Του Στέργιου Σπύρου

Ένα από τα χειρότερα «κατορθώματα» της κυβέρνησης Μητσοτάκη την περίοδο της πανδημίας είναι η συστηματική και χωρίς ενδοιασμούς προσπάθεια απαξίωσης της ιατρικής επιστήμης. Συμπτώματα αυτού του έργου είναι, μεταξύ άλλων, η εργαλειοποίηση των επιστημονικών επιτροπών για την εξαγωγή συγκυριακού μικροκομματικού οφέλους και την εξυπηρέτηση ημέτερων οικονομικών συμφερόντων. η χρήση των επιστημόνων ως απολογητές του κυβερνητικού έργου και ως επικοινωνιακούς «μαϊντανούς». η μετατροπή των επιστημονικών επιτευγμάτων (ΜΕΘ, εμβόλια, φάρμακα, τεστ) σε αντικείμενα που η προληπτική ή η θεραπευτική τους αξία καθορίζεται με εξω-επιστημονικά κριτήρια. και βέβαια, η μη πρόσληψη γιατρών και νοσηλευτών στα νοσοκομεία παρά τις διαπιστωμένες και καταγεγραμμένες ελλείψεις στο Εθνικό Σύστημα Υγείας.

Δυστυχώς, σε αυτό το καταστρεπτικό της έργο η κυβέρνηση συνεπικουρείται από κατά τεκμήριο αναγνωρισμένης αξίας επιστήμονες και καθηγητές του πανεπιστημίου που έχουν υποτάξει την επιστημοσύνη τους στις κυβερνητικές επιδιώξεις ή απλά στερούνται του αναγκαίου σθένους για να υπερασπιστούν την αλήθεια έναντι της όποιας διαστρέβλωσής της. Πρόκειται είτε για αυλικούς της κρατικής και της οικονομικής εξουσίας, είτε για άνευρους ανθρώπους που αδυνατούν να σταθούν στο ύψος των περιστάσεων. Σε κάθε περίπτωση, θυσιάζουν την αναζήτηση της αλήθειας, το βασικό σκοπό της επιστήμης, καθώς και την αξία ότι η επιστήμη προσφέρει την πλέον αποτελεσματική μεθοδολογία για τη γνώση των επιλογών που έχει μια κοινωνία για τη λύση των προβλημάτων της, στο βωμό οικονομικών ή προσωπικών επιδιώξεων για κοινωνική και πολιτική ανέλιξη.

Αυτό που θα ανέμενε κάποιος από έναν επιστήμονα θα ήταν να διεκδικήσει εξ’ αρχής να έχει διακριτό ρόλο από την εξουσία. Να μη συναγελάζεται με κυβερνητικούς αξιωματούχους, να μη χαριεντίζεται με τον πρωθυπουργό, ούτε να αναλαμβάνει το ρόλο του «ρήτορα των 18.00» που θα  μας πείσει για την αναγκαιότητα των όποιων επιλογών υπό την αιγίδα του Υπουργείου Υγείας. Η πειθώ, η ρητορική της επίκλησης της αυθεντίας και η επικοινωνιακή διαχείριση της επιστήμης δεν έχουν, και δεν πρέπει να έχουν, καμιά σχέση με το αντικείμενο  της ιατρικής. Οι επιτροπές στις οποίες θα συμμετείχε θα έπρεπε να είναι αμιγώς επιστημονικές και να βρίσκονται σε όσο το δυνατόν μεγαλύτερη απόσταση από την κυβέρνηση. Στόχος τους θα έπρεπε να είναι η αναζήτηση των βέλτιστων πρακτικών και των εναλλακτικών επιλογών που έχει η κοινωνία με γνώμονα την αλήθεια του επιστημονικού τους αντικειμένου και όχι τη διαχείριση της εξουσίας ή των διαφόρων κοινωνικών πιέσεων, ενώ ο ρόλος τους, προφανώς, θα έπρεπε να είναι ξεκάθαρα συμβουλευτικός.

Αυτό που θα ανέμενε κάποιος από έναν επιστήμονα θα ήταν να επιζητεί τη μέγιστη διαφάνεια όσον αφορά, καταρχάς, τη συγκρότηση της επιστημονικής επιτροπής στην οποία καλείται να συμμετέχει. Τα μέλη της θα έπρεπε να επιλέγονται με αμιγώς εσωτερικά κριτήρια της ιατρικής επιστήμης, με τη μέγιστη αντιπροσωπευτικότητα. Δεύτερο, ο επιστήμονας θα έπρεπε να διεκδικεί την πλήρη διαφάνεια των στοιχείων επί των οποίων βασίζει τις αξιολογήσεις του ως εχέγγυο της αξιοπιστίας τους. Τρίτο, ο επιστήμονας θα έπρεπε να διεκδικεί την καταγραφή των εργασιών και την υπεύθυνη δημοσιοποίηση των πρακτικών της επιτροπής ως μέσο για την αποτροπή έξωθεν παρεμβάσεων και επίπλαστων ομοφωνιών στο εσωτερικό της. Τελευταίο και πλέον σημαντικό είναι το να επιδιώκεται η πλήρης διαφάνεια στις σχέσεις μιας επιστημονικής επιτροπής με τους όποιους εξω-επιστημονικούς, κρατικούς ή μη, φορείς.

Ένας επιστήμονας ενδέχεται να κάνει εσφαλμένες εκτιμήσεις και να προτείνει λανθασμένες λύσεις. Η αποτυχία είναι μέρος της επιστημονικής πρακτικής και οδηγεί σε αναθεωρήσεις και σε περαιτέρω έρευνα. Αναζήτηση της αλήθειας χωρίς λάθη και χωρίς πισωγυρίσματα δεν υφίσταται. Και τα λάθη στην ιατρική είναι προφανές ότι οριακά ενδέχεται να κοστίσουν σε ανθρώπινες ζωές. Αλλά να είμαστε ξεκάθαροι. το κόστος αυτό είναι πολύ μικρό σε σχέση με εκείνο που θα καταβάλλονταν αν καταφεύγαμε στο μάγο για να θεραπευθούμε ή συμβουλευόμαστε την κρυστάλλινη σφαίρα για να προβλέψουμε το μέλλον. Γι αυτό το λόγο ο επιστήμονας δεν θα πρέπει να τελεί υπό την απειλή διώξεων για τις απόψεις και τις εισηγήσεις του, για την έρευνά του ή ακόμα και για ενδεχόμενα σφάλματά του που δεν ενέχουν δόλο.

Τίποτα από τα παραπάνω, όμως, δεν ισχύει για τους «ακαταδίωκτους» της κυβέρνησης Μητσοτάκη διότι αυτοί δεν ενεργούν με μοναδικό γνώμονα την αλήθεια, δεν έχουν φροντίσει να τηρούν «υγειονομικές» αποστάσεις από την κυβερνητική εξουσία και δεν έχουν κάνει τίποτα για να εξασφαλίσουν τη διαφάνεια που αρμόζει σε μια επιστημονική επιτροπή. Αντίθετα, η στάση τους ενέχει δόλο, χαρακτηρίζεται από δουλικότητα προς τη εξουσία και η πρόβλεψη να μην διώκονται εξασφαλίζει για πάντα την συσκότιση και την αδιαφάνεια των πρακτικών τους. Ακριβώς γι αυτά είναι υπόλογοι και όχι επειδή απλά έκαναν, αν έκαναν, κάποιες λάθος εκτιμήσεις. Κι όσο κι αν επιχειρείται η προστασία τους έναντι του νόμου, το κύρος τους έχει ήδη κατακρημνισθεί στα μάτια της κοινωνίας. Γιατί το καλό με την αλήθεια είναι ότι είναι πεισματάρα και αργά ή γρήγορα εκδικείται τους παραχαράκτες της.

antapocrisis