https://kosmodromio.gr/wp-content/uploads/2021/03/PRI186658455.jpg

Του Γιάννη Νικολόπουλου

Πώς το βρετανικό νομοσχέδιο για “την προστασία της αστυνομίας” υπονομεύει τα δημοκρατικά δικαιώματα και βάζει στο στόχαστρο μειονότητες και “παρεκκλίνουσες συμπεριφορές”.

Το περασμένο διάστημα, οι εικόνες από τις διαδηλώσεις στο Λονδίνο, το Μπρίστολ και άλλες πόλεις της Βρετανίας έκαναν τον γύρο του κόσμου. Χιλιάδες διαδηλωτές, παρά τις σχετικές απαγορεύσεις των τοπικών δήμων και της αστυνομίας, κατήλθαν στους δρόμους με τριπλό σκοπό, ανταποκρινόμενοι σε διαφορετικές εκκλήσεις, προκηρύξεις και οργανωτικά σχήματα. Πρώτα, για να συμπαρασταθούν στις γυναίκες θύματα της αστυνομικής βίας, όπως αυτή αποκορυφώθηκε τις προηγούμενες μέρες κατά τη διάρκεια των διαμαρτυριών για τη δολοφονία της Σάρα Έβεραρντ από τον αστυνομικό της Μητροπολιτικής Αστυνομίας του Λονδίνου, Γουέιν Κάζινς. Εν συνεχεία, για να καταγγείλουν τα περιοριστικά μέτρα εναντίον της πανδημίας, γεγονός που τους κατέταξε από πλευράς συστημικής ενημέρωσης στην κατηγορία των “αρνητών” του κορονοϊού και της σοβαρότητας της πανδημίας. Κατόπιν, για να εκφράσουν την αντίθεση τους στο νομοσχέδιο “περί προστασίας της αστυνομίας και της δικαιοσύνης” που συζητείται εδώ και μερικές μέρες στη Βουλή των Κοινοτήτων, σε έναν ατέρμονο κύκλο φαινομενικών και αντιφατικών κοινοβουλευτικών αντεγκλήσεων, καθώς τα κόμματα κινούνται κάτω από τη βαριά σκιά της κοινωνικής έκρηξης μπροστά στην αστυνομική βία και υπολογίζουν πια πολύ πιο σοβαρά κάθε δημόσια τοποθέτηση και ψήφο τους. Ακόμη και αν δεχθούμε ότι τα διάφορα “υποσύνολα” διαμαρτυρόμενων διαδηλωτών είχαν διαφορετικά κίνητρα και επιδιώξεις, η αλήθεια παραμένει: υπάρχει εκρηκτική κοινωνική ύλη έτοιμη να αναφλεγεί εξαιτίας της σκλήρυνσης της καταστολής και της βίας που έχει ασκήσει η βρετανική αστυνομία, ανεξαρτήτως αφορμής.

Αν το νομοσχέδιο της κυβέρνησης των Συντηρητικών γίνει νόμος, τότε η αστυνομία θα έχει απόλυτες εξουσίες απαγόρευσης και διάλυσης ειρηνικών διαμαρτυριών και διαδηλώσεων, εξού και από την πλευρά των διαμαρτυρόμενων έχει βαφτιστεί ως crackdownbill (νομοσχέδιο της καταστολής). Ανάμεσα στα δρακόντεια μέτρα που προτείνονται περιλαμβάνονται η δυνατότητα της αστυνομίας να διαλύει συγκεντρώσεις που γίνονται έξω από το κοινοβούλιο με μοναδικό κριτήριο το γεγονός ότι οι διαδηλωτές βρίσκονται ακριβώς σε αυτό το σημείο ή η υποχρέωση της να τερματίζει κάθε συγκέντρωση όταν αυτή προκαλεί “σημαντική αναστάτωση”, χωρίς να διευκρινίζονται ή να συστηματοποιούνται οι δύο αυτές έννοιες που θα ερμηνεύονται από τον εκάστοτε επικεφαλής αστυνομικό διευθυντή “σύμφωνα με όσα η κοινή πείρα υπαγορεύει”.

Στο νομοσχέδιο γίνεται επίσης λόγος για “ενίσχυση των ελεγκτικών αρμοδιοτήτων της αστυνομίας” στις περιπτώσεις “συστηματικής παραβατικότητας” τσιγγάνων, Ρομά ή άλλων περιπλανώμενων ομάδων και μειονοτήτων, μια διάταξη με προφανή ρατσιστικό χαρακτήρα που στοχοποιεί ανθρώπους ήδη εξαιρετικά ευάλωτους στην αστυνομική αυθαιρεσία, λόγω των παγιωμένων προκαταλήψεων για το χρώμα του δέρματος και τον νομαδικό και πλάνητα τρόπο ζωής τους. Στο ίδιο πλαίσιο, η ποινικοποίηση της προσωρινής διαμονής σε υπαίθριο και ανοιχτό, δημόσιο ή διαφιλονικούμενου ιδιοκτησιακού καθεστώτος, χώρο επεκτείνεται και στους άστεγους. Οι ποινές είναι εξοντωτικές, είτε μιλάμε για Ρομά είτε για ανθρώπους χωρίς κατοικία και στέγη: 2.500 λίρες πρόστιμο και τουλάχιστον τρεις μήνες φυλάκιση για παράνομη υπαίθρια διαμονή, δήμευση στα τροχόσπιτα ή τις σκηνές που διαμένουν οι περιπλανώμενοι πληθυσμοί και, η χειρότερη πιθανώς όλων, η υποχρεωτική επιμέλεια και κηδεμονία των ανήλικων τέκνων τους πρώτα από την αστυνομία που προβαίνει στη διάλυση των προσωρινών καταυλισμών και κατόπιν από τις κρατικές υπηρεσίες κοινωνικής πρόνοιας. Αυτό το ποινικό πλαίσιο ουσιαστικά εξοβελισμού και καταδίωξης των Ρομά και των άστεγων, βέβαια, δεν θα έπρεπε να αιφνιδιάζει κανέναν, καθώς στο προεκλογικό πρόγραμμα των Συντηρητικών και τις ομιλίες του πρωθυπουργού, Μπόρις Τζόνσον, “η καταπάτηση εκτάσεων και η διάσχιση (trespassing) ιδιωτικών ακίνητων περιουσιών από περιπλανώμενες ομάδες και άτομα χωρίς μόνιμη διαμονή και στέγη πρέπει να τιμωρείται αυστηρά ως έγκλημα στρεφόμενο εναντίον του κοινωνικού συνόλου”. Οι Συντηρητικοί είχαν προειδοποιήσει, έγκαιρα, δυνατά και καθαρά, όπως λένε και οι ίδιοι οι Άγγλοι, ακόμη και ανάμεσα στους ψηφοφόρους τους, δεν τους είχαν δώσει τη δέουσα σημασία και προσοχή.

Το πλέον ουσιώδες στοιχείο στη συγκυρία είναι πως η Μητροπολιτική Αστυνομία του Λονδίνου δεν κρύβει πως το νομοσχέδιο προέρχεται στην κυριολεξία μέσα από τα διοικητικά και συγγραφικά της σπλάχνα. Από τον Οκτώβριο του 2019 έως και πριν από λίγες μέρες, η επικεφαλής της, Κρεσίντα Ντικ δεν έχανε την ευκαιρία να διατυμπανίζει ανερυθρίαστα ότι πιέζει την κυβέρνηση των Τόρις “με μεθόδους που έχουν ήδη χρησιμοποιήσει πετυχημένα οι μεγαλύτερες εταιρείες που εξειδικεύονται στο λόμπι και την παρασκηνιακή υποβοήθηση του νομοθετικού έργου” – μία πολύ επιεικής διατύπωση για το όργιο διαπραγματεύσεων και σκληρού παρασκηνίου που προηγήθηκε, με σκοπό να ψηφιστεί ο νόμος “παραχωρώντας όσο το δυνατό περισσότερες εξουσίες στην αστυνομία προκειμένου να έχει τη δυνατότητα να τερματίζει ανεπιθύμητες συγκεντρώσεις του πλήθους στην πόλη”.

Στο ίδιο μήκος κύματος με την Ντικ κινείται και ο αναπληρωτής διευθυντής της Μητροπολιτικής Αστυνομίας, Στέφεν Χάουζ υποστηρίζοντας ότι “εδώ και καιρό ζητάμε έναν νόμο που θα μας λύνει τα χέρια, όταν έχουμε μπροστά μας ενοχλητική διατάραξη της κοινωνικής και οικονομικής ζωής στο Λονδίνο”. Πιθανότατα δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι οι περισσότερες δημόσιες τοποθετήσεις ανώτατων αξιωματικών της βρετανικής αστυνομίας για την αναγκαιότητα ενός τέτοιου νόμου, ειδικά από τη στιγμή που ανέλαβε άτυπος εκπρόσωπος Τύπου της αστυνομίας ο ίδιος ο Χάουζ εντάθηκαν μετά το κύμα διαδηλώσεων στο Ηνωμένο Βασίλειο που ακολούθησε τη δολοφονία του Αφροαμερικανού Τζορτζ Φλόιντ στις Ηνωμένες Πολιτείες και γιγάντωσε το κίνημα του Black Lives Matter και στη Βρετανία.

Οι διαδηλώσεις του βρετανικού Black Lives Matter την άνοιξη του 2020 ήταν ένας κόλαφος για την κυβέρνηση και την αστυνομία. Τα περιοριστικά μέτρα δεν εμπόδισαν τους Βρετανούς, ειδικά αφρικανικής καταγωγής, να διαδηλώσουν μαζικά. Ευθύς αμέσως άρχισε να καλλιεργείται ο βολικός για το βρετανικό πολιτικό σύστημα μύθος ότι η βρετανική αστυνομία δεν έχει καμία σχέση με την αμερικανική, από άποψη εκπαίδευσης και ρατσιστικών στερεοτύπων. Όμως η αναδρομική έρευνα μόλις μιας δεκαετίας πίσω αποδεικνύει ότι από τον φόνο του Τζίμι Μπουμπένγκα μέσα σε αεροπλάνο στο αεροδρόμιο του Χίθροου το 2010, έως τον “περίεργο” πνιγμό του Έντσον ντα Κόστα στο Νιούχαμ του Λονδίνου,το 2017, κατά τη διάρκεια μιας υποτίθεται τυπικής έρευνας της αστυνομίας για ναρκωτικά, οι θάνατοι αφρικανικής καταγωγής Βρετανών που σχετίζονται με τη δράση της αστυνομίας και τον συστημικό ρατσισμό εναντίον των μαύρων ή των μιγάδων δεν είναι άγνωστοι στην κοινή γνώμη της χώρας.

Το ελάχιστα γνωστό είναι πως οι αστυνομικοί πέφτουν σχεδόν αμέσως στα μαλακά, απαλλάσσονται σύντομα από τις όποιες κατηγορίες για κατάχρηση εξουσίας, παράβαση καθήκοντος και ανθρωποκτονία, είτε εκ προθέσεως είτε από αμέλεια, και συνεχίζουν να ασκούν τα καθήκοντα τους, λες και δεν έχει μεσολαβήσει το οτιδήποτε. Ας σημειωθεί ότι η τελευταία φορά που τιμωρήθηκαν αστυνομικοί στη Βρετανία για τον φόνο ενός αφρικανικής καταγωγής Βρετανού και γενικά για τον θάνατο οποιουδήποτε “έτυχε να πέσει στα χέρια τους” ήταν το μακρινό 1969, όταν δύο αξιωματικοί της αστυνομίας του Λιντς καταδικάστηκαν σε ποινή μόλις τριών ετών φυλάκισης για τα αδικήματα της σοβαρής σωματικής βλάβης και της αναίτιας επίθεσης σε βάρος του δολοφονημένου άστεγου Βρετανο-Νιγηριανού, Ντέιβιντ Ολουβάλε. Με άλλα λόγια, ακόμη και τότε, η κατηγορία της ανθρωποκτονίας σε βάρος αστυνομικών και η τιμωρία τους για φόνο ήταν εντελώς έξω από την πολιτική και δικαστική συζήτηση και απαγγελία των ποινών.

Το νομοσχέδιο για “την αστυνομία, την εγκληματικότητα, τον σωφρονισμό και τα δικαστήρια”, όπως είναι η επίσημη προμετωπίδα του, αν και οι ίδιοι οι Βρετανοί αστυνομικοί το αποκαλούν ανοιχτά “νόμο προστασίας της αστυνομίας” έχει χαιρετιστεί ως “τολμηρή μεταρρύθμιση” από το σύνολο των συστημικών μέσων ενημέρωσης του Ηνωμένου Βασιλείου.

Η υπουργός Εσωτερικών, Πρίτι Σουνέλ Πατέλ που είναι η τυπική εισηγήτρια του νομοσχεδίου, παρουσιάζεται από τον φιλοκυβερνητικό Τύπο ως “η πολιτικός που δεν διστάζει να πάρει τις δύσκολες αποφάσεις και να προωθήσει τις απαραίτητες για το Ηνωμένο Βασίλειο μεταρρυθμίσεις”. Φυσικά, η νομοθετική κίνηση των Συντηρητικών έχαιρε της αρχικής έγκρισης και των Εργατικών που σύντομα μεταστράφηκαν επιλέγοντας μια πρώτη δήλωση αποχής από τις συζητήσεις στο κοινοβούλιο και μόλις το περασμένο Σάββατο, κάτω από τις μνημειώδεις αντιδράσεις του λαού στις διαδηλώσεις και των Ρομά σε όποια διαθέσιμη πόλη και προάστιο βρέθηκαν, επαναδιατύπωσαν την πολιτική τους θέση κάνοντας, για μία ακόμη φορά, καιροσκοπική και πανικόβλητη κυβίστηση, σπεύδοντας στη γραμμή πλεύσης της ανοιχτής καταγγελίας, καθώς, σύμφωνα με το τελευταίο χρονικά συμπέρασμα των Εργατικών, “το νομοσχέδιο για την αστυνομία καταστρέφει τις πολιτικές μας ελευθερίες”.

Μέχρι στιγμής, το νομοσχέδιο βρίσκει τη δυναμική του απάντηση μόνο από τους δρόμους και τους διαδηλωτές. Οι κοινωνικές αντιδράσεις και ο αντίκτυπος της δολοφονίας της Έβεραρντ είναι εκείνα τα γεγονότα που έχουν καθυστερήσει την υπερψήφιση του και έχουν προκαλέσει αρκετές σοβαρές ρωγμές στο μέχρι προχθές συμπαγές τείχος προπαγάνδας και προώθησης του. Μετά τις σκηνές αστυνομικής βίας και αυθαιρεσίας, τα μέσα ενημέρωσης έχουν ρίξει τους τόνους, η Πατέλ έχει αποστασιοποιηθεί διακριτικά από τη δημόσια επιχειρηματολογία υπέρ του νομοσχεδίου και της αστυνομίας, οι Τόρις έχουν παγώσει τις κοινοβουλευτικές διαδικασίες που έχουν φτάσει στη δεύτερη συζήτηση η οποία όμως δείχνει να κρατά αιώνια – αντί για τις τρεις προσδιορισμένες μέρες έναρξης και ολοκλήρωσης της. Η πλέον αναπάντεχη αλλαγή δημόσιας τοποθέτησης για τον crackdownbill ήρθε από την Εθνική ‘Ενωση των Βρετανών Αστυνομικών που σε ανακοίνωση της, την περασμένη εβδομάδα, υποστήριξε ότι “οι νέες αρμοδιότητες για την πλήρη καταστολή των διαδηλώσεων δεν είναι χρήσιμες και σε κάθε περίπτωση ξεπερνούν κατά πολύ τα όρια του πολιτικού μας συστήματος”.

Τελικά, οι τόσο “επικίνδυνες” για την ομαλότητα της κοινωνικής και οικονομικής ζωής, διαδηλώσεις ήταν οι μόνες μέθοδοι κινητοποίησης και διαλόγου ανάμεσα στην πολιτική εξουσία και την κοινωνία που έφεραν ένα πρώτο αποτέλεσμα, την τροχοπέδη στην οριστική υιοθέτηση ενός νόμου που υπονομεύει τα δημοκρατικά δικαιώματα και βάζει σε θέση επί σκοπόν τις πλέον ευάλωτες πληθυσμιακές ομάδες και μειονότητες της Βρετανίας, οι οποίες αντιμετωπίζονται θεσμικά και παρασκηνιακά ως εγκληματίες λόγω δέρματος, φυλής και τρόπου ζωής.

κοσμοδρόμιο