Η αγόρευση του Θόδωρου Θεοδωρόπουλου: Ενα νομικό και πολιτικό κειμήλιο για τη δίκη της Χρυσής Αυγής

Η αγόρευση του Θόδωρου Θεοδωρόπουλου, συνηγόρου της Πολιτικής Αγωγής για λογαριασμό των μελών του ΠΑΜΕ στη δίκη της Χρυσής Αυγής, αποτελεί όχι μόνο ένα συγκλονιστικό νομικό κείμενο που ξεγυμνώνει την εγκληματική υπόσταση και δράση της ναζιστικής Χρυσής Αυγής, αλλά και ένα πολιτικό κειμήλιο που ανατέμνει τον δολοφονικό χαρακτήρα του ίδιου του ναζισμού. 

Ο «Ημεροδρόμος» αποφάσισε λόγω της σπουδαιότητας της τοποθέτησης – η οποία στο σύνολό της αριθμεί στο γραπτό κείμενο τις 400 σελίδες – να την παρουσιάσει ολόκληρη στους αναγνώστες του.  Η παρουσίαση (σήμερα το Μέρος 12ο και τελευταίο) έγινε σε συνέχειες, σύμφωνα με την δομή που τηρήθηκε στην αγόρευση, σε κάθε μια από τις οποίες ο αναγνώστης θα έχει παράλληλα τη δυνατότητα πρόσβασης σε ολόκληρο το σώμα της τοποθέτησης (στο τέλος του κάθε μέρους). 

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

(i) Και φθάνοντας στον επίλογο κυρίες και κύριοι Εφετές θα σας πω προκαταβολικά, ότι δεν πρέπει να κάνετε δεκτή την εισαγγελική πρόταση. Αν την κάνετε, πράγμα που δεν πιστεύω, και μάλιστα ομόφωνα, η απόφαση σας αυτή θα είναι τελεσίδικη, γιατί -ως γνωστόν- ως απόφαση τριμελούς εφετείου κακ/των δεν εφεσιβάλλεται ούτε απ’ τον Εισαγγελέα Εφετών εκτός αν υπάρχει διαφωνούσα μειοψηφία για κακούργημα. Αντιλαμβάνεστε ότι η απόφασή σας και απ’ αυτή τη σκοπιά, όπως συνάδελφοι μου σας υπενθύμισαν, έχει βαρύνουσα σημασία.

(ii) Ακούσαμε τους κατηγορουμένους και τους μάρτυρες υπεράσπισής τους. Ισχυρίστηκαν ότι είναι απλοί άνθρωποι.

Εδώ ανακύπτει ένα πελώριο ζήτημα. Πώς άνθρωποι, ήσυχοι, με αισθήματα τάχα αλληλεγγύης, που δεν θα πείραζαν ούτε μύγα, κάποιοι εξ αυτών επιτυχημένοι, μορφωμένοι (με τα γαλλικά τους), «αστικής παιδείας» όπως είπαν οι μάρτυρες υπεράσπισης, άνθρωποι της διπλανής πόρτας, πώς οι άνθρωποι αυτοί, εντασσόμενοι στη ναζιστική οργάνωση της Χρυσής Αυγής και αναλαμβάνοντας να εκφράσουν, από τη θέση του στελέχους, θεωρητικά και πρακτικά, το ναζιστικό πρόγραμμα δράσης (φυλετική καθαρότητα κ.λπ.), ανταγωνιζόμενοι άλλους μάλιστα για τη διατήρηση της επίζηλης θέσης του στελέχους, εκφράζοντας και υλοποιώντας το ναζισμό, μετατρέπονται σε “θηρία”, σε ανθρώπους που δεν τους αναγνωρίζουν ούτε οι φίλοι τους ή οι συγγενείς τους.

Τούτο εξηγείται γιατί η οργάνωση είναι εγκληματική, επειδή είναι ναζιστική. Και γιατί, πλέον, όλοι σχεδόν γνωρίζουμε, όπως λέει και ο Ένζο Τραβέρσο, ότι η ναζιστική ιδεολογία και πράξη έχει εγκλιματίσει τους οπαδούς της σε ένα σύστημα απογύμνωσης από αισθήματα ηθικής ευθύνης. Όπως λέει, ο ίδιος, στο βιβλίο του «Κατανοώντας τη ναζιστική γενοκτονία», γι’ αυτό πρέπει πάντα να μελετάμε τις κοινωνικές συνθήκες και τους ψυχολογικούς παράγοντες που μετέτρεψαν “συνηθισμένους ανθρώπους” σε δολοφόνους, και στα πλαίσια των οποίων η δράση των μελών των ταγμάτων εφόδου υποβιβάζεται ολοένα και περισσότερο στην εκτέλεση καθηκόντων χωρίς καμιά διερώτηση για τους στόχους τους και τις συνέπειες τους, πολύ περισσότερο, χωρίς να θέτουν ηθικά ζητήματα γι’ αυτά (σελ. 149). [Βλ. χαρακτηρισμούς (για το νεκρό Π. Φύσσα) Δεβελέκου, Αποστόλου κ.α.]

Τούτο ενισχύεται από την  πίστη στο Ναζισμό που αφαιρεί από το ανθρώπινο “υποκείμενο” τις ηθικές αναστολές, τον ουμανισμό, τις τύψεις…

Αναφέρεται σχετικά στο βιβλίο του Ρόμπερτ Πάξτον «Η ανατομία του φασισμού»:

«…Ο φασίστας βιώνει την ευχαρίστηση ότι ανήκει σε μια φυλή (ανώτερη) που έχει επίγνωση της ταυτότητας της, της δύναμής της, του πεπρωμένου της. Βιώνει την ικανοποίηση ότι συμμετέχει σε ένα υψηλό συλλογικό εγχείρημα. Βιώνει το συναίσθημα της κυριαρχίας…» (σελ. 31).

Και δεν μπορείς αλλιώς να εκπροσωπήσεις τη ναζιστική οργάνωση, παρά μόνο μέσα από τη τρομοκρατική βία, μέσα από την αξιόποινη δραστηριότητα.

Είναι τέτοια η ταύτιση ναζισμού και τρομοκρατικής βίας, που όταν -λόγω της δίκης- η Χ.Α. υποχρεώθηκε να αποσύρει τα τάγματα εφόδου, άρχισε και η κρίση της, οι αποχωρήσεις, οι διαγραφές, οι διαλυτικές τάσεις, η μείωση της δύναμής της. Όταν υποχρεώνεται να μη δρα όπως γνωρίζει (με την τρομοκρατία, τις δολοφονίες), παύει να αναπτύσσεται, μειώνεται, διαλύεται.

Η ναζιστική οργάνωση, άλλωστε, δεν έχει σχέση με την “ήρεμη” κοινωνική και πολιτική αντιπαράθεση και δράση, με τα επιχειρήματα, με την πειθώ… Δεν την ενδιαφέρει η προσέλκυση της πλειοψηφίας στα πλαίσια μιας ανοιχτής πολιτικής διαπάλης κομμάτων και απόψεων. Και για αυτό δεν κρίνει εαυτήν μόνο από τις επιδόσεις της στα εκλογικά ποσοστά. [«…ο λαός και ο ψηφοφόρος είναι άτιμο πράγμα και δεν θα το σεβαστούμε ποτέ, γι’ αυτό και έχουμε την ιδεολογία που έχουμε (…) Δε μας αρέσουν οι εκλογές…»].

Η εγκληματική δραστηριότητα είναι συστατικό στοιχείο της ναζιστικής ιδεολογίας, η οποία μεγεθύνεται σαν τη φλόγα μέσα στο καμίνι της εγκληματικής πράξης.

[Η Ναζιστική ιδέα όταν γίνεται πίστη, πεποίθηση, συνείδηση, σκοπός, όχι ενός ατόμου τόσο, όσο μιας στρατιωτικού τύπου οργανωμένης ομάδας με απόλυτη πειθαρχία και υπακοή στους ανωτέρους, μιας ομάδας-οργάνωσης, που έχει την ικανότητα να κάνει πράξη αυτά που διακηρύττει, τότε σ’ αυτήν την περίπτωση η απόσταση ανάμεσα στη Ναζιστική ιδέα και στη Ναζιστική εγκληματική πράξη παύει να υπάρχει. Η μια πυροδοτεί την άλλη, στα πλαίσια μιας αδιάσπαστης διαλεκτικής ενότητας, έτσι ώστε να δυσκολεύεσαι να δεις στην εξέλιξη της πολιτικής παρουσίας της Ναζιστικής οργάνωσης, ποιο είναι το πρώτο και ποιο το δεύτερο, η ιδέα δηλαδή ή η πράξη.

Η Ναζιστική πρόταση, αυτή η διαλεκτική ενότητα θεωρίας και πράξης, συνίσταται στην τρομοκρατική αντιδημοκρατική βίαιη επιβολή της με εγκληματικές πράξεις και παράνομες ενέργειες, σε βάρος όσων την αμφισβητούν ή δημιουργούν προσκόμματα στην εφαρμογή της και στην πολιτική της επικράτηση.

Αυτός είναι ο λόγος που αρνούνται ως ιδεολογία τους το ναζισμό, ακριβώς επειδή η ύπαρξή της συνιστά το ιδεολογικό κίνητρο των εγκληματικών τους πράξεων, που όταν αποδειχθεί, αποδεικνύει και την εκ μέρους τους τέλεση των πράξεων του κατηγορητηρίου].

(iii) Αποδείχθηκε η τέλεση των τριών συνεκδικαζόμενων πράξεων (υποθ. Φύσσα, ΠΑΜΕ, αλιεργατών) από μέλη της Χ.Α. στο πλαίσιο της οργάνωσης, όπως και των συνεξεταζόμενων πράξεων (υποθ. Αντίπνοια, Κουσουρής κλπ). Οι δράστες των συνεκδικαζόμενων πράξεων δεν δρούσαν ως άτομα, ως «ιδιώτες», αλλά επιτίθονταν ως μέλη της οργάνωσης με την παρουσία στελέχους κατά στόχων-εχθρών (μετανάστες, πολιτικοί αντίπαλοι κλπ) με πανομοιότυπο τρόπο (σε ελάχιστο χρόνο, με σύνθημα έναρξης και λήξης, κάλυψη των δραστών από την ηγεσία, διάψευση από την ηγεσία, παροχή νομικής υποστήριξης, όπως έχουμε προαναφέρει). Ούτε κάποιες τοπικές έδρασαν «αυτόνομα», ως θύλακες εγκληματικής οργάνωσης μέσα σε ένα κόμμα, η ηγεσία του οποίου δεν είχε γνώση της δράσης αυτής. Αν δεν υπήρχε αυτή η Χ.Α., με τα χαρακτηριστικά που αναλύσαμε και περιγράφονται στο βούλευμα, οι συνεκδικαζόμενες και συνεξεταζόμενες πράξεις δε θα είχαν τελεστεί ποτέ.

Ακόμα και σήμερα, ενώ αφαιρέθηκε –με το γνωστό τρόπο– μία ανθρώπινη ζωή, οι κατηγορούμενοι περιορίστηκαν στην παρουσίαση της δολοφονίας αρχικά ως μιας αντιδικίας ποδοσφαιρικής, και στη συνέχεια ως μία υπόθεσης ανάμεσα στο φυσικό αυτουργό και το θύμα. Στο βιβλίο του Άρθρουρ Κέσλερ «Διάλογος με το θάνατο» αναφέρεται το ένα επίγραμμα του Αντρέ Μαλρώ: «μια ανθρώπινη ζωή δεν αξίζει τίποτα, αλλά τίποτα δεν αξίζει όσο μια ανθρώπινη ζωή». Ούτε μια λέξη ανθρωπιάς και συμπάθειας δεν ακούσαμε (βλ. συνομιλία Δεβελέκου την επομένη μέρα της δολοφονίας).

Ξέρουμε ότι οι εγκληματικές πράξεις που εξέτασε το Δικαστήριο σας δεν ήταν τίποτε άλλο παρά ένας πρόλογος των όσων θα επακολουθούσαν αν δεν τους σταματούσαμε. Άλλωστε το αίμα του Παύλου, υποχρεωτικά κινητοποίησε το περιεχόμενο της συλλογικής μας μνήμης. Η ορατή και αόρατη μάχη που γίνεται από την ηγεσία της Χ.Α., αλλά και από τη σκοπιά των αναθεωρητών της ιστορίας (και όλων εκείνων που είτε από γνώση είτε από άγνοια υιοθετούν τα συμπεράσματά τους), έχει ως σκοπό να “αποικήσει” την ιστορική (ατομική και συλλογική) μνήμη, να της δώσει διαστρεβλωμένο περιεχόμενο, να την αποσυνδέσει από τα απελευθερωτικά οράματα, να την καταστήσει απλό θεατή της βαρβαρότητας, είναι αυτό που ένας σπουδαίος διανοούμενος, ο Θ. Τερζόπουλος, έχει χαρακτηρίσει (σε πρόσφατη συνέντευξη του στην Εφσυν), ως εγκαθίδρυση του μηχανισμού της λήθης.

Ο κίνδυνος είναι εδώ. Γιατί, όπως γνωρίζουμε, κι επιγραμματικά διατυπώνει ο Τραβέρσο, «…ο ναζισμός δεν ήταν μια ακατανόητη έκρηξη άγριου, παράλογου μίσους, το οποίο ξαφνικά εκτροχίασε την κανονική πορεία της ιστορίας. Η Γερμανία του Χίτλερ απλώς ώθησε στα άκρα την εγγενή βία…» της υπάρχουσας κατάστασης πραγμάτων. Άρα αυτό που συνέβη μπορεί να ξανασυμβεί κάπου αλλού και με διαφορετικά θύματα. Οι αιτίες που παράγουν τον ναζισμό είναι εδώ, παρούσες, ολοζώντανες, αρκεί να ρίξουμε μια ματιά στον ευρύτερο κόσμο. «…Η σύγχρονη κοινωνία δεν έχει απαλλαγεί από τον κίνδυνο μιας επανάληψης, πιθανόν υπό άλλες μορφές και με άλλους στόχους, μιας φρίκης ανάλογης με αυτήν των στρατοπέδων συγκέντρωσης…». (Το 1928 το ναζιστικό κόμμα είχε 2,7%, το 1933 είχε ό,τι είχε. Είδαμε τι επακολούθησε μετά τη Βαϊμάρη, που για κάτι τέτοιο αγωνίζεται η Χ.Α. και στην Ελλάδα –όπως είπε ο Ν. Μιχαλολιάκος και είναι περήφανος για αυτό.

Ο Γ.Γ. της Χρυσής Αυγής είναι γνώστης της ποίησης τουλάχιστον όπως την αντιλαμβάνεται ο ίδιος, χρησιμοποιεί στίχους σε όλα τα άρθρα του που έχω διαβάσει, οπότε δικαιολογείστε με που χρησιμοποιώ κ εγώ. Και αν το κάνω είναι γιατί όπως λέει και ο Σεφέρης «…Και αν σου μιλώ με παραμύθια και παραβολές είναι για να τα ακούς γλυκότερα. Γιατί η φρίκη δεν κουβεντιάζεται, γιατί είναι ζωντανή, γιατί είναι αμίλητη και προχωράει…»

Είναι, λοιπόν, ανεπίτρεπτος ο εφησυχασμός. Ο κίνδυνος, λόγω της εκτόπισης της Χ.Α. από το κοινοβούλιο, δεν πέρασε. Η συμβολή της απόφασης Σας, εν όψει του συντριπτικού αποδεικτικού υλικού και της ανάγκης δικαστικής προστασίας των θυμάτων, μπορεί να αποδειχθεί ιστορική.

Είπα και στην αρχή της αγόρευσης μου, η δίκη αυτή είναι τέτοιας ιστορικής σημασίας, το μέγεθος της οποίας ίσως δεν μπορούμε να συλλάβουμε σήμερα. Στην αγόρευσή μου αναφέρθηκα στον Ρ. Μπραζιγιάκ, έναν σπουδαίο Γάλλο φασίστα διανοούμενο που εκτελέστηκε το 1945, και το θέμα της θανατικής του καταδίκης δίχασε τη διανόηση της Γαλλίας, μάλιστα γράφτηκε άρθρο στην εφημερίδα της Χ.Α. πριν από 5-6 ημέρες -όπως σας είπα- και εκεί αναφέρθηκε ότι ο Αλμπέρ Καμύ είχε διατυπώσει την άποψη ότι ήταν υπέρ της επιεικέστερης λύσης, όχι θάνατος.

Με αυτή την αφορμή, αξίζει να θυμηθούμε τον επίλογο του βιβλίου του Α. Καμύ «Η πανούκλα», που εκδόθηκε το 1947 και είναι μια αλληγορία για τη ζωή στην κατεχόμενη Γαλλία:

«…Kι ακούγοντας τις φωνές της χαράς που ανέβαιναν πάνω απ’ την πόλη, ο Ριέ θυμήθηκε πως αυτή η χαρά δεν είναι ποτέ ανέφελη. Γιατί [ο Ριέ] γνώριζε κάτι που το αγνοούσε το χαρούμενο πλήθος, κι ας μπορεί κανείς να το βρει στα βιβλία, πως ο βάκιλος της πανούκλας δεν πεθαίνει ούτε χάνεται ποτέ, πως μπορεί να μείνει δεκάδες χρόνια ναρκωμένος στα έπιπλα και στα ρούχα, περιμένοντας υπομονετικά μέσα στα δωμάτια, τα υπόγεια, τα σεντούκια, τα μαντίλια, τα χαρτιά, και πως θα ‘ρχόταν ίσως μια μέρα που η πανούκλα, για να βασανίσει ή για να διδάξει τους ανθρώπους, θα ξυπνούσε και πάλι τα ποντίκια της και θα τα ‘στελνε να ψοφήσουν μέσα σε μια ευτυχισμένη πόλη…».

Κυρίες και κύριοι δικαστές, ήρθε η ώρα εσείς να κρίνετε τι κρύβεται κάτω από τις επιφάνειες, εσείς να χαρακτηρίσετε τις καταστάσεις με τα πραγματικά τους ονόματα. Η απόφασή σας όποια και να είναι θα σφραγίσει την ιστορία.

Ένα βρετανικό κοινοβουλετικό επίγραμμα του 1700 λέει ότι «Η αλήθεια είναι αλήθεια όταν έρθει η κατάλληλη στιγμή». Κάποτε έρχεται. Πιστεύω ότι η κατάλληλη στιγμή είναι τώρα. Τώρα πρέπει να αποφασίσετε σύμφωνα με το κατηγορητήριο. Σας ευχαριστώ πολύ.

(*) Ολόκληρη η αγόρευση του Θόδωρου Θεοδωρόπουλου ΕΔΩ

Ημεροδρόμος