Του Θάνου Καμήλαλη

Οι νομικές ασυλίες σε σειρά προσώπων με ισχυρότατη εξουσία (βλ.ΤΑΙΠΕΔ, τραπεζίτες κ.α.) είναι ένα σκανδαλώδες προνόμιο για λίγους και εκλεκτούς. Κατ’εξαίρεση, είτε συμφωνεί είτε διαφωνεί κανείς, υπάρχει ένα λογικό και συζητήσιμο επιχείρημα υπέρ της διάταξης που προσφέρει το ακαταδίωκτο στα μέλη της Επιτροπής Λοιμωξιολόγων. Όντως, το σενάριο να διωχθεί επιστήμονας «επειδή απλά είπε την γνώμη του» θα ήταν πράγματι προβληματικό, αλλά μοιάζει και ανύπαρκτο, ενώ μάλιστα πανδημία και «ψεκασμένους» έχουμε εδώ και 14 μήνες. Η τροπολογία δεν αφορά την «επιστημονική ελευθερία» των «Ειδικών», στοιχείο που λειτουργεί εδώ ως φύλλο συκής για την νομικά πρωτοφανή διάταξη που δεν επιτρέπει ούτε καν την εξέταση των επιστημόνων. Η κυβέρνηση Μητσοτάκη, όπως κάνει καθημερινά εδώ και πολλούς μήνες, επικαλείται προσχηματικά την επιστήμη, με τον πιο ακραίο πολιτικά τρόπο: Ψηφίζει μόνη της τη δική της πλήρη ασυλία και προσπαθεί να εξασφαλίσει ότι δεν θα ελεγχθεί ποτέ πραγματικά για το τι συνέβη στην πανδημία.

«Τα μέλη της Εθνικής Επιτροπής Προστασίας της Δημόσιας Υγείας έναντι του κορoνοϊού, της Επιτροπής Αντιμετώπισης Έκτακτων Συμβάντων Δημόσιας Υγείας από Λοιμογόνους Παράγοντες και της Εθνικής Επιτροπής Εμβολιασμών δεν ευθύνονται, δεν διώκονται και δεν εξετάζονται για γνώμη που διατύπωσαν ή ψήφο που έδωσαν κατά την άσκηση των καθηκόντων στο πλαίσιο της λειτουργίας των ως άνω επιτροπής».

Με αυτήν την απλή διάταξη μερικών δεκάδων λέξεων, που κατατέθηκε με τις υπογραφές 10 υπουργών, ως είθισται σε ένα άσχετο νομοσχέδιο, η κυβέρνηση Μητσοτάκη προσπαθεί να θωρακίσει όσο καλύτερα γίνεται τον εαυτό της από πιθανή αναζήτηση ευθυνών, ποινικών ή πολιτικών. Το κείμενο δήθεν αφορά στους επιστήμονες, αλλά στην πράξη, καθώς ο δεσμός των συγκεκριμένων εισηγήσεων με τις κυβερνητικές αποφάσεις είναι αδιαμφισβήτητος, αφορά την πολιτική ηγεσία. Η Επιτροπή είναι απλά το πρόσχημα, όπως ο «Σωτήρης» είχε ρόλο κομπάρσου σε εκείνη τη συνέντευξη Τύπου του Κυριάκου Μητσοτάκη τον Νοέμβριο. Παράλληλα, με τον τρόπο που ξέρει, αντιδημοκρατικά και αυταρχικά, δίνει την απάντησή της στο πάγιο πλέ0ν αίτημα της αντιπολίτευσης να δίνονται στη δημοσιότητα τα πρακτικά των συνεδριάσεων της Επιτροπής, αλλά και στη διαρροή μίας συνεδρίασης, που δημοσιεύτηκε την Κυριακή στην εφημερίδα «Δημοκρατία».

Το μόνο επιχείρημα που μπορεί να συζητηθεί εδώ είναι η νομική προστασία των Λοιμωξιολόγων. «Τι γίνεται αν “ψεκασμένοι” αρχίσουν να μηνύουν τους επιστήμονες για την κρίση τους», είναι η ωμή διατύπωση υπεράσπισης της διάταξης. Εδώ όντως, υπάρχει συζήτηση, γι’ αυτό και η κυβέρνηση προσπαθεί να εστιάσει μόνο στη συγκεκριμένη πρόβλεψη. Είτε συμφωνεί κανείς είτε διαφωνεί, εδώ έχουμε μία ρύθμιση με κάποια συγκεκριμένα επιχειρήματα, υπέρ και κατά.

Από τη μία έχουμε μία Επιτροπή που καταθέτει επιστημονικές γνωμοδοτήσεις στην πολιτική εξουσία. Ανεξάρτητα από το αν έχει καταντήσει νεοδημοκρατικό υποχείριο, καλούμενη να πάρει αποφάσεις βάσει συγκεκριμένων ορίων που θέτει η κυβέρνηση, ή ακόμα και να υπογράψει απλά πολιτικές εισηγήσεις, οι επιστήμονες όντως, όπως λέει η διάταξη, εκφέρουν γνώμη και ψήφο. Δεν αποφασίζουν. Και πώς η δικαστική εξουσία θα μπορούσε να αποφανθεί για ευθύνες επιστημονών στο κομμάτι της επιδημιολογικής διαχείρισης, όταν παγκοσμίως διαφορετικά κράτη υιοθετούν διαφορετικές στρατηγικές για τη διαχείριση της πανδημίας; Άλλη διαχείριση είναι το «σουηδικό μοντέλο», αλλή τα σκληρά lockdown, ενώ οι διαφορετικές απόψεις επιστημόνων για το τι πρέπει να γίνει καταγράφονται καθημερινά στα τηλεοπτικά παράθυρα. Εξάλλου, μία ποινική μετακύλιση ευθυνών σε Λοιμωξιολόγους είναι προβληματική και για το κομμάτι της αποσιώπησης πολιτικών ευθυνών.

Από την άλλη όμως, υπάρχει όντως ο «κίνδυνος» να ποινικοποιηθεί η γνώμη και η ψήφος μίας Επιτροπής που νομικά προβλέπεται ότι γνωμοδοτεί; Σε καμία έρευνα δεν θα μπορούσε να σταθεί δίωξη κατά των επιστημόνων απλώς για την άποψή και την κρίση τους. Πανδημία και αρνητές έχουμε εδώ και 14 μήνες, μαζί πλέον με σχεδόν 10.000 νεκρούς. Έχει προκύψει κάποια «βιομηχανία διώξεων» κατά των λοιμωξιολόγων που τους απειλεί και παρεμποδίζει το έργο τους; Ο κίνδυνος των «ψεκασμένων», που χρησιμοποιεί η κυβέρνηση όποτε το κρίνει βολικό, είναι πρακτικά ανύπαρκτος. Υπάρχει επίσης πάντα το ζήτημα της ισότητας των πολιτών απέναντι στον νόμο. Οι γιατροί και οι νοσηλευτές για παράδειγμα που βρίσκονται στην πρώτη γραμμή, όπως σημείωσε ο Πρόεδρος του Πανελληνίου Ιατρικού Συλλόγου, Αθανάσιος Εξαδάκτυλος, δεν απολαμβάνουν τέτοιας ασυλίας. Μάλιστα, εκπρόσωποί τους καλούνται στην Ασφάλεια για «διασπορά ψευδών ειδήσεων», όπως ο γιατρός του ΑΧΕΠΑ, Θανάσης Σιούλης, που αποκάλυψε στις αρχές Νοεμβρίου ότι η εφημερία του νοσοκομείου του ξεκινούσε χωρίς ΜΕΘ. Πέρα από μία τέτοια γενική επίκληση, τίθενται εύλογα το ερώτημα «τι έχετε να κρύψετε».

Ίσως μάλιστα, η διασπορά της καχυποψίας απέναντι στους «Ειδικούς» να είναι καλοδεχούμενη από την κυβέρνηση, μία έμμεση στοχοποίηση, για ακόμα μία φορά, της Επιτροπής την ώρα που πλησιάζουμε τους 10.000 νεκρούς και με ένα σκληρό εξάμηνο lockdown που έχει εξουθενώσει, οικονομικά και ψυχολογικά, τους πολίτες, συσσωρεύοντας οργή. Για ακόμα μία φορά επίσης, είναι οι κυβερνητικές αποφάσεις αυτές που τροφοδοτούν όσους αμφισβητούν την Επιστήμη, όπως ακριβώς συνέβημε τα αλλοπρόσαλλα μέτρα του τελευταίου εξαμήνου και το «εδώ κολλάει εκεί δεν κολλάει».

Η ουσία όμως δεν βρίσκεται στην ασυλία, βρίσκεται πρώτα και κύρια στην πρόβλεψη ότι τα μέλη των Επιτροπών δεν μπορούν ούτε καν να εξεταστούν, δηλαδή να καταθέσουν σε μία δικαστική έρευνα. Πρόκειται για μία διάταξη μάλλον πρωτοφανή στα ελληνικά χρονικά, ένα αντιδημοκρατικό σκάνδαλο. Μολονότι αυτό το σημείο, σύμφωνα με νομικούς, μπορεί να καταργηθεί από επόμενη κυβέρνηση (η ασυλία όχι λόγω του ότι αποτελεί ευνοϊκότερη ρύθμιση), στο σήμερα είναι μία ξεδιάντροπη παρέμβαση στη Δικαιοσύνη και στην λογοδοσία. Η παράταξη δικηγόρων, Εναλλακτική Παρέμβαση – Δικηγορική Ανατροπή, σε σχετική της ανακοίνωση, αναφέρει το ζήτημα της εισαγγελικής έρευνας που βρίσκεται σε εξέλιξη αυτό το διάστημα για το τι συνέβη στη Θεσσαλονίκη:

«Με την τροπολογία, κλείνει ουσιαστικά η ποινική διερεύνηση που είχε ξεκινήσει για την ύπαρξη ποινικών ευθυνών για το δεύτερο κύμα του Covid-19 στην Θεσσαλονίκη. Συμφωνα με τα ΜΜΕ, η δικογραφία είχε σταλεί από την Εισαγγελία Πρωτοδικών της Θεσσαλονίκης στην Αθήνα «γιατί στην Αθήνα είναι η έδρα της Επιτροπής». Από δηλώσεις γιατρών στα ΜΜΕ, προκύπτει ότι κλήθηκαν απο την Εισαγγελία και κατέθεσαν γιατροί ως μάρτυρες. Προφανώς, δεν πρόκειται να κληθούν πλέον να δώσουν εξηγήσεις τα μέλη της Επιτροπής του Υπ. Υγείας, αφού η διερεύνηση σταματάει με την ψήφιση της τροπολογίας. Πρόκειται για χοντροκομμένη παρέμβαση της κυβέρνησης σε εκκρεμή υπόθεση ενώπιον της Δικαιοσύνης. Είναι ζήτημα διαφάνειας και δημοκρατίας, σε περίπτωση αρχειοθέτησης της υπόθεσης, να δημοσιοποιηθεί το περιεχόμενο των καταθέσεων, προκειμένου να αποδοθούν έστω πολιτικές ευθύνες στην εγκληματική διαχείριση της πανδημίας κατά τους μήνες Οκτώβριο και Νοέμβριο που κόστισε χιλιάδες νεκρούς στη Θεσσαλονίκη και τη Μακεδονία, όπως συνέβη εξάλλου και με το τρίτο κύμα στο σύνολό του».

Είναι αυτονόητο ότι καμία έρευνα για την πανδημία δεν μπορεί να ολοκληρωθεί χωρίς κατάθεση μελών της Επιτροπής. Τα πρακτικά μπορεί να κρατούνται μυστικά από τους πολίτες και οι «Ειδικοί» να αποφεύγουν να αναφέρονται σε αυτά στις δημόσιες παρεμβάσεις τους, αλλά ενώπιον της Δικαιοσύνης, αν αυτή αποφάσιζε να δράσει, όλα αυτά θα έπρεπε να στοιχειοθετηθούν και να τεκμηριωθούν. Δηλαδή ένας εισαγγελέας θα μπορούσε να θέσει ένα απλό ερώτημα σε κάποιο μέλος της Επιτροπής: «Εισηγηθήκατε ναι ή όχι κλείσιμο δραστηριοτήτων στη Θεσσαλονίκη τον Οκτώβριο;». Και η απάντησή του οποιουδήποτε επιστήμονα θα έπρεπε να αποδεικνύεται από τη σχετική συνεδρίαση, τα στοιχεία που τους δόθηκαν (τα όποια έχουν καταγγελθεί από την ΟΕΝΓΕ και μέλη της Επιτροπής ως ελλιπή και αργοπορημένα σε ρεπορτάζ της Καθημερινής τον Αύγουστο), με τις πληροφορίες να βγαίνουν και στη δημοσιότητα.

Σε συνδυασμό με το παραπάνω, η τροπολογία «διαφημίζεται» ότι αφορά Λοιμωξιολόγους, αλλά έχει ως άξονα και κυβερνητικά στελέχη. Γιατί δεν αφορά μία Επιτροπή, αλλά τρεις, η μία από τις οποίες είναι η Επιτροπή Προστασίας της Δημόσιας Υγείας, ένα όργανό γεμάτο πρόσωπα διορισμένα από την κυβέρνηση Μητσοτάκη, που δεν απολαμβάνουν βουλευτικής ασυλίας. Στη συγκεκριμένη Επιτροπή για παράδειγμα βρίσκεται ο Πρόεδρος του ΕΟΔΥ, Παναγιώτης Αρκουμανέας, ο οποίος καταγγέλθηκε πριν μερικούς μήνες για τα «διπλά βιβλία» του Οργανισμού στην καταγραφή των κρουσμάτων. Αυτή η υπόθεση αφορά τον ΕΟΔΥ επομένως δεν κλείνει ολοκληρωτικά, αλλά τα στοιχεία που δίνονταν αφορούν τις Επιτροπές, ενώ μετά τις αποκαλύψεις για το «παράλληλο σύστημα», που προκάλεσαν και την απόλυση της δημοσιογράφου του «Βήματος», Δήμητρας Κρουστάλλη, είχε ξεκινήσει προκαταρκτική εξέταση. Επίσης, η συγκεκριμένη Επιτροπή είναι αυτή που υποτίθεται ότι γνωμοδότησε για την τετραήμερη κυβερνητική απόφαση για απαγόρευση κυκλοφορίας σε όλη την Επικράτεια, με τα σχετικά έγγραφα που κατατέθηκαν στο Συμβούλιο της Επικρατείας να αποδεικνύουν ότι τέτοια εισήγηση δεν υπήρξε ποτέ. Σίγουρα μερικές καταθέσεις μελών της Επιτροπής, στην οποία ανήκουν και γενικοί γραμματείς του υπουργείου Υγείας, ο διοικητής του ΕΚΑΒ κ.α., θα απαντούσε στα πάρα πολλά ερωτηματικά, μάλλον εκθέτοντας την πολιτική ηγεσία, η οποία νομοθετεί συνεχή εμπόδια σε οποιαδήποτε προσπάθεια για διαφάνεια.

Είναι σίγουρα ταιριαστό ότι η τούρτα της μόνιμης επίκλησης στην ατομική ευθύνη εμπλουτίζεται πλέον με το κερασάκι της πλήρους απουσίας λογοδοσίας, προϋπόθεση πρωταρχικής σημασίας σε μία Δημοκρατία. Και είναι κραυγαλέα η αντίφαση μεταξύ του αθωράκιστου Εθνικού Συστήματος Υγείας, με την επιμελή πρόνοια να θωρακιστεί η κυβέρνηση από κάθε κριτική και κάθε είδους ευθύνη, σημερινή ή μελλοντική. Πέρσι πάντως, δειλά δειλά, τέτοιες μέρες ξεκινούσαν οι πανηγυρισμοί για το πόσο καλά τα κατάφερε η Ελλάδα στο πρώτο κύμα. Έναν χρόνο μετά, ασχολούμαστε με θεσμικές προσπάθειες συγκάλυψης ευθυνών. Το τι μεσολάβησε, το έχουμε καταλάβει πολύ καλά.

tpp