Του Γιάννη Κιμπουρόπουλου

Αυτό που είναι διασκεδαστικό με την ευρωπαϊκή νομενκλατούρα είναι η ευρηματικότητά της στην επιλογή πομπωδών όρων που πολλοί τους ακούνε, λίγοι τους καταλαβαίνουν. Είναι και οι γλωσσικοί μέσοι όροι που επιβάλλουν παράξενους συμβιβασμούς στα αγγλικά, τα οποία διατηρούν το μονοπώλιο της ορολογίας, παρά το Brexit. Η Ε.Ε. μιλά τη γλώσσα της μόνης χώρας που την εγκατέλειψε. Λοιπόν, οι αγγλικοί μέσοι όροι βάφτισαν Μηχανισμό Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (Recovery and Resilience Facility) τον κουμπαρά που, αφού γεμίσει με καμιά 800αριά δισ. ευρώ, θα δοθεί στα κράτη μέλη για να παίζουν –με επιδοτήσεις και δάνεια– τα επόμενα 5-6 χρόνια. Και πες ότι το «Ανάκαμψης» κουτσά στραβά το καταλαβαίνει ο μέσος Ευρωπαίος. Αυτό το «Ανθεκτικότητας» πού κολλάει; Ποιος θα αντέξει τι και ποιον; Εμείς αυτούς ή αυτοί εμάς; Μήπως υπονοείται μια ακόμη δεκαετία οδυνηρής προσαρμογής στην οποία εμείς ως υποζύγια οφείλουμε να αντέξουμε, κύριος οίδε τι ακόμη;

Τέσπα, οφείλω να ομολογήσω ότι η κυβέρνηση Μητσοτάκη, με την πολυπληθή επικοινωνιακή μεραρχία της (ή μήπως έχει αναβαθμιστεί σε στρατιά;), διέβλεψε το πρόβλημα κατανόησης και εκλαΐκευσης και έβαλε δίπλα στο υποχρεωτικό «Εθνικό Σχέδιο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας» ένα «Ελλάδα 2.0» και καθάρισε. Είναι βέβαιο ότι η θεία Αμερσούδα στην ανατολική Πανωκατωπετρομαγούλα, που μετά τη διπλή δόση Pfizer παίζει το web στα δάχτυλα, μια χαρά κατάλαβε. Κι έπειτα βάζουν κι αυτά τα ωραία κι εύγλωττα γραφικά δίπλα στους «στρατηγικούς πυλώνες»: ένα φυλλαράκι για την πράσινη μετάβαση, κάτι χριστουγεννιάτικα αστεράκια για την ψηφιακή μετάβαση, ένα τεθλασμένο βέλος για τις εξαγορές, κάτι νευρικά σπερματοζωάρια για την καινοτομία, κάτι κεράκια της Λαμπρής για την κατάρτιση του ανθρώπινου δυναμικού (κρυφό σχολειό;) και το κορυφαίο, μια επαγγελματική τσάντα πάνω από μια ανοικτή παλάμη για τις επενδύσεις και τις συμπράξεις ιδιωτικού και δημοσίου τομέα, που είμαι βέβαιος ότι δεν συμβολίζει μίζες, χρηματιστικές εξαγορές και διαφθορά (η τσάντα θα είναι άδεια ή θα έχει μόνο χαρτιά, με τίποτα τούβλα διακοσάευρων). Κι έτσι, μ’ αυτά τα χαζοχαρούμενα γραφικά δίπλα στους βαρύγδουπους τίτλους επενδύσεων και μεταρρυθμίσεων, ο κόσμος μπορεί να είναι ήσυχος ότι τα εκατοντάδες εκατομμύρια που τους συνοδεύουν θα πάνε σε καλή μεριά. Καλοφάγωτα τα 30 δισ. ευρώ.

Είναι πολλά τα λεφτά, Αρη, Κυριάκο, Αλέξη, Κωστή, Χρήστο, Νίκη, Εφη κι όλα τα ονόματα, είναι πολλά τα λεφτά για μια χώρα χρεοκοπημένη, που παραμένει στον πάτο της ανάκαμψης και στην ουρά της ανθεκτικότητας. Κι αν ξεπεράσουμε τα προβλήματα της ερμητικής ορολογίας και της τεχνογραφειοκρατικής αργκό και προχωρήσουμε στο ξεφύλλισμα του κατ’ ευφημισμόν «Εθνικού Σχεδίου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας» και σε όσα τουλάχιστον μας αποκαλύπτει η απαρίθμηση των 170 «επενδύσεων» και «μεταρρυθμίσεων» (με όλα τα εισαγωγικά του κόσμου) όπου θα πάνε τα πολλά λεφτά, θα πέσουμε πάνω στο σκάνδαλο της επόμενης δεκαετίας.

Αν υλοποιηθεί τούτο το έκτρωμα, αυτό που ορθά αποκάλεσε ο Χατζηδάκης «εθνική ντροπή» –την κατασπατάληση δισεκατομμυρίων του ΕΣΠΑ στην ψευδοκατάρτιση των προηγούμενων δεκαετιών– θα φαίνεται αθώα παιδική σκανδαλιά. Ως εκ τούτου, προτείνω την αντιστροφή του ευφημισμού σε όλα του τα μέρη (Εθνικό, Ανάκαμψη, Ανθεκτικότητα) και τη μετονομασία του σε «Αντεθνικό Σχέδιο Οσφυοκαμψίας και Εξουθένωσης». Ωστε να αποτυπώσει με ακρίβεια το συνονθύλευμα εξυπηρετήσεων σε μπαταχτσήδες επιχειρηματίες που θέλουν μνημόσυνα με ξένα κόλλυβα και γάμους με κλεμμένα κουφέτα, σε οσφυοκάμπτες της εξουσίας που ετοιμάζονται για τις επόμενες αρπαχτές, σε πελατειακές εξαγορές μικρομεσαίων στρωμάτων, σε πολιτικές εξουθένωσης της εργασίας, σε πράσινα φύκια και ψηφιακές κορδέλες, σε τσιμέντα, ασφαλτοτάπητες, ανεμογεννήτριες, ηλιακά πάνελ, σε ένα ολέθριο αυτοσχεδιασμό κατασπατάλησης πολύτιμων πόρων που, αντί ενός νέου μοντέλου, μετατρέπουν τον παραγωγικό ερειπιώνα σε μάντρα πώλησης πάσης φύσεως υλικών. Αυτό το γονατογράφημα που αποκαλείται «Σχέδιο» είναι το σκάνδαλο των σκανδάλων.

ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ

Αρης: Είναι ανάγκη να χτυπηθούμε;
Μαύρος: Πολλά τα λεφτά, Αρη.
Αρης: Εντάξει, Μαύρε.

Ντίνου Δημόπουλου, Ηλία Λυμπερόπουλου, «Λόλα» (1964)