Πτώση μισθών  – Κατάργηση οκταώρου – Ανασφάλεια και αβεβαιότητα

Η έκθεση του ΙΝΕ/ΓΣΕΕ καταγράφει αυτό που αισθάνεται στο πετσί της η εργατική τάξη εδώ και πολύ καιρό.  Πέρα από τις εύλογες αντιρρήσεις και αντιθέσεις στις προτάσεις που κάνει,  για την ανατροπή της συγκεκριμένης κατάστασης, πέρα από τη ψυχρή επιστημονική παρουσίαση, τα στοιχεία-ευρήματα είναι συγκλονιστικά.

Η διπλή κρίση, υγειονομική και οικονομική, έχει προκαλέσει σημαντικές αρνητικές επιπτώσεις στην ελληνική κοινωνία, στην αγορά εργασίας και στη ζωή των εργαζομένων και των πολιτών. Η κρίση έχει προκαλέσει έκρηξη αβεβαιότητας και ανασφάλειας και σοβαρή έλλειψη εμπιστοσύνης των εργαζομένων όσον αφορά την προστασία θεμελιωδών εργασιακών δικαιωμάτων τους και του βιοτικού τους επιπέδου, καθώς και όσον αφορά τις αναπτυξιακές προοπτικές της οικονομίας με τρόπο που να διασφαλίζεται ένα αξιοπρεπές επίπεδο ευημερίας.

Η έκταση της τρέχουσας κρίσης αναδεικνύει τις σοβαρές διαρθρωτικές αδυναμίες της χώρας στα συστήματα παραγωγής, χρηματοδότησης, υγείας και πρόνοιας.

Στο επίκεντρο της οικονομικής πολιτικής πρέπει να βρεθεί η αύξηση του διαθέσιμου εισοδήματος στα μεσαία και τα κατώτερα άκρα της κλίμακας κατανομής του εισοδήματος. Το σημερινό έλλειμμα του ισοζυγίου των νοικοκυριών είναι μη διατηρήσιμο με αρνητικές συνέπειες στην πραγματική οικονομία και το χρηματοπιστωτικό σύστημα. Επίσης, οι σύνθετες ανάγκες των νοικοκυριών καθιστούν αναγκαία τη θεσμική μετάβαση των μισθών, ειδικά του κατώτατου μισθού, από το σημερινό βιοποριστικό επίπεδο προς το επίπεδο της αξιοπρεπούς διαβίωσης.

Η άποψή μας (του ερευνητή) είναι ότι οι πόροι του Ταμείου Ανάκαμψης, τους οποίους δημιούργησε η υγειονομική κρίση, πρέπει να αξιοποιηθούν για την αύξηση των δημόσιων επενδύσεων και των υποδομών, την ενίσχυση των συστημάτων παιδείας και υγείας και για τη χρηματοδότηση βιώσιμων παραγωγικών δραστηριοτήτων σε κλαδικό και περιφερειακό επίπεδο με κριτήριο τη δημιουργία νέων και αξιοπρεπών θέσεων εργασίας.

  • Το μέγεθος του σοκ απασχόλησης που προκάλεσε η πανδημία αποτυπώνεται στον δείκτη των συνολικών ωρών απασχόλησης σε βασικές θέσεις εργασίας, ο όποιος στη χώρα μας διαμορφώθηκε το β’ τρίμηνο του 2020 στις 62 μονάδες, έναντι 85,1 μονάδων το δ’ τρίμηνο του 2019. • Πριν από το ξέσπασμα της πανδημικής κρίσης, το 73% των απασχολουμένων σε όλους τους κλάδους εργαζόταν υπερωριακά, ενώ σε ορισμένους κλάδους, όπως η μεταποίηση και οι μεταφορές, το αντίστοιχο ποσοστό ξεπερνούσε το 80%. Η πανδημική κρίση έχει μεταβάλει αυτή την εικόνα, αν και διαφαίνεται ότι αυτό, δεδομένων των εξελίξεων στην αγορά εργασίας στη διάρκεια της πανδημίας, είναι μια προσωρινή εξαίρεση από τον κανόνα της υπερεργασίας. Το β’ τρίμηνο του 2020 το 19 ποσοστό των ατόμων που εργαζόταν υπερωριακά μειώθηκε σε 55%, ενώ το 19% εργαζόταν πάνω από 48 ώρες την εβδομάδα. • Η κατάσταση αυτή αποκαλύπτει την εικόνα μιας αγοράς εργασίας όπου έχουν ανατραπεί θεμελιώδη εργασιακά δικαιώματα και έχει επιβληθεί de facto κατάργηση του οκταώρου και ρευστοποίηση του χρόνου έναρξης και λήξης της εργασίας. Η επικράτηση κλίματος επισφάλειας και αβεβαιότητας δεν είναι ένδειξη οικονομικής και κοινωνικής προόδου. Υπάρχει σαφής και άμεση ανάγκη ενίσχυσης του θεσμικού πλαισίου ρύθμισης της αγοράς εργασίας με στόχο την προστασία της εργασίας και του εισοδήματος των εργαζομένων ύστερα από ουσιαστικό κοινωνικό διάλογο. Η θεσμοθέτηση αυτής της de facto κατάργησης του οκταώρου, και μάλιστα σε βάρος της αμοιβής του εργαζομένου και σε όφελος της περαιτέρω ελαστικοποίησης του χρόνου εργασίας και της κερδοφορίας των επιχειρήσεων, θα είναι μια πολύ σοβαρή εξέλιξη κοινωνικής οπισθοδρόμησης. Μια τέτοια παρέμβαση, η οποία θα καταργήσει θεμελιακά εργασιακά δικαιώματα και θα επιδεινώσει τις συνθήκες εργασίας και την ποιότητα ζωής των εργαζομένων, αποκαλύπτει την πολιτική κενότητα της ρητορικής περί μετάβασης της χώρας σε ένα δίκαιο υπόδειγμα βιώσιμης μεγέθυνσης.

Μεταξύ Μαρτίου και Ιουνίου η έξοδος από το εργατικό δυναμικό κυμάνθηκε μεταξύ 100 χιλιάδων και 180 χιλιάδων ατόμων σε σχέση με τους αντίστοιχους μήνες του 2019. Ο μεγαλύτερος όγκος αυτών των ατόμων αφορά εργαζομένους που βρίσκονται σε αναστολή εργασίας για διάστημα μεγαλύτερο των τριών μηνών και λαμβάνουν εισόδημα λιγότερο από το 50% του μισθού τους. Ο κίνδυνος φτωχοποίησης αυτών των ατόμων είναι ιδιαίτερα υψηλός. • Το κόστος απώλειας εργασίας είναι ιδιαίτερα υψηλό στην Ελλάδα, αφού ύστερα από δύο χρόνια ανεργίας ο άνεργος έχει απολέσει το 47% του εισοδήματός του. Το αποτέλεσμα αυτό κατατάσσει την Ελλάδα στην τρίτη χειρότερη θέση στην Ευρωζώνη. • Το β’ τρίμηνο του 2020 ο μέσος μηνιαίος μισθός μειώθηκε κατά περίπου 10% σε σχέση με το ίδιο τρίμηνο του 2019. Στο ίδιο διάστημα το ποσοστό των απασχολουμένων που λάμβανε από 0 έως 200 ευρώ αυξήθηκε από 1% σε περίπου 12%. Το ποσοστό των ατόμων που λάμβανε από 400 έως 600 ευρώ μειώθηκε από 16,3% σε 12,3%, ενώ το β’ τρίμηνο του 2020 το 72,9% των απασχολουμένων είχε αποδοχές λιγότερες των 1.000 ευρώ. • Παρά την αύξηση του κατώτατου μισθού τον Φεβρουάριο του 2019, το ύψος του βρίσκεται κάτω από το όριο φτώχειας και απέχει σημαντικά από το ύψος ενός μισθού αξιοπρεπούς διαβίωσης. Το στοιχείο αυτό λαμβάνει βαρύνουσα διάσταση αν αναλογιστεί κανείς ότι το 31% των απασχολουμένων το β’ τρίμηνο του 2020 έλαβαν αποδοχές μικρότερες του κατώτατου μισθού.

Οι δύο βασικές μεταβλητές που φαίνεται ότι καθόρισαν την υφεσιακή πορεία της οικονομίας το προηγούμενο εξάμηνο ήταν η ιδιωτική κατανάλωση και οι εξαγωγές. Συγκεκριμένα, το β’ τρίμηνο του 2020 η ιδιωτική κατανάλωση, η οποία αποτελεί διαχρονικά τη σημαντικότερη συνιστώσα του ελληνικού ΑΕΠ, ήταν ίση με 28,8 δισ. ευρώ ή 69,8% του ΑΕΠ, όταν το αντίστοιχο τρίμηνο του 2019 ήταν ίση με 32,6 δισ. ευρώ. Η δεύτερη σημαντικότερη επεκτατική συνιστώσα του ΑΕΠ, δηλαδή οι εξαγωγές, ήταν το β’ τρίμηνο του 2020 ίση με 11,5 δισ. ευρώ ή 27,8% του ΑΕΠ, ενώ το β’ τρίμηνο του 2019 ήταν ίση με 16,9 δισ. ευρώ. Η μεγάλη πτώση των δύο αυτών συνιστωσών της συναθροιστικής ζήτησης αντισταθμίστηκε έως έναν βαθμό από τη μείωση 25 των εισαγωγών, οι οποίες το β’ τρίμηνο του 2020 ήταν ίσες με 14,4 δισ.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχουν τα στατιστικά ευρήματα που δείχνουν τη χρονική διάρκεια της εργασίας ανά οικονομικό κλάδο. Πριν από το ξέσπασμα της πανδημικής κρίσης, το 73% των απασχολουμένων σε όλους τους κλάδους εργαζόταν υπερωριακά, ενώ σε ορισμένους κλάδους, όπως η μεταποίηση και οι μεταφορές, το αντίστοιχο ποσοστό ξεπερνούσε το 80%. Ο επιχειρηματικός τομέας φαίνεται λοιπόν να αντέδρασε στην ήπια τόνωση της οικονομικής δραστηριότητας τα τελευταία έτη με αύξηση των ωρών εργασίας των ήδη απασχολουμένων και δευτερευόντως με δημιουργία νέων θέσεων απασχόλησης. Η πανδημική κρίση έχει μεταβάλει αυτή την εικόνα, αν και διαφαίνεται ότι αυτό, δεδομένων των εξελίξεων στην αγορά εργασίας στη διάρκεια της πανδημίας, είναι μια προσωρινή εξαίρεση από τον κανόνα της υπερεργασίας. Το ποσοστό των συνόλου των απασχολουμένων που εργάστηκαν υπερωριακά το β’ τρίμηνο του 2020 μειώθηκε σε 55%, με το 19% των απασχολουμένων να εργάζεται πάνω από 48 ώρες σε εβδομαδιαία βάση. Όπως ήταν αναμενόμενο, η μείωση του χρόνου εργασίας ήταν πιο έντονη σε κλάδους στους οποίους κυριαρχούν οι ευέλικτες μορφές απασχόλησης και οι οποίοι επηρεάστηκαν εντονότερα από την κρίση. Ειδικότερα, στον κλάδο της εστίασης και παροχής καταλύματος το ποσοστό των ατόμων που εργάστηκαν λιγότερες ώρες αυξήθηκε από 21,5% σε 72,3%, στις τέχνες από 33% σε 72%, ενώ στις κατασκευές από 20% σε 50%.

Το β’ τρίμηνο του 2020, κατά το οποίο το lockdown βρισκόταν σε πλήρη εξέλιξη, οι μισθολογικές εξελίξεις ήταν δραματικές. Ο μέσος μηνιαίος μισθός μειώθηκε από 885 ευρώ το β’ τρίμηνο του 2019 σε 802 ευρώ το β’ τρίμηνο του 2020, δηλαδή μειώθηκε περίπου 10%. Ωστόσο, ακόμα πιο ανησυχητική ήταν η υπέρμετρη αύξηση του αριθμού των ατόμων που έλαβαν ως αμοιβή λιγότερα από 200 ευρώ τον μήνα. Συγκεκριμένα, το β’ τρίμηνο του 2019 το 1% των μισθωτών είχε καθαρές αποδοχές μικρότερες των 200 ευρώ. Αυτό το ποσοστό αυξήθηκε το β’ τρίμηνο του 2020 κατά 11,2 ποσοστιαίες μονάδες, ξεπερνώντας οριακά το 12% του συνόλου των μισθωτών. Ταυτόχρονα, για το ίδιο διάστημα αναφοράς, τα άτομα που λάμβαναν αποδοχές μεταξύ 200 και 1.200 ευρώ μειώθηκαν κατά 11,3 ποσοστιαίες μονάδες. Η μεγαλύτερη μείωση σημειώθηκε στα άτομα που είχαν καθαρές αποδοχές μεταξύ 400 και 600 ευρώ, αφού από 16,3% το β’ τρίμηνο του 2019 το ποσοστό των ατόμων μειώθηκε σε 12,3% το ίδιο τρίμηνο του τρέχοντος έτους. Το ποσοστό των ατόμων που λάμβαναν από 601 έως 800 ευρώ μειώθηκε από 24,8% σε 23,5%, ενώ αυτών που λάμβαναν από 801 έως 1.000 ευρώ μειώθηκε από 21,8% σε 18,3% αντίστοιχα. Αξιοσημείωτο είναι ότι το β’ τρίμηνο του 2020 το 72,9% των μισθωτών είχε καθαρές αποδοχές μικρότερες των 1.000 ευρώ.

ΠΗΓΗ: ΙΝΕ/ΓΣΕΕ