Της Μαρίνας Παπαδοπούλου

Η παγκόσμια οικονομική κρίση του 2008 επηρέασε βαθιά την Ελλάδα, οικονομικά, πολιτικά, κοινωνικά. Οι αλλαγές που επήλθαν μέσω των μνημονιακών προγραμμάτων άλλαξαν το πρόσωπο της κοινωνίας στον εργασιακό τομέα και βύθισαν την πλειοψηφία του λαού σε μεγάλη οικονομική φτώχεια. Μια παράπλευρη απώλεια που ακολουθεί τις οικονομικές κρίσεις είναι η κρίση της ψυχικής υγείας. Η ψυχική υγεία του πληθυσμού σε περιόδους οικονομικών υφέσεων επιδεινώνεται δραματικά, και στις κυριότερες ασθένειες πρωτοστατούν το άγχος και η κατάθλιψη, ενώ οι αυτοκτονίες πληθαίνουν.

Η έρευνα στον τομέα καταγράφει σε πολλές χώρες τις οικονομικές κρίσεις ως σημαντικό παράγοντα κινδύνου για την αυτοκτονικότητα στο γενικό πληθυσμό, ενώ φαίνονται συνδέσεις συγκεκριμένα με τις εργασιακές συνθήκες και την ανεργία, ειδικά στις παραγωγικές ηλικίες 25-45. Στην πετρελαϊκή κρίση του 1979, ο Brenner σε έρευνά του είχε καταγράψει πως για κάθε 10% αύξησης στην ανεργία, υπάρχει 1,2% αύξηση στη συνολική θνησιμότητα και 1,7% στην αυτοκτονικότητα. Αντίστοιχες συνδέσεις έχουν γίνει για την περίοδο του Μεγάλου Κραχ το 1929, την ασιατική κρίση του ’90, τις ΗΠΑ του 2008 κοκ. Ταυτόχρονα, οι κοινωνικές αλλαγές της οικονομικής κρίσης επιφέρουν σημαντικό στρες και λειτουργούν επιβαρυντικά σε ήδη ασθενείς με ψυχικά προβλήματα, αυξάνοντας το ρίσκο για αυτοκτονική συμπεριφορά. Η αναγνώριση ομάδων υψηλού κινδύνου ουσιαστικά δεν υφίσταται, συνεπώς δεν λαμβάνονται μέτρα πρόληψης, και οι αυτόχειρες γίνονται αντιληπτοί ως υγιή άτομα που  «αντέδρασαν» με αυτοκτονία μπροστά σε μια δυσχέρεια.

Στην Ελλάδα, την περίοδο 2009-2015 παρατηρήθηκε μια αύξηση 35% στις αυτοκτονίες, βάσει των στοιχείων της ΕΛΣΤΑΤ. Για τις επόμενες χρονιές η εικόνα είναι λίγο πολύ η ίδια, με το Παρατηρητήριο Αυτοκτονιών της «Κλίμακας» να υπολογίζει κατά μέσο όρο 500 αυτοκτονίες κάθε χρόνο με μια σταθερή αυξητική στάση. Βέβαια, τα παραπάνω αφορούν τα στοιχεία των καταγεγραμμένων και δηλωμένων ως αυτοκτονιών, ενώ οι μη θανατηφόρες απόπειρες, οι οποίες δεν καταγράφονται, συνολικά εκτιμώνται ως και 25 φορές περισσότερες. Εβδομήντα από αυτές έχουν σημειωθεί σε νοσοκομεία της χώρας από το 2012 ως σήμερα, δηλαδή 7 ή 8 ετησίως. Μέσα στους τέσσερις πρώτους μήνες του 2021, έχουν καταγραφεί ήδη 7 αυτοκτονίες συμπολιτών μας σε γενικά νοσοκομεία. Τα στατιστικά είναι ανησυχητικά.

Πέρα από κάποια συντρέχουσα, διαγνωσμένη ή αδιάγνωστη ψυχική διαταραχή, η αυτοκτονικότητα συνδέεται με έντονο στρες, αίσθημα αδιεξόδου και αδυναμία εξεύρεσης λύσεων, απελπισία και ανημπόρια, με κάποια σημαντική απώλεια (π.χ. θάνατος) ή μια δύσκολη σωματική ασθένεια (χρόνια, ανίατη, επώδυνη κοκ), καθώς και με την έλλειψη υποστηρικτικού περιβάλλοντος. Νομίζω πως τα παραπάνω μπορούμε εύκολα να τα αντιστοιχήσουμε με τα βιώματα της πανδημίας και της καραντίνας. Άνθρωποι που έκλεισαν οι δουλειές τους, που αντιμετωπίζουν χρέη, που δεν έχουν εναλλακτικές, με οικονομικό άγχος, με φόβο μην ασθενήσουν οι ίδιοι και οι δικοί τους, άνθρωποι που αποκλείστηκαν από τις κοινωνικές επαφές, άνθρωποι που χάσανε και χάνουνε καθημερινά αγαπημένα τους πρόσωπα, νοσούντες που το παλεύουν μόνοι τους μέσα σε ασφυκτικά γεμάτες κλινικές, με το φόβο του θανάτου να γυροφέρνει. Πράγματα που τα βιώνουμε στα σπίτια μας, και που τα βιώνουν και στα νοσοκομεία πολλαπλασιαστικά, λόγω του πανικού που επικρατεί και της έλλειψης προσωπικού που θα μπορούσε να στηρίξει, να αντιμετωπίσει  ψυχικές δυσκολίες και να προλάβει περιστατικά αυτοκτονίας. Οι χώροι όπου πας για να σε φροντίσουν  να επανέλθεις στην υγεία σου γίνονται οι χώροι όπου χάνεις την ελπίδα, λόγω της συστηματικής χρόνιας διάλυσης του ΕΣΥ.

Ο τρόπος διαχείρισης της πανδημίας έχει παίξει καθοριστικό ρόλο στο πόσο ψυχοπιεστική είναι η συνθήκη. Ενώ τα μέτρα κοινωνικής αποστασιοποίησης κρίνονταν απαραίτητα ειδικά την πρώτη περίοδο καταπολέμησης της διασποράς του ιού, ο τρόπος με τον οποίο γενικεύτηκαν επί ένα και πλέον χρόνο έχουν λειτουργήσει επιβαρυντικά. Ειδικά αν λάβουμε υπόψη και το πλαίσιο εφαρμογής τους: έμφαση στην ατομική ευθύνη, καχυποψία προς τον άλλο, απομάκρυνση από το υποστηρικτικό κοινωνικό δίκτυο, σε συνδυασμό με τους εμφανείς παραλογισμούς στα ίδια τα μέτρα συμβάλλουν στη διάχυση ανησυχίας και φόβου. Ειδικά άτομα μεγάλης ηλικίας με δυσκολίες στην πρόσβαση στο διαδίκτυο και περιορισμένες ψηφιακές δεξιότητες, έμειναν απομονωμένα. Ακόμα και για αυτούς ωστόσο που είχαν διεξόδους μέσω της τεχνολογίας, η συνεχής ενασχόληση με τον υπολογιστή που ήρθε να αντικαταστήσει όλες τις πλευρές της ζωής, την εργασία, την εκπαίδευση, την ψυχαγωγία, την κοινωνική ζωή, με όλα να συμβαίνουν εξατομικευμένα, ξεκομμένα από κάθε ουσιαστική κοινωνική αλληλεπίδραση.

Επίσης, η μετατροπή του ΕΣΥ σε σύστημα περίθαλψης μίας νόσου, απογύμνωσε τις νοσοκομειακές και κοινοτικές υπηρεσίες των άλλων τομέων υγείας. Η αναστολή λειτουργίας των εξωτερικών ιατρείων άφησε κόσμο χωρίς την απαραίτητη ιατρική παρακολούθηση για άλλα προβλήματα υγείας, ή τους ανάγκασε να αναζητήσουν εναλλακτικές στον ιδιωτικό τομέα με κόστος από την τσέπη τους. Η  μείωση των τακτικών χειρουργείων αυξάνει την αγωνία για την υγεία και συχνά μειώνει την ποιότητα ζωής των ασθενών που βρίσκονται σε αναμονή μιας επέμβασης. Ταυτόχρονα, στις υπηρεσίες ψυχικής υγείας διακόπηκαν οι δια ζώσης συνεδρίες σε ατομικά και ομαδικά προγράμματα, αφήνοντας ανθρώπους με ήδη υπάρχουσες δυσκολίες χωρίς τους θεραπευτές τους, να πρέπει να αντιμετωπίσουν το τέρας της πανδημίας. Εδώ αν υπογραμμίσουμε ότι για μια μεγάλη πλειοψηφία ασθενών η ανάληψη της πρωτοβουλίας για έξοδο από το σπίτι για την πρόσωπο-με-πρόσωπο συνάντηση σε ένα θεραπευτικό πλαίσιο είναι από μόνη της λυτρωτική. Η προσπάθεια αντικατάστασης με εξ’ αποστάσεως συνεδρίες έχει πολλαπλά εμπόδια: δυσκολία πρόσβασης στο ίντερνετ, κόστος τηλεφωνικής επικοινωνίας, διαθεσιμότητα συσκευών για οικογένειες στις οποίες εκτελούν τηλεργασία ή συμμετέχουν σε τηλεκπαίδευση, απουσία χώρου και χρόνου στο σπίτι όπου με ησυχία και ασφάλεια θα συζητήσει με το θεραπευτή του, ενώ ειδικά σε περιπτώσεις ενδοοικογενειακής βίας ο χώρος του σπιτιού είναι χώρος τραυματικός, όχι θεραπευτικός. Σε ψυχιατρικές κλινικές, νοσηλευόμενοι πήραν κατ’ επείγοντας εξιτήρια, όχι με θεραπευτική αιτιολογία, αλλά για να αδειάσουν κρεβάτια και ασθενείς covid.

Η άρνηση της κυβέρνησης να στελεχώσει επαρκώς τα νοσοκομεία εδώ και πάνω από μια δεκαετία, σε συνθήκες πανδημίας λειτούργησε πολλαπλασιαστικά. Χαρακτηριστικό είναι ότι συχνά πολλές ανάγκες της φροντίδας των ασθενών, πέρα από τις ιατρικές πράξεις, αναλάμβαναν οι συνοδοί των νοσηλευομένων: την υγιεινή, τη σίτιση, τη συντροφιά, την επικοινωνία με αγαπημένα πρόσωπα, ή απλά αιτήματα των ασθενών όπως να βολέψουν το μαξιλάρι τους. Με την απαγόρευση εισόδου συνοδών μέσα στην πανδημία, αυτές οι ανάγκες παραμένουν χωρίς να υπάρχει προσωπικό που να μπορεί να τις καλύψει. Η έλλειψη επικοινωνίας με κοντινά πρόσωπα σε συνδυασμό με το κλίμα πανικού και το προσωπικό άγχος θανάτου παίζουν σημαντικό ρόλο στην ψυχική δυσφορία του ασθενή. Η εμπειρία της νοσηλείας σε κλινική covid έχει αναγνωριστεί ως τραυματική και αναπτύσσεται βιβλιογραφία σχετικά με τη διαχείριση του πένθους και της μετανοσηλευτικής εμπειρίας covid-19 με όρους διαταραχής μετατραυματικού στρες (PTSD).

Ποιος θα αναλάβει την ευθύνη για το ότι οι άνθρωποι υποφέρουν (και) ψυχικά και πηδούν από τα παράθυρα σε συνθήκες πανζουρλισμού μέσα στα νοσοκομεία; Το νοσηλευτικό προσωπικό που δεν επαρκεί ούτε για να καλύψει τις επείγουσες ανάγκες και μεταφέρεται από κλινική σε κλινική; Μήπως θα το αναγάγουμε κι αυτό σε ατομική ευθύνη, κατηγορώντας τους αυτόχειρες για χαμηλή ψυχική ανθεκτικότητα; Θα κατηγορήσουμε τις οικογένειές τους, ότι δεν ήξεραν τα προβλήματα του ανθρώπου που χάσανε και ότι δεν τον βοήθησαν νωρίτερα; Ή μήπως πρέπει κάποια στιγμή να λογαριαστούμε με την κυβέρνηση που η αντίληψη της για τη φροντίδα υγείας και το ΕΣΥ σταματάει στο πώς θα εξυπηρετήσουν φίλους κλινικάρχες;

antapocrisis