Του Γεράσιμου Λιβιτσάνου

Ένας μόνιμος μηχανισμός απευθείας οικονομικής ενίσχυσης της Εκκλησίας και των ιδρυμάτων της δημιουργείται με τροπολογία που κατέθεσε η κυβέρνηση και υπογράφεται από την Νίκη Κεραμέως και τον Χρήστο Σταϊκούρα.

Η τροπολογία κατατέθηκε την τελευταία στιγμή στο κατεπείγον νομοσχέδιο που αφορά ρυθμίσεις σχετικές με τον Covid 19 ώστε να ψηφιστεί δίχως ουσιαστική συζήτηση. Εντυπωσιακό είναι το γεγονός ότι στο κείμενο δεν αναφέρεται καν το ύψος της επιχορήγησης.

Μάλιστα ακόμη και ο τίτλος της τροπολογίας δείχνει προσπάθεια «διακριτικής νομοθέτησης». Η τροπολογία τιτλοδοτείται ως «Παράταση προθεσμίας για πρόσληψη σε θέσεις Ιεροδιδασκάλων, Ελλήνων πολιτών της μουσουλμανικής μειονότητας και έκτακτη επιχορήγηση θρησκευτικών φορέων». Όμως η ουσία της υπόθεσης είναι στο τρίτο μέρος του τίτλου.

Στην τροπολογία ορίζεται επακριβώς ότι «το Δημόσιο δύναται να καταβάλει εφάπαξ έκτακτη επιχορήγηση προς το νομικό πρόσωπο της Εκκλησίας της Ελλάδος, το νομικό πρόσωπο της Εκκλησίας της Κρήτης, τις Ιερές Μητροπόλεις Δωδεκανήσου, το Κεντρικό Ισραηλιτικό Συμβούλιο Ελλάδος (Κ.Ι.Σ.Ε.), τα Εκκλησιαστικά Νομικά Πρόσωπα (Ε.Ν.Π.), τα Θρησκευτικά Νομικά Πρόσωπα (Θ.Ν.Π.) του ν. 4301/2014 (Α’ 223), που διαθέτουν άδειες ευκτήριου οίκου και τις θρησκευτικές κοινότητες που διαθέτουν άδειες ευκτήριου οίκου, προκειμένου να αντιμετωπίσουν τις έκτακτες ανάγκες τους λόγω της εμφάνισης και διάδοσης του κορωvοϊού COVID – 19 και να ενισχύσουν το φιλανθρωπικό τους έργο».

Η συγκεκριμένη ρύθμιση στην πράξη σημαίνει ότι η ενίσχυση της εκκλησίας δεν θα γίνει εφάπαξ στην πραγματικότητα. Αφού η χρηματοδότηση μπορεί να αφορά διάφορα ιδρύματα τα οποία σχετίζονται είτε με την Εκκλησία της Ελλάδας, είτε άλλες εκκλησίες είτε το σύνολο των νομικών προσώπων που σχετίζονται με την εκκλησία η τα ιδρύματά της. Δηλαδή μπορούν να γίνουν πολλές εφάπαξ χρηματοδοτήσεις με τον ίδιο όμως αποδέκτη.

Η τροπολογία επίσης συνιστά «υπογραμμένη επιταγή με το ποσό να μην έχει συμπληρωθεί». Το κόστος αυτής της επιχορήγησης δεν προσδιορίζεται. Επαφίεται σε υπουργική απόφαση που θα υπογραφεί στο μέλλον. Αυτό προκύπτει με σαφήνεια από την έκθεση του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους που δεν προβλέπει συγκεκριμένο ποσό. Ορίζεται πως  «με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Παιδείας και Θρησκευμάτων καθορίζονται το ύψος της επιχορήγησης, τα κριτήρια και οι προϋποθέσεις χορήγησής της ανά δικαιούχο, η διαδικασία υποβολής σχετικής αίτησης, τα απαιτούμενα στοιχεία και δικαιολογητικά, η διαδικασία και ο τρόπος χορήγησης της ενίσχυσης, οι υποχρεώσεις των δικαιούχων, και κάθε άλλο συναφές ζήτημα για την εφαρμογή».

Η ρύθμιση αυτή προφανώς δεν είναι άσχετη από την συνάντηση που είχε ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης με τον Αρχιεπίσκοπο Ιερώνυμο στο Μέγαρο Μαξίμου. Εκεί όπου συζητήθηκαν σειρά ζητημάτων μεταξύ των οποίων και ο εορτασμός του Πάσχα εν μέσω πανδημίας. Η Ιερά Σύνοδος είχε εκφράσει την ευαρέσκεια της για την «θετική ανταπόκριση» του πρωθυπουργού στα ζητήματα που απασχολούν την εκκλησία.

Ουσιαστικά έχουμε μια …επανάληψη της συναλλαγής ανάμεσα σε κυβέρνηση και εκκλησία που είχε γίνει πέρυσι όταν είχαν επιβληθεί αντίστοιχη περιορισμοί στους εορτασμούς του Πάσχα λόγω της πανδημίας. Τον Ιούλιο του 2020 η κυβέρνηση είχε «αποζημιώσει» την Εκκλησία με μία τροπολογία του υπουργείου οικονομικών η οποία επέτρεπε την ευνοϊκής ρύθμισης των χρεών της σε τρίτου που περιλαμβάνονταν στο άρθρο 90 πολυνομοσχεδίου του υπουργείου Οικονομικών. Το νομοσχέδιο εκείνο είχε επίσης χαρακτήρα πολυνομοσχεδίου με πρόσχημα την πανδημία.

Η Εκκλησία είχε εκδώσει και ανακοίνωση που σημείωνε πως η  «με αίσθημα κοινωνικής ευαισθησίας ζητήθηκε εκ μέρους της Εκκλησίας της Ελλάδος να θεσπισθεί η δυνατότητα αυτή, καθώς δεν προβλεπόταν νομοθετικώς». Τόνιζε ότι παρέχει στα εκκλησιαστικά ιδρύματα «τη δυνατότητα να συμφωνούν ρυθμίσεις αποπληρωμής (σε δόσεις κλπ.) των χρηματικών αξιώσεών τους με τους οφειλέτες τους» ενώ προστίθονταν πως «το άρθρο 90 του νομοσχεδίου δεν έχει καμία σχέση με το διακανονισμό τυχόν χρεών των εκκλησιαστικών Ν.Π.Δ.Δ. προς το Κράτος». Τον έλεγχο αυτών των πράξεων ορίστηκε να έχει η …ίδια η Εκκλησία και να ελέγχει τον εαυτό της. Στην ίδια ανακοίνωση η Ιερά Σύνοδος ανέφερε πως «εφ’ όσον τεθεί σε ισχύ, οι συμφωνίες διακανονισμού οφειλών θα υπόκειται σε έλεγχο και έγκριση από τα εποπτικά και αποφασιστικά όργανα κάθε εκκλησιαστικού Ν.Π.Δ.Δ., όπως προβλέπεται για κάθε συμφωνία των φορέων αυτών».

Ημεροδρόμος