Του Γιώργου Μουρμούρη

Μια «φυγή προς τα μπρος» προς ένα ασφυκτικό, για τους εργαζόμενους και τα λαϊκά στρώματα, μέλ­λον, επιχειρεί η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας, πατώντας κυριολεκτικά πάνω στις εκατόμβες των νεκρών που προκάλεσαν οι δικοί της χειρισμοί στη διαχείριση της πανδημίας.

Έχοντας ως οδηγό το «δόγμα» που διατύπωσε ρητά, με τον γνωστό του κυνισμό, ο υπουργός Ανάπτυξης και Επενδύσεων Άδωνις Γεωργιάδης, «αν δεν υπάρχει ο φόβος δεν υπάρχει και η τήρηση των μέτρων», και αφού η κατάσταση στα της πανδημίας είναι πλέον μη αναστρέψιμη, η κυβέρνη­ση αξιοποιεί ακριβώς αυτόν τον φόβο και την αίσθηση αποπροσανατολισμού και απώλειας κάθε σταθερού σημείου ανα­φοράς που δημιουργεί η πανδημία για να περάσει ένα εμπροσθοβαρές πολιτικό πρόγραμμα που περιλαμβάνει το μάξιμουμ των νεοφιλελεύθερων προταγμάτων και ιδεολογημάτων, σε συνδυασμό με απροσχημάτιστη κρατική καταστολή.

Πρόκειται για αντιδραστικές τομές που υπήρχαν εξαρχής στην ατζέντα της κυβέρνησης. Όμως η ταυτόχρονη προ­ώθησή τους, εν μέσω πανδημίας και ενώ διαταράσσεται η συμμαχία της ΝΔ με μεγάλο τμήμα των μεσοστρωμάτων, αποτελεί απόρροια ακριβώς της παγε­ρής αδιαφορίας της να λάβει στοιχειώδη έστω μέτρα για την προστασία της υγεί­ας εργαζομένων και λαϊκών στρωμάτων. Έτσι, οι αναφορές Μητσοτάκη στην ανά­γκη στήριξης του δημόσιου συστήματος Υγείας, στον απόηχο του πρώτου κύμα­τος της πανδημίας, ή η «ανοχή» στη δι­αδήλωση της Πρωτομαγιάς, που έλαβε επίσης χώρα εν μέσω lockdown, φαντά­ζουν μακρινό παρελθόν. Ακροβατώντας πλέον σε τεντωμένο σχοινί, η κυβέρνηση ελπίζει με το «δόγμα του σοκ» να δημι­ουργήσει μια «νέα Ελλάδα», ένα νέο υπό­δειγμα κράτους, διοίκησης, πολίτη, με αφορμή και τα 200 χρόνια από το 1821.

Όπως το έθεσε ο ίδιος ο Κυριάκος Μητσοτάκης, μιλώντας στο 31ο Greek Economic Forum, μιλώντας ενώπιον των CEO της Pfizer και άλλων πολυεθνι­κών, στις 2 Δεκεμβρίου: «Η πανδημία είναι δραματικός καταλύτης αλλαγών. Αντιμετωπίζουμε αποτελεσματικά το δεύτερο κύμα, αλλά προχωράμε με επι­θετικό τρόπο στις μεταρρυθμίσεις που έχουμε σχεδιάσει, χωρίς να χάνουμε χρό­νο». Για να προσθέσει ότι η υποχώρηση της πανδημίας το 2021 και η συμπλήρω­ση 200 ετών από την Επανάσταση του 1821 θα αποτελέσουν την ευκαιρία για να συστηθεί ξανά η Ελλάδα στον κόσμο, πιο ισχυρή, με μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση.

Η «νέα Ελλάδα» που ευαγγελίζεται η κυβέρνηση, πέραν του ασφυκτικά ελά­χιστου χώρου που θα αφήνει για εργα­ζόμενους, μετανάστες και πρόσφυγες, άνεργους, νέους, ακόμα και ταχέως διαλυόμενα μεσοστρώματα, αποτελεί μια επιχείρηση «high risk – high reward» (υψηλό ρίσκο – υψηλή ανταμοιβή): Αν «της βγει», η ΝΔ θα έχει εξασφαλίσει την ηγεμονία της στο αστικό πολιτικό μπλοκ για πολλά χρόνια, δημιουργώ­ντας ένα νέο πλαίσιο, πολύ πιο κοντά σε αυτό των ΗΠΑ, εντός του οποίου θα δι­εξάγεται η αντιπαράθεση με την αστική αντιπολίτευση ή ακόμα και η εναλλαγή κυβερνήσεων. Εξάλλου, η στάση του ΣΥΡΙΖΑ δείχνει πως είναι καθ’ όλα έτοιμος να «παίξει», όπως άλλωστε ήδη κάνει, εντός ενός πλαισίου συμφωνίας στα κομβικά και ουσιώδη, διαφοροποίησης στα επιμέρους — που δεν είναι κατανάγκην επουσιώδη, αλλά δεν διασαλεύουν την ατζέντα ούτε δεσμεύουν σε κάποια υλο­ποίησή τους από μια μελλοντική δική του διακυβέρνηση.

Προς το παρόν όμως, το τοπίο παρα­μένει εξαιρετικά ρευστό. Οι χειρισμοί της κυβέρνησης στο ζήτημα της πανδημίας, και η εξόφθαλμη πολιτική εκμετάλλευση του lockdown την εκθέτουν καθημερι­νά σε ολοένα και μεγαλύτερα τμήματα της κοινωνίας. Χαρακτηριστική περί­πτωση, το ζήτημα της λειτουργίας των Εκκλησιών, όπου έγινε δεκτό σχεδόν το σύνολο των αιτημάτων της εκκλησια­στικής ιεραρχίας: Τέλεση λειτουργιών τα Χριστούγεννα, την Πρωτοχρονιά και τα Θεοφάνεια με παρουσία ενός πιστού ανά 15τμ, με μέγιστο αριθμό 25 πιστών για τους ιερούς ναούς και 50 ατόμων για μητροπολιτικούς ναούς. Το υπό αυτούς τους όρους άνοιγμα των Εκκλησιών όμως αποδεικνύει ότι οι επιλογές για το ποιες δραστηριότητες επιτρέπονται εν μέσω πανδη­μίας και lockdown και ποιες απαγορεύονται, παραμένουν καθαρά πολιτικές. Γιατί την ίδια στιγμή που σε όσους επιθυμούν να εκκλησιαστούν δίνεται το αυτονόητο δικαίωμα να το πράξουν τηρώντας τα μέτρα ασφαλείας, στο ζήτημα των πολιτικών-συνδικαλιστικών συγκεντρώσεων, που αν μη τι άλλο στα πλαίσια της ίδιας της αστικής δημοκρατίας αφορούν το σύνολο των διαβιούντων στην επικράτεια, ανεξαρ­τήτως χρώματος, φύλου ή θρησκευτικού προσανατολισμού, η κρατική αντιμετώ­πιση έχει κάτι από το χακί των ΜΑΤ και το μαύρο της ΔΡΑΣΗ. Την Τρίτη, 15 Δεκεμβρίου, έγινε για άλλη μια φορά επί­δειξη μηδενικής ανοχής σε διαδηλωτές που πραγματοποίησαν απεργιακή συγκέντρωση, τηρώντας τα μέτρα προστα­σίας, στην πλατεία Κοραή, με παρουσία όλου του «οπλοστασίου» της ΕΛΑΣ, χρονικό τελεσίγραφο στους διαδηλωτές και ταλαιπωρία για τους κατοίκους με κλεί­σιμο δύο σταθμών του μετρό. Το ίδιο συ­νέβη και στη φοιτητική κινητοποίηση την Πέμπτη. Την ίδια ώρα μαίνεται ο «πόλε­μος» που έχει κηρύξει η κυβέρνηση στον πολιτισμό και τους καλλιτέχνες, ενώ τα SMS και η απαγόρευση νυχτερινής κυκλοφορίας τείνουν να με­τατραπούν σε νέα κανονικότητα.

Δύο μέτρα και δύο σταθμά, λοιπόν. Χω­ρίς προσχήματα. Μια τακτική ριψοκίνδυνη, ένδειξη αδυναμίας και όχι δύναμης, ακαμψί­ας και όχι ευελιξίας, κα­τασταλτικής μανίας και όχι δυνατότητας ενσωμάτωσης. Μια τακτική που μπορεί να συντριβεί από το κίνημα, το οποίο εν μέσω απαγορεύσεων αποκτά τη δυνατότητα απεύθυνσης σε ευρύτερα ακροατήρια και που, παρά τις τεράστιες αδυναμίες, ελλείψεις και καθυστερήσεις, δείχνει ότι βρίσκει τρόπους να «χτυπά» και στις νέες συνθήκες.

πριν