Του Δημήτρη Πλιακογιάννη

Με αφορμή το ζήτημα της διευθέτησης του ωραρίου, ο κ. Χατζηδάκης, υπουργός Εργασίας, παρέθεσε συνέντευξη στο ΣΚΑΙ. Υπερασπίστηκε το θέμα της «Διευθέτησης του χρόνου εργασίας», δηλαδή της δυνατότητας μία επιχείρησης να ορίζει περιόδους αυξημένης απασχόλησης των μισθωτών. Σε αυτές τις περιόδους, είναι δυνατόν το κανονικό ωράριο του μισθωτού (όχι οι υπερωρίες του) να παραταθεί από τις 8 στις 10 ώρες. Αυτή η υπέρβαση του ωραρίου μετά μπορεί να ισοσταθμιστεί με περιόδους μειωμένης απασχόλησης, ρεπό, αύξηση της κανονικής άδειας μετ’αποδοχών ή συνδυασμό αυτών.

Τι είπε ο κ. Χατζηδάκης:

Α) Η νομοθεσία για την διευθέτηση του ωραρίου υπάρχει εδώ και 30 χρόνια. Την ίδια στιγμή, 2 λεπτά πριν στην συνέντευξη θεωρεί τον βασικό συνδικαλιστικό νόμο του 1982 (ν. 1264/1982) απαρχαιωμένο. Η εφαρμογή της διάταξης 41 παρ. 6 του 1892/1990, με την τροποποιημένη μορφή που προτείνει, μάλλον αποτελεί… διαχρονική αξία..

Β) Δίνουμε την ελευθερία στον εργαζόμενο να «πάει διακοπές με την φίλη του, να μαζέψει ελιές, να δώσει τα μαθήματα στην εξεταστική ο φοιτητής»

Γ) Ο εργαζόμενος δεν χρειάζεται να φοβάται: με δική του αίτηση θα δίνεται η δυνατότητα διευθέτησης του ωραρίου και όλοι οι όροι θα είναι θέμα συμφωνίας..

Ας πούμε δύο κουβέντες για αυτά.

ΤΙ ΣΥΜΒΑΙΝΕΙ ΜΕ ΤΗΝ ΔΙΕΥΘΕΤΗΣΗ ΩΡΑΡΙΟΥ

Η νομοθεσία για την διευθέτηση του ωραρίου πράγματι υπάρχει από το 1990, σε διάταξη του νόμου 1982/1990. Ψηφίστηκε τότε απο το σύνολο των κομμάτων της ελληνικής Βουλής, όπως και ο ν. 1876/1990. Ήταν οι νόμοι που εισήγαγαν πολλές βασικές ρυθμίσεις εργατικού δικαίου, και βασικά διαμόρφωσαν το σύστημα συλλογικών διαπραγματεύσεων για την σύναψη συλλογικών συμβάσεων εργασίας.

Για αυτό το λόγο, ακόμα και η διάταξη για την διευθέτηση του ωραρίου, που απηχούσε τις απαρχές της ελαστικοποίησης της εργασίας στην Ευρώπη, έθετε ως όρο την συμφωνία του εργοδότη με την συνδικαλιστική οργάνωση. Αυτά δεν τα έφερε η Νέα Δημοκρατία και δεν τα ψήφισαν τα κόμματα της Βουλής επειδή ήταν γενικώς σωστά, αλλά επειδή τα επέβαλε το εργατικό κίνημα της εποχής, με τους μαζικούς συλλογικούς αγώνες του.

Η πρώτη αποδιάρθρωση στην παραπάνω πρόβλεψη επήλθε με τις μνημονιακές ρυθμίσεις (συγκεκριμένα, τον ν. 3996/2011, την ΠΥΣ 6/2012 και το 2ο μνημόνιο που ακολούθησε). Μεταξύ άλλων, αναγνώρισαν σε ομάδες που δεν αποτελούσαν συνδικαλιστικές οργανώσεις να συνάψουν συλλογική σύμβαση  εργασίας στην επιχεόρηση με τον εργοδότη, αφαιρώντας τους εργαζόμενους από την προστασία των κλαδικών συμβάσεων εργασίας.Αυτό συνέβαινε σε όποιο χώρο εργασίας δεν υπήρχε σωματείο. Αν υπήρχε, όμως, σωματείο, ήταν υποχρεωμένος να έρθει σε συμφωνία με το σωματείο.

Τώρα, με τον νέο νόμο, αυτό επιχειρείται να αλλάξει στο πεδίο της διευθέτησης του ωραρίου, ώστε να μπορεί να γίνει με την ατομική διαπραγμάτευση του εργαζόμενου με τον εργοδότη, με την τροποποίηση της ατομικής σύμβασης εργασίας του. Έτσι, θα δίνεται η «δυνατότητα» να διαμορφώσει ο εργαζόμενος τον χρόνο εργασίας του σε περιόδους αυξημένης απασχόλησης (μέχρι 10 ώρες κανονικό ωράριο) και περιόδους μειωμένης απασχόλησης (είτε λιγότερες ώρες, είτε ρεπό, άδειες κτλ).

ΠΟΙΑ ΕΙΝΑΙ, ΑΚΡΙΒΩΣ, Η ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΤΟΥ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΟΥ;

Αυτό ο Χατζηδάκης το ονομάζει «ελευθερία» του εργαζομένου. Θα μπορεί α) ο φοιτητής που σπουδάζει να δώσει εξετάσεις, β) ο εργαζόμενος στο αεροδρόμιο να μαζέψει ελιές, γ) ο μέσος εργαζόμενος να πάει διακοπές με «την φίλη του». Αυτή η «ευελιξία» στη ζωή του εργαζόμενου είναι «για το καλό του», του «δίνει την δυνατότητα μόνος να ορίσει τον χρόνο του», είναι όλα «θέμα συμφωνίας».

Ενδιαφέρον είναι ότι επιλέγονται αποσπασματικά παραδείγματα εξαιρετικών περιστάσεων για να επιβληθεί μία κατάσταση στο σύνολο των εργαζομένων της χώρας. Εκτός αν, πέρα από ρητορικό τέχνασμα, κρύβονται πολλές παραδοχές: ότι ο φοιτητής που δουλεύει θα γίνει κανόνας, ότι ο εργαζόμενος στο αεροδρόμιο θα πρέπει να έχει παράλληλη δουλειά, ότι ο μέσος εργαζόμενους δεν θα μπορεί με την άδεια του απλώς να πάει τις διακοπές του.

Δεύτερον, τα παραπάνω επενδύουν πάνω στην γενική πολεμική της κυβέρνηση απέναντι στο συνδικαλιστικό κίνημα. Γιατί μία άμεση, προσωπική προτροπή στον εργαζόμενο που τόσο πολύ «κόπτεται» να αναδιαμορφώσει το ωράριο του, θα ήταν «οργανώσου στο σωματείο σου και ζήτα το συλλογικά». Προφανώς, εδώ υποδηλώνεται, χωρίς να λέγεται ανοιχτά, ότι τα σωματεία θέλουν το κακό σου, ότι αποτελούν τερατώδεις γραφειοκρατικούς μηχανισμούς κτλ. Οπότε, εμπιστέψου τον Υπουργό που βγάζει νόμους και τον εργοδότη, που τον νοιάζεις εσύ πάνω απο όλα, και όχι τους συναδέλφους στο σωματείο σου: η πραγματικότητα γυρισμένη ανάποδα..

Τρίτον, και το σημαντικότερο, αξιοποιείται η έννοια της «συμφωνίας» με τον εργοδότη, κατ’όπιν «αίτησης» του εργαζομένου. Δηλαδή, δύο λέξεις πάνω σε ένα νομοθετικό κείμενο θα έρθουν και θα προστατεύσουν απο τον εργοδότη στον να υπαγορεύσει τους όρους της συμφωνίας στον εργαζόμενο. Ας μείνουμε σε αυτό, γιατί η συμφωνία και το ποιός την διεξάγει αποτελεί όλη την ουσία της συζήτησης.

ΑΤΟΜΙΚΗ ΔΙΑΠΡΑΓΜΑΤΕΥΣΗ ΣΤΟΝ ΧΩΡΟ ΕΡΓΑΣΙΑΣ: ΕΙΝΑΙ ΒΙΑ!

Οι συλλογικές διαπραγματεύσεις του σωματείου και των συνδικαλιστικών οργανώσεων στην επιχείρηση, τον κλάδο ή την χώρα οδηγούν στην σύναψη μίας απόφασης, της συλλογικής σύμβασης εργασίας. Αυτή έχει ισχύ νόμου. Το δίκαιο αυτό, που φτιάχνουν όλες μαζί οι αποφάσεις, το Συλλογικό Εργατικό Δίκαιο, έχει τις βάσεις του στους αγώνες και τις διεκδικήσεις των εργαζομένων, στις οποίες κράτος και εργοδοσία αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν. Με τους κανόνες αυτού του δικαίου, εξασφαλίστηκε η δημοκρατία στους χώρους δουλειάς και κατ’επέκταση στην κοινωνία.

Η ατομική σύμβαση εργασίας είναι η αρχαιότερη, η πιο απαρχαιωμένη και μεσαιωνική μορφή απασχόλησης, όταν δεν υπήρχε εργατικό δίκαιο: η συλλογική διαπραγμάτευση και το συλλογικό εργατικό δίκαιο αποτελούν το πιο εξελιγμένο και το πραγματικό εργατικό δίκαιο.

Η ατομική σύμβαση εργασίας έχει πολύ έντονο το στοιχείο της προσωπικής βίας: το τι θα πω, το πώς θα φερθώ, τα πάντα ορίζονται από τις ορέξεις του εργοδότη. Αν δεν του αρέσει κάτι, καταρχήν μπορεί να με απολύσει. Παίζω σε κάθε στιγμή την οικονομική μου επιβίωση κορώνα-γράμματα. Αυτή είναι η ελευθερία που συζητάμε: αν θέλεις, μπορείς και να αρνηθείς, να μην συμφωνήσεις με τον εργοδότη. Και αυτός, που είναι ο αρχηγός της επιχείρησης που δουλεύεις και ζεις, σε απολύει. Φοβερή ελευθερία!

Οι συλλογικές διαπραγματεύσεις απωθούν αυτό το στοιχείο της βίας, που είναι εγγενής στις εργασιακές σχέσεις. Δεν διαπραγματεύεσαι εσύ ο ίδιος, αλλά ο συνδικαλιστικός σου εκπρόσωπος, που έχει και πλέον (όσο αντέξει και αυτό…) συνδικαλιστική προστασία, με τον εκπρόσωπο του εργοδότη. Έχει απο πίσω του ένα σωματείο, που άμα θέλει μπορεί να παγώσει την εργασία της επιχείρησης. Έτσι, η βαθύτατη ανισορροπία ανάμεσα στον εργοδότη και τους εργαζόμενους κάπως μετριάζεται, οδηγούμαστε σε δικαιότερες λύσεις.

Σαφώς, δεν είναι ασύνδετη η «μικρή αλλαγή» στο τρόπο διευθέτησης του ωραρίου με την μείωση της συνδικαλιστικής προστασίας και την αποδιάρθρωση των συλλογικών συνδικαλιστικών ελευθεριών, που επιχειρείται με τον ίδιο νόμο. Δοκιμάζονται στοιχεία ενός νέου συστήματος οργάνωσης της εργασίας.

ΑΠΟ ΤΑ ΜΝΗΜΟΝΙΑ ΣΤΗΝ ΧΩΡΑ ΜΠΑΝΑΝΙΑ

Το Υπουργείο Εργασίας βάζει ένα μικρό λιθαράκι σε ένα γενικότερο σχεδιασμό. Θέλουν να εξαφανίσουν εντελώς τις συλλογικές διαπραγματεύσεις και τα πάντα να τα «διαπραγματεύεσαι» ολομόναχος με τον εργοδότη. Θέλουν να ξαναγυρίσουμε σε εποχές μεσαιωνικές, όπου νόμος είναι το τι θέλει ο εργοδότης, όπου κάθε συζήτηση θα είναι «take it or leave it», όπου η μόνη ελευθερία σου θα είναι… να αποδέχεσαι κάθε τροποποίηση στους όρους εργασίας σου.

Το σύστημα συλλογικών διαπραγματεύσεων έχει κατακρεουργηθεί από τα μνημόνια την προηγούμενη δεκαετία. Ένας από τους όρους των δανειστών, μάλιστα, στο 2ο μνημόνιο, επέβαλε ως υποχρέωση «να μην επιστρέψουμε στο προηγούμενο σύστημα». Με βάση χειρουργικά χτυπήματα, εξαφάνισαν την ισχύ των συλλογικών διαπραγματεύσεων, τις κλαδικές και την εθνική συλλογική σύμβαση. Βάλαν τους νέους εργαζόμενους να δουλεύουν με υποκατώτατο μισθό, να βάλουν «πλάτη» στην χώρα, κάτι που αντιστρατεύονταν κάθε έννοια συνταγματικού και ευρωενωσιακού ακόμα κανόνα δικαίου. Οι μνημονιακές υποχρεώσεις, που επέβαλαν οι δανειστές σε όλες τις κυβερνήσεις, ήταν η αρχή: δημιούργησαν το έδαφος, πάνω στο οποίο θα άνθιζε το τσάκισμα της συλλογικής εργατικής πάλης. Και φυσικά, τσακίζοντας τους μισθούς, αύξησαν την ύφεση, την φτώχεια, την εξαθλίωση των πολιτών της χώρας, μικρομεσαίες επιχειρήσεις συνέχισαν να κλείνουν, ενώ η οικονομία σταδιακά πέρασε στον έλεγχο των ξένων συμφερόντων.

Η ποιότητα των εργασιακών σχέσεων αποτελεί τον ύψιστο δείκτη δημοκρατίας σε μία χώρα. Κύριο χαρακτηριστικό των χωρών – μπανανίων είναι η «ανταγωνιστικότητα» τους, δηλαδή η απουσία κάθε έννοιας εργατικού δικαιώματος. Η δικτατορία αυτή μεταφέρεται και άμεσα στην κοινωνία: δεν υπάρχει χώρα με κακούς δείκτες εργατικής προστασίας που να αποτελεί υπόδειγμα δημοκρατίας. Η επιστροφή στην ατομική διαπραγμάτευση δεν αποτελεί απλά μία τυχαία επιλογή. Αλλά εντάσσεται στο γενικό κλίμα της νεοφιλελεύθερης οικονομικής σκέψης, πάνω στην οποία η Νέα Δημοκρατία «πατάει γκάζι». Θέλουν να τελειώνουν με κάθε «φρένο στην ανταγωνιστικότητα». Να τελειώνουν με την δημόσια υγεία και παιδεία. Να πουλήσουν όλον τον εθνικό πλούτο. Να τελειώνουν με τα δημοκρατικά δικαιώματα. Να τελειώνουν με την δημοκρατία στις σχολές, στους χώρους δουλειάς, στο δρόμο, με ό,τι μπορεί να βάλει φρένο στο ξεπούλημα μας.

Απέναντι σε αυτό, να συλλογιστούμε ότι κάποτε αδύνατα θεωρούνταν το 8ωρο, η άδεια μετ’αποδοχών, η κοινωνική ασφάλιση, οι συλλογικές διαπραγματεύσεις, το πενθήμερο, η πληρωμένη υπερωρία. Δεν τα έδωσε η μεγαλοκαρδία των κυβερνώντων. Αλλά έγιναν δυνατά μέσα από τους αγώνες των εργαζομένων της εποχής τους: αυτό πρέπει να γίνει συλλογική πεποίθηση, για να τα πάρουμε όλα πίσω: την εργασία μας, την χώρα μας, το μέλλον μας.

antapocrisis