του Σπύρου Μαρκέτου

Ήταν απροκάλυπτη ταπείνωση για το Πανεπιστήμιο και για όλους τους πανεπιστημιακούς δασκάλους η απόφαση ν’ ανατεθεί η δήθεν επιμόρφωση των επιστημόνων σε αγνώστου ταυτότητος ιδιωτικούς κερδοσκοπικούς φορείς. Σκάνδαλο με ντροπιαστική, αλλ’ όχι απρόβλεπτη, κατάληξη τούς Σκόιλ Ελικικού.

Η σιωπή μας όταν δεχτήκαμε αυτό τον κόλαφο δεν συγκρίνεται βεβαίως με τον όρκο πίστης των ιταλών πανεπιστημιακών στον φασισμό, το 1931, αλλά δείχνει στην ίδια κατεύθυνση. Το κύρος του Πανεπιστημίου εδράζεται στο κύρος της έρευνας και των πτυχίων του. Επειτα από σχεδόν έναν αιώνα προσπαθειών που έφεραν το Αριστοτέλειο σε αξιοζήλευτη θέση μεταξύ των πανεπιστημίων της Ευρώπης και όλου του κόσμου, εμείς σήμερα καλούμαστε ν’ απαξιώσουμε την εξέταση των γνώσεων που προσφέρουμε. Επομένως τις ίδιες τις γνώσεις. Επομένως τον πανεπιστημιακό θεσμό και το ίδιο μας το λειτούργημα.

Το να είναι σωστές οι εξετάσεις αφορά καταρχάς τα πρόσωπα που διδάσκουν και διδάσκονται, αλλά όχι μόνον αυτά. Εξετάσεις αμερόληπτες και αδιάβλητες σημαίνει να έχουν δυνατότητα συμμετοχής όλα τα εξεταζόμενα πρόσωπα, επί ίσοις όροις, και να μπορεί το Πανεπιστήμιο να ελέγχει τις δεξιότητες και γνώσεις που αποκτήθηκαν, ώστε υπεύθυνα να βεβαιώνει τα πορίσματά του. Δεν βλέπω πώς οι τηλεξετάσεις, ιδίως με τον τρόπο που τώρα διεξάγονται, ανταποκρίνονται σ’ αυτή την απαίτηση.Δεν υφίσταται αμερόληπτη εξέταση όταν δεν έχουν πρακτική δυνατότητα ισότιμης συμμετοχής όλα τα πρόσωπα που δικαιούνται να εξεταστούν, επειδή τυχαίνει να στερούνται σύνδεση στο διαδίκτυο, τεχνικό εξοπλισμό, κατάλληλο χώρο κλπ.

Η πολιτεία και το Πανεπιστήμιο, αν θέλουν να κάνουν εξετάσεις, οφείλουν αυτά να τα εξασφαλίζουν. Είναι ακατανόητο πώς ζητούν να διεξαχθούν τηλεξετάσεις ενώ άγνωστος αριθμός φοιτητριών και φοιτητών στερείται τ’ απαραίτητα τεχνικά μέσα, και πρώτα πρώτα υπολογιστές και πρόσβαση στο διαδίκτυο υπό ικανοποιητικές συνθήκες.

Είναι γελοίο να μιλούμε για εξετάσεις αν βεβαιώνουμε πράγματα τα οποία αδυνατούμε να διαπιστώσουμε. Μόνο καταχρηστικά μπορεί να ονομαστεί εξέταση μια διαδικασία όπου την ταυτοπροσωπία και ορθή διεξαγωγή δεν βεβαιώνουν τα πρόσωπα που εξετάζουν αλλά τα εξεταζόμενα. Αν το εξεταζόμενο πρόσωπο μπορεί έγκυρα να βεβαιώσει ότι είναι το ίδιο που δηλώνεται, και ότι έχει την ευγενή καλοσύνη να μην «κλέβει», άλλο τόσο έγκυρα μπορεί να βεβαιώσει ότι μελέτησε όσες ώρες προβλέπεται και ότι πρέπει να βαθμολογηθεί με άριστα. Δεν έχει λογική να δεχτούμε τον έναν από αυτούς τους ισχυρισμούς και όχι τον άλλο.

Αν έστω και μια φορά οι εξετάσεις γίνουν με τρόπο που δεν εξασφαλίζει τον σύννομο, έγκυρο, αμερόληπτο και αδιάβλητο χαρακτήρα τους, τότε δημιουργείται καταστροφικό προηγούμενο. Δεν είναι απλώς ότι αυτοακυρωνόμαστε και γινόμαστε επαγγελματικό στρώμα ολοένα πιο περιττό, αύριο και αναλώσιμο. Δίνουμε πρόσχημα που θ’ αξιοποιήσουν οι ανταγωνιστές, ακριβέστερα εχθροί, του δημοσίου πανεπιστήμιου, για να στήσουν ιδιωτικά ψευτοπανεπιστήμια που έπειτα από ψευτοεξετάσεις θα δίνουν ψευτοπτυχία, αφού βεβαίως θα έχουν πρώτα εισπράξει χρήματα αληθινά…Οι ίδιοι εχθροί του δημόσιου πανεπιστημίου οι οποίοι τώρα μας σπρώχνουν να κάνουμε εξετάσεις που δεν είναι εξετάσεις, αύριο θα μας λοιδωρούν και θα μας εγκαλούν, και μάλιστα βάσιμα.

Παραγγέλλοντας άλλη μια ψευδώνυμη «αξιολόγηση», θα διαπιστώσουν ότι δεν διεξαγάγαμε τις εξετάσεις όπως έπρεπε. Και με βάση αυτήν θα περικόψουν ακόμη περισσότερο τους πόρους μας, ώστε να μπορούν ευκολότερα να μας ανταγωνίζονται τα ιδιωτικά ψευτοπανεπιστήμια που οι ίδιοι προωθούν.

Τι θ’ απαντάμε τότε; Τα μαθήματα που διδάσκω δεν μπορούν να εξεταστούν με τα λεγόμενα «κουίζ», υποπτεύομαι μάλιστα πως λίγα πανεπιστημιακού επιπέδου μαθήματα μπορούν. Η απαλλακτική εργασία συνιστά έγκυρο τρόπο εξέτασης μόνο στο μέτρο που αποκλείεται η λογοκλοπή, πράγμα που προϋποθέτει πιστοποιημένα από ειδικούς τεχνικά μέσα ελέγχου της. Προφορικές εξετάσεις μπορούν να πραγματοποιηθούν μόνον ολιγάριθμες, αφού είναι αμφίβολης εγκυρότητας αν διαρκούν λιγότερο του εικοσαλέπτου.

Τέλος είναι αποδείξιμα ακατόρθωτο να εξασφαλιστούν αδιάβλητες τηλεξετάσεις, πέρα από τα ουσιώδη νομικά προβλήματα που επίσης εγείρουν.Θα είναι κρίμα αύριο ψευτοαπόφοιτοι ιδιωτικών ψευτοπανεπιστημίων να παραγκωνίζουν στην αγορά εργασίας τους αληθινούς απόφοιτους αληθινών πανεπιστημίων επειδή πλήρωσαν για ν’ αποκτήσουν κάποιο ψευτοπτυχίο μετά από ψευτοεξετάσεις.

Με κανέναν τρόπο δεν πρέπει να συνεργήσουμε σε μια τέτοια καταστροφή. Ας μην αφήσουμε να σπιλώσει τ’ όνομά μας άλλη μια σύγχρονη trahison des clercs.

* Ο Σπύρος Μαρκέτος είναι επίκουρος καθηγητής και διδάσκει Ιστορία των Νεότερων και Σύγχρονων Πολιτικών και Κοινωνικών Ιδεών, στο Τµήµα Πολιτικών Επιστηµών στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης.

Πελοπόννησος