΣΕΕ. Ωστόσο η απόφαση ακόμα εκκρεμεί και αναμένεται να ανακοινωθεί τον Ιούλιο. Οι κοινωνικοί εταίροι διατυπώνουν τις θέσεις τους και η Γενική Συνομοσπονδία Εργατών Ελλάδος ζητάει αύξηση.

Στη συνέχεια προτείνει να προσαρμοστεί στο 60% του διάμεσου μισθού βάσει των στοιχείων του ΟΟΣΑ, δηλαδή στα 809 ευρώ. Παρά την αύξηση του κατώτατου μισθού κατά 10,9% το 2019, παραμένει κάτω από το όριο της σχετικής και της απόλυτης φτώχειας, αφού αντιστοιχεί στο 48,2% του διάμεσου μισθού, σύμφωνα με την αιτιολογία της ΓΣΕΕ.

Η Συνομοσπονδία παραπέμπει στην προτεινόμενη Οδηγία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, όπου υπογραμμίζεται ότι η πραγματική αγοραστική δύναμη των κατώτατων μισθών θα πρέπει να αποτελεί ένα από τα κριτήρια για την αξιολόγηση της επάρκειάς τους. Με αυτό το δεδομένο η αγοραστική δύναμη του κατώτατου μισθού στην Ελλάδα είναι η πέμπτη χαμηλότερη σε όλη την Ε.Ε.

Οι μόνοι με απώλειες

Επιπλέον η Ελλάδα είναι το μόνο κράτος – μέλος το οποίο υπέστη απώλεια αγοραστικής δύναμης του κατώτατου μισθού σε σχέση με το επίπεδο του 2010 (-9,45%), όταν στα υπόλοιπα κράτη – μέλη υπήρξε αύξηση.

Στη χώρα μας σήμερα ένας στους τρεις εργαζόμενους του ιδιωτικού τομέα αμείβεται με λιγότερα από 650 ευρώ μικτά τον μήνα και σχεδόν ένα εκατομμύριο μισθωτοί στην Ελλάδα διαβιούν στα όρια της σχετικής φτώχειας, σύμφωνα με την επεξεργασία των πινάκων του ΕΦΚΑ για τη μηνιαία απασχόληση και το ύψος των αμοιβών, καθώς και την έκθεση του ΙΝΕ/ΓΣΕΕ για τους μισθωτούς που θα επηρεάσει η (τυχόν) αύξηση του κατώτατου μισθού.

Έτσι, με βάση τα επίσημα στοιχεία ασφάλισης, περισσότεροι από 658.000 μισθωτοί εργάζονται με καθεστώς μερικής απασχόλησης ή διαλείπουσας εργασίας και έχουν μέση αμοιβή 400 ευρώ μικτά τον μήνα ή 24,96 ευρώ μικτά την ημέρα. Εκ των οποίων οι 400.000 εργάζονται σε επιχειρήσεις από 10 άτομα και πάνω. Η πλειονότητα των μερικώς εργαζομένων είναι γυναίκες και ανέρχονται σε 360.347 επί συνόλου 658.000.

Σύμφωνα με μελέτη των επιστημονικών συνεργατών της ΓΣΕΕ (ΙΝΕ/ΓΣΕΕ), η αναγκαία αύξηση του κατώτατου μισθού θα επηρεάσει το 34% των εργαζομένων στην Ελλάδα, ενώ στο Βέλγιο μόλις το 3%. Και αυτό γιατί η Ελλάδα κατέχει το αρνητικό ρεκόρ της συμπίεσης του μεγαλύτερου μέρους του εργατικού δυναμικού στις κατώτατες αποδοχές σε σχέση με όλα τα κράτη – μέλη της Ε.Ε.

Παράλληλα, το ποσοστό κάλυψης του εργατικού δυναμικού από συλλογικές συμβάσεις στην Ελλάδα είναι το όγδοο χειρότερο μεταξύ των κρατών – μελών, καθώς δεν ξεπερνά το 35%.

Πάλι στον πάγο…

Ωστόσο τα δυσμενή οικονομικά μεγέθη που απορρέουν (και) από την κρίση της πανδημίας δεν αφήνουν μεγάλα περιθώρια αισιοδοξίας όσον αφορά το ενδεχόμενο αύξησης του κατώτατου μισθού στη χώρα μας.

Το επικρατέστερο σενάριο σε ό,τι αφορά αυτή τη διαδικασία είναι πως ο κατώτατος μισθός των 650 ευρώ θα παραμείνει «παγωμένος» έως το τέλος του 2021 και τις αρχές του 2022, όταν θα εκκινήσει εκ νέου η ετήσια διαδικασία αναπροσαρμογής του. Άλλωστε η κυβέρνηση, όπως δήλωσε και πρόσφατα ο πρωθυπουργός, στηρίζει το μοντέλο οικονομικής ανάπτυξης και δημιουργίας θέσεων εργασίας στην προσέλκυση επενδύσεων και όχι στην αύξηση της εσωτερικής ζήτησης.

Υπάρχουν βέβαια και εισηγήσεις για μικρή αύξηση που δεν θα ξεπερνά το 1% με 2%, κυρίως για… ψυχολογικούς λόγους.

Ενώ η προοπτική δεν είναι ευοίωνη για την αύξηση του κατώτατου μισθού, από την άλλη η κυβέρνηση «πουλάει» σαν αντιστάθμισμα τις μειωμένες ασφαλιστικές εισφορές. Λόγω της νέας μείωσης των ασφαλιστικών εισφορών που ισχύει από την 1η Ιανουαρίου, το εργοδοτικό – ασφαλιστικό κόστος έχει πέσει περίπου κατά 8% σε απόλυτο μέγεθος. Η μείωση των ασφαλιστικών εισφορών κατά 3 ποσοστιαίες μονάδες θα επαναληφθεί και το 2022, όπως έχει ανακοινώσει ο ίδιος ο πρωθυπουργός.

Υπενθυμίζεται πως η τελευταία αναπροσαρμογή του κατώτατου μισθού συντελέστηκε τον Φεβρουάριο του 2019, όταν με απόφαση της τότε κυβέρνησης (ΣΥΡΙΖΑ) αυξήθηκε κατά 10,9%, φτάνοντας στα 650 ευρώ (μικτά) έναντι 586 ευρώ (μικτά) που είχε φτάσει με Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου τον Φεβρουάριο του 2012 (έναντι 751 ευρώ που ήταν έως τότε).

Της ευελιξίας το κάγκελο

Όπως φαίνεται, το ρολόι των κατώτατων αποδοχών θα κολλήσει ξανά στο 2019, ενώ την ίδια ώρα η κυβέρνηση προωθεί ρυθμίσεις για περισσότερη «ευελιξία στην εργασία», παράκαμψη του οκταώρου και απλήρωτη εργασία.

Ακόμη και αν ο εργοδότης σεβαστεί τη συμφωνία με τον εργαζόμενο για παροχή χρόνου ανάπαυσης ως αντιστάθμισμα στα ημερήσια δεκάωρα εργασίας που θα παρέχει, τότε οι ήδη συμπιεσμένες αποδοχές δεν θα αυξάνονται, αφού η επιχείρηση θα επιβαρύνεται, κυριολεκτικά και μεταφορικά, με… χρονοχρέωση, αντί για την καταβολή μισθού ή υπερωρίας.

Έτσι επιβεβαιώνεται το δόγμα της μεταπανδημικής εποχής για την… ανάπτυξη: Λίγοι θα δουλεύουν περισσότερο με λιγότερα.

Σε άλλη ρότα ΗΠΑ – Ε.Ε.

Στην Αμερική αλλά και στην Ευρώπη το πολιτικό σύστημα βλέπει τα πράγματα αλλιώς. Στις ΗΠΑ ήδη ανακοινώθηκε η αύξηση του κατώτατου μισθού, ενώ δεν ήταν λίγα τα κράτη της Ε.Ε. που αψήφησαν τα δυσοίωνα μεγέθη και προχώρησαν στην αύξηση του κατώτατου μισθού έστω και συμβολικά, παρότι οι συνέπειες της πανδημικής κρίσης ήταν οριζόντιες σε όλη την Ευρώπη.

Όπως αποκαλύπτει έκθεση του Ινστιτούτου Εργασίας της ΓΣΕΕ, 17 κράτη – μέλη της Ε.Ε. έχουν ήδη αυξήσει τον κατώτατο μισθό από 1.1.2021, τρία κράτη – μέλη τον διατήρησαν σταθερό στο ύψος του 2020, ενώ μόνο στην Ελλάδα οι διαπραγματεύσεις αναβλήθηκαν την προηγούμενη χρονιά και ο κατώτατος μισθός εξακολουθεί να είναι στο ύψος του 2019.

Από τις 17 χώρες που αύξησαν τον κατώτατο μισθό το 2021, οι 14 τον είχαν αυξήσει και το 2020 σε σχέση με το 2019. Παράλληλα, ανάμεσα στις χώρες που διατήρησαν την 1η Ιανουαρίου του 2021 τον κατώτατο μισθό σταθερό σε σχέση με την 1η Ιανουαρίου του 2020, η Εσθονία και η Ισπανία είχαν ήδη αυξήσει τον ωριαίο κατώτατο μισθό σε σχέση με το 2019 κατά 8,15% και 5,55%, αντίστοιχα. Για το 2021, υψηλότερη ήταν η αύξηση του ωριαίου κατώτατου μισθού στη Λετονία (16,3%) και χαμηλότερη στη Γαλλία και τη Μάλτα (1%).

Ενδεικτικά αναφέρουμε ότι το ποσοστό αύξησης του κατώτατου μισθού στην Πολωνία ανήλθε σε 7,7%, το οποίο αντιστοιχεί σε μόλις 1,16 ευρώ. Η αύξηση 4,6% της Κροατίας αντιστοιχεί σε 1,08 ευρώ, ενώ η μεγάλη αύξηση 16,3% από την 1η Ιανουαρίου του 2021 στη Λετονία αντιστοιχεί σε μόλις 0,41 ευρώ, λαμβάνοντας υπόψη ότι οι μισθοί στις πρώην ανατολικές χώρες είναι εξαιρετικά χαμηλοί.

Ποντίκι