Του Γιώργου Καραγιάννη

Κάθε φορά που γίνεται κουβέντα για την εκκλησιαστική περιουσία η απάντηση των μητροπολιτών είναι μία: κάτω τα χέρια από την εκκλησιαστική περιουσία. Γιατί όσο ιερά είναι για τους ρασοφόρους τα κόκκαλα και οι κάρες των αγίων, τόσο ιερά είναι και τα κτήματά της. Και όποιος δεν τα σέβεται κινδυνεύει να εξασφαλίσει μια θέση στην κόλαση και στο πυρ το εξώτερον.

Όχι αυτό δεν το λέμε εμείς. Το έχουν  πει στο παρελθόν οι ίδιοι οι μητροπολίτες (για παράδειγμα το 1948 η Ιερά Σύνοδος που απειλούσε με αφορισμό όσους θα τολμούσαν να αγοράσουν εκκλησιαστικά κτήματα μετά την απαλλοτρίωσή τους για την εγκατάσταση ακτημόνων, βλέπε και στο προηγούμενο σημείωμα του «Ημεροδρόμου», εδώ) και το λένε και τώρα. Είναι χαρακτηριστική η δήλωση του μητροπολίτη Μάνης Χρυσόστομου (που βεβαίως δεν εκφράζει μόνο τον εαυτό του, αλλά μια γενικότερη αντίληψη στους κόλπους της Ιεραρχίας). Είπε λοιπόν, στις 29 του περασμένου Ιούλη ο Χρυσόστομος που πριν γίνει δεσπότης ως αρχιμανδρίτης ήταν διευθυντής του γραφείου του αρχιεπισκόπου Ιερώνυμου:

«…Όσοι καταπατοῦν μέ διαφόρους μεθόδους, ἁρπάζουν καί ἰδιοποιοῦνται πράγματα τῆς Ἐκκλησίας ὅπως ἱερά σκεύη, εἰκόνες, κτήματα, ἔλαιον κἄ, διαπράττουν μεγάλη ἁμαρτία. Ἀμαυρώνουν κυριολεκτικά τήν ψυχή τους καί αὐτοί οἱ ἄνθρωποι θά ἔχουν τύψεις συνειδήσεως καί θά δώσουν λόγο στό Θεό.Μόνοι τους καταδικάζουν τόν ἑαυτό τους μέ τέτοιες βέβηλες πράξεις, καθ’ ὅτι ἀπό τό ναό τίποτα δέν ἐπιτρέπεται ν’ ἀφαιρέσουμε. Οὔτε ἕνα πετραδάκι. 

Δέν ἀφαιροῦμε. Προσθέτουμε. Ἔτσι σεβόμεθα τό Θεό καί τιμοῦμε τούς ἁγίους. Μή ξεχνᾶμε ὅτι ὀφθαλμοί Κυρίου, τά πάντα βλέπουν». 

Μητροπολίτης Μάνης Χρυσόστομος: Μή ξεχνᾶμε ὅτι «ὀφθαλμοί Κυρίου, τά πάντα βλέπουν».

Έτσι λοιπόν, όλα μαζί, Εικόνες, το λάδι των εκκλησιών και τα κτήματα στην ίδια κατσαρόλα. Κι όσοι τολμήσουν να βάλουν χέρι σ’ αυτήν αλλοίμονό τους , υπάρχουν οι «οφθαλμού του Κυρίου» που «τα πάντα βλέπουν»!

Άλλοι άνθρωποι της Εκκλησίας το λένε πιο διπλωματικά και καλυμμένα. Για παράδειγμα το 2002 ο Κωνσταντίνος Πυλαρινός, τότε Γενικός Διευθυντής των Οικονομικών και Τεχνικών Υπηρεσιών της Εκκλησίας σε  πόνημά του επεξηγηματικό για τις θέσεις της Ιεραρχίας  στο ζήτημα της περιουσίας («Μαρτυρία για το επίκαιρο θέμα της αξιοποιήσεως της εκκλησιαστικής περιουσίας») ανέφερε τα εξής απαντώντας  στο ερώτημα γιατί η Εκκλησία πρέπει να έχει αυτή την περιουσία:

«Η περιουσία της Εκκλησίας ως προερχόμενη από δωρεές και κληρονομίες πιστών, είναι ιερή. Εχει προέλευση, αξία τιμής, προστασίας και σεβασμού». 

«…τα κτήματα αυτά ανήκουν ουσιαστικά στο εθνικό σύνολο» 

Μια θέση που έχει απαντηθεί με συγκεκριμένα επιχειρήματα εδώ και χρόνια. Είναι χαρακτηριστικά αυτά που έγραφε από το 1981 κιόλας, ο καθηγητής Γιώργος Κουμάντος («Το Βήμα», 4.5.1981) που μόνο σαν κομμουνιστή  και επιστήμονα εχθρικό προς την ελλαδική Εκκλησία, δεν θα μπορούσε να τον χαρακτηρίσει κανείς:

«Ενα μεγάλο μέρος αυτής της περιουσίας, ίσως το μέγιστο προέρχεται από δωρεές που έγιναν προς την Εκκλησία κατά την Τουρκοκρατία, για να μην πάρουν τα κτήματα οι κατακτητές. Οι Τούρκοι δε σέβονταν την περιουσία των Ελλήνων αλλά σέβονταν την περιουσία της Εκκλησίας. Ετσι η Εκκλησία εμφανίζεται ως θεματοφύλακας περιουσιών που της δόθηκαν από κατατρεγμένους Ελληνες για να τις φυλάξει και να τις διασώσει. Ετσι όμως, η ιδιοκτησία που υπάρχει κατά τους νομικούς κανόνες, βρίσκεται ηθικά υπονομευμένη: τα κτήματα αυτά ανήκουν ουσιαστικά στο εθνικό σύνολο. Θεμελιώνεται, λοιπόν, ηθικά το δικαίωμα της Πολιτείας να αξιώσει την απόδοση αυτών των περιουσιακών στοιχείων που τυπικά είναι “γραμμένα” στο όνομα της Εκκλησίας και των άλλων εκκλησιαστικών νομικών προσώπων. Είναι συνεπώς απαράδεχτο αυτά τα ακίνητα να τα διαχειρίζονται, σχεδόν σαν ατομική τους περιουσία, όσοι καταφέρνουν να ανεβούν σε κάποιο υψηλό αξίωμα, εκκλησιαστικό ή μοναστηριακό. Σε μερικές μάλιστα περιπτώσεις φτάνει να αναρωτιέται κανείς μήπως υπάρχουν ασεβείς, που παρακινούνται στην επιλογή της εκκλησιαστικής σταδιοδρομίας από την ελπίδα να φτάσουν κάποτε σε βαθμίδες αρκετά υψηλές, ώστε να δίνουν τη δυνατότητα διαχείρισης μεγάλων περιουσιών με ελάχιστο έλεγχο. Ετσι όμως διαφθείρεται η ιεροσύνη που, αντί να είναι αποτέλεσμα προσωπικής κλίσης ή κλήσης από το Θεό, είναι πειρασμός του Μαμμωνά».

Πως θα μπορούσαμε, λοιπόν, να χαρακτηρίσουμε τη σημερινή κατάσταση της εκκλησιαστικής περιουσίας, την καταγραφή της και το ζήτημα της αξιοποίησής της; Με λίγες λέξεις: Χάος και «χάνει η μάνα το παιδί και το παιδί τη μάνα», όπως σημειώναμε και στο προηγούμενο σημείωμα. Μπίζνες πολλών εκατομμυρίων ευρώ, εκατοντάδες χιλιάδες στρέμματα δασών, δασικών εκτάσεων και χορτολιβαδικών σε όλη τη χώρα, οικόπεδα φιλέτα σε προνομιούχες περιοχές με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα τη Βουλιαγμένη στην Αττική, μετοχές, αμοιβαία κεφάλαια, Ανώνυμες Εταιρίες για την αξιοποίηση προγραμμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, πολυκατοικίες και διαμερίσματα, ξενοδοχεία, μεγάλα καταστήματα,  real estate κι άντε να βγάλεις άκρη. Το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι να περιγράψουμε σε χοντρικές γραμμές αυτή την περιουσία. Έχουμε λοιπόν και λέμε:

Πρώτον: Όσες προσπάθειες έγιναν στο παρελθόν για να καταγραφεί αυτή η περιουσία απέβησαν άκαρπες. Άλλη η περιουσία της Εκκλησίας της Ελλάδος, άλλη των μοναστηριών, άλλη των εκκλησιών (ενοριών) στην κεντρική Ελλάδα, άλλη της Κρήτης (ημιαυτόνομη Εκκλησία υπαγόμενη στο  Πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης), άλλη των μητροπόλεων των Δωδεκανήσων (υπάγονται απευθείας στο Φανάρι), άλλη των εκτός Αγίου Όρους περιουσιών των αγιορείτικων μοναστηριών και πάει λέγοντας.

Με υπολογισμούς που έγιναν, όταν ο Τσίπρας ως πρωθυπουργούς έκανε τη γνωστή συμφωνία με τον αρχιεπίσκοπο Ιερώνυμο, που δεν εφαρμόστηκε λόγω της αντίδρασης της πλειοψηφίας της Ιεράς Συνόδου μόνο η  περιουσία της Εκκλησίας της Ελλάδος φθάνει τα 15 δισεκατομμύρια ευρώ. Ένα νούμερο που δεν «φωτογραφίζει» ακριβώς την πραγματικότητα αν υπολογίσουμε ότι μόνο τα οκτώ μοναστήρια που προσέφυγαν στο ευρωπαϊκό δικαστήριο κατά του νόμου Τρίτση μετά την κρίση στις σχέσεις Πολιτείας και Εκκλησίας της ταραγμένης περιόδου 1987-1988, δικαιώθηκαν και τους επιδικάσθηκε αποζημίωση (με τη δραχμή τότε) 3 τρισεκατομμυρίων δραχμών (τα μοναστήρια υποστήριζαν πως η περιουσία τους έφτανε τα 8 τρισεκατομμύρια). Κι αν μόνο 8 μοναστήρια υποστηρίζουν πως έχουν τόσο μεγάλη περιουσία σκεφτείτε τι συμβαίνει με τα 2.500 μοναστήρια και εκκλησίες σε όλη τη χώρα.

Οι συμβάσεις του 1952 

Δεύτερον: Σημείο αφετηρίας των κάθε είδους συζητήσεων μεταξύ της Εκκλησίας και της Πολιτείας αποτελούν οι  συμβάσεις του 1952 «περί  εξαγοράς υπό του Δημοσίου κτημάτων  της Ορθοδόξου Εκκλησίας της Ελλάδος προς αποκατάστασιν ακτημόνων καλλιεργητών και μικρών κτηνοτρόφων»  και «περί παραχωρήσεως υπό της Ορθοδόξου Εκκλησίας της Ελλάδος κτημάτων τινών των Ιερών Μονών Πεντέλης -Αττικής και Αγίας Λαύρας-Καλαβρύτων» προς αποκατάστασιν  ακτημόνων καλλιεργητών και κτηνοτρόφων, που υπέγραψαν από την πλευρά της Εκκλησίας ο τότε αρχιεπίσκοπος Σπυρίδων και οι υπουργοί Γεωργίας Στ. Αλαμανής και Οικονομικών Χρ. Ευελπίδης της κυβέρνησης του Νικολάου Πλαστήρα.

Ο αρχιεπίσκοπος Σπυρίδων Βλάχος με μέλη της τότε Ιεράς Συνόδου.

 Με βάση τις συμβάσεις αυτές το τίμημα για τις παραχωρούμενες εκτάσεις στο Δημόσιο έφτανε τα 97 δισεκατομμύρια εξακόσια ένα εκατομμύρια δραχμές. Το ποσό αυτό όπως αναφέρεται στο βιβλίο του αρχιεπισκόπου Ιερώνυμου «Εκκλησιαστική περιουσία και μισθοδοσία του κλήρου»  (Αθήνα 2012) θα εξοφλείτο  ως εξής:

« Εκ του ποσού τούτου δραχμαί δεκαπέντε δισεκατομμύρια ( 15.000.000.000) θα καταβληθούν προς την Εκκλησίαν της Ελλάδος τοις μετρητοίς και εις τρεις δόσεις κατανεμομένας εις ισαρίθμους οικονομικάς χρήσεις. Η πρώτη δόσις εκ πέντε δισεκατομμυρίων δραχμών (5.000.000.000) καταβληθήσεται εντός διμήνου το πολύ από της κυρώσεως της παρούσης Συμβάσεως. Η Δευτέρα δόσις εκ δραχμών έξι δισεκατομμυρίων  (6.000.000.000) καταβληθήσεται κατά την οικονομικήν χρήσιν 1953-54 και η τρίτη δόσις εκ δραχμών τεσσάρων δισεκατομμυρίων (4.000.000.000) κατά την χρήσιν 1954-55. Το υπόλοιπον εξοφλείται δια παραχωρήσεως από τούδε προς αυτήν των αστικών ακινήτων του Δημοσίου των διαλαμβανομένων με πλήρη περιγραφήν εις πίνακας συνημμένους τη παρούση αποτιμηθέντων δε με την τρέχουσαν αυτών κατά την υπογραφήν της παρούσης αξίαν (…) ανερχομένην δε συνολικώς εις δραχμάς ογδοήκοντα δύο δισεκατομυρίων εξακοσίων ενός εκατομμυρίων (82.601.000.000)».

Στην εφαρμογή των συμβάσεων Εκκλησία και Πολιτεία δεν κατάφεραν να συμφωνήσουν. Οι αρμόδιες υπηρεσίες του Δημοσίου βρήκαν τις εκτάσεις που παραχωρούσε η Εκκλησία λιγότερες από αυτές που  αναφέρονταν στις συμβάσεις.

Από την άλλην μεριά οι εκκλησιαστικές οικονομικές υπηρεσίες επέμεναν ότι από τα 164 παραχωρούμενα στην Εκκλησία από το κράτος ακίνητα βρέθηκαν μόνο τα 60 γιατί:

Άλλα ήταν ανύπαρκτα, άλλα δεν ανήκαν κατά κυριότητα στο Δημόσιο, άλλα ήταν μη οικοδομήσιμα, άλλα είχαν διατεθεί από τις δημόσιες υπηρεσίες πριν υπογραφούν οι συμβάσεις, άλλα ήταν «επίδικα και βεβαρυμένα» και άλλα ήταν μη άρτια, μη ρυμοτομούμενα ή είχαν γίνει πλατείες και κοινόχρηστοι χώροι.

Με δυό λόγια ούτε με τις συμβάσεις του 1952 λύθηκε το ζήτημα.

Από τότε η μόνη σοβαρή προσπάθεια έγινε το 1987 από τον τότε υπουργό Παιδείας τον μακαρίτη τον Αντώνη Τρίτση που γνωρίζουμε που κατέληξε μετά το συμβιβασμό του Ανδρέα Παπανδρέου  με τον τότε αρχιεπίσκοπο Σεραφείμ.

Και από τότε μέχρι σήμερα ουσιαστικά οι εκάστοτε κυβερνήσεις έκαναν τα χατήρια των μητροπολιτών για τις ψήφους των πιστών. Χαρακτηριστικότερο παράδειγμα η κυβέρνηση του (τρομάρα του) «εκσυγχρονιστή» Σημίτη που λίγο πριν τις εκλογές του 2004  κατάργησε   την φορολόγηση του 35% που κατέβαλλαν οι ενοριακοί ναοί από τα έσοδα των παγκαριών.

Ο Κώστας Σημίτης με τον μακαρίτη αρχιεπίσκοπο Χριστόδουλο.

Η αιτιολογία; Για τα έσοδα αυτά δεν υπήρχε ένας αντικειμενικός μηχανισμός ελέγχου και λαμβανόταν υπόψη το ποσό που δήλωνε ο κάθε ναός. Κι αφού δεν μπορούσαν να βγάλουν άκρη με τα λεφτά που έπεφταν στα παγκάρια, τους παπάδες και τους επιτρόπους που τα διαχειρίζονταν, είπαν «δεν καταργούμε και τη φορολογία για να σώσουμε και την ψυχή μας και να μαζέψουμε και καμιά ψήφο;». Τόσο απλά και «εκσυγχρονιστικά»! Μετά  ήρθαν οι άλλοι της ΝΔ, αυτοί του καραμανλικού «σεμνά και ταπεινά», που μείωσαν το φόρο ακίνητης περιουσίας που όφειλε να καταβάλλει η Εκκλησία από 10% σε 5% !

Ο Κώστας Καραμανλής με τον αρχιεπίσκοπο Χριστόδουλο. Αυτός χάρισε  φόρους στην Εκκλησία για την ψυχή του μπάρμπα του…

Αυτοί δεν το έκαναν εκείνη την ώρα για τους ψήφους. Μην τους παρεξηγήσουμε τους ανθρώπους. Το έκαναν για την ψυχή του μεγάλου μπάρμπα του πρωθυπουργού και για να συγχωρεθούν τα ’ποθαμένα τους.  Άγιος ο σκοπός και τα σκυλιά δεμένα…

Στο επόμενο: Εκκλησία και Κράτος ακόμη ψάχνουν να βρουν ποια είναι η εκκλησιαστική περιουσία. Moναστήρια που θυμίζουν εταιρίες Real Estate

Ημεροδρομος