Του Γιώργου Παυλόπουλου

Ο Μπάιντεν κατηγορεί τον Τραμπ ότι διχάζει, ενώ υπόσχεται να γίνει «πρόεδρος όλων των Αμερικανών».  Ο Σάντερς εμφανίζεται πιο αιχμηρός, όμως στηρίζει την προσπάθεια του πρώην αντιπροέδρου για να φύγει ο Τραμπ. Αμφότεροι φροντίζουν, ώστε οι Δημοκρατικοί να αποτελούν την εγγυημένη εναλλακτική του πολιτικού συστήματος, κρατώντας επαφή και με το «βαθύ κράτος» και με τα πιο ριζοσπαστικά τμήματα της κοινωνίας.

Έχουν κυρίως φυλετικό ή ταξικό χαρακτήρα όσα συμβαίνουν στις ΗΠΑ εδώ και δύο σχεδόν εβδομάδες; Σε ποια ακριβώς απονομή δικαιοσύνης αναφέρονται οι διαδηλωτές που έχουν ως σύνθημα το «χωρίς δικαιοσύνη, καμία ειρήνη» — στην υπόθεση της δολοφονίας του Τζορτζ Φλόιντ ή στη δημιουργία μιας πιο δίκαιης κοινωνίας για τους Αμερικανούς, λευκούς και μαύρους;

Τα παραπάνω ερωτήματα είναι σε μεγάλο βαθμό παραπλανητικά. Διότι τι σημαίνει άραγε φυλετικό ή ταξικό, όταν η διάκριση ανάμεσα σε αυτά τα δύο χαρακτηριστικά είναι συχνά πολύ δύσκολη, αν όχι αδύνατη; Πώς μπορεί κανείς να κάνει σαφή διαχωρισμό, όταν στις ΗΠΑ –με στοιχεία πριν την τελευταία κρίση– θεωρούνται επισήμως φτωχοί σχεδόν 40 εκατομμύρια άνθρωποι, δηλαδή κάπου το 11,5% του πληθυσμού, όμως ανάμεσα στους Αφροαμερικανούς το ποσοστό αυτό είναι διπλάσιο (21%) — κάτι που ισχύει και με τους ανέργους; Όταν το ποσοστό των φυλακισμένων με μαύρο χρώμα δέρματος φτάνει στο 33% και εκείνων με λευκό στο 30%, ενώ τα αντίστοιχα ποσοστά τους στον πληθυσμό είναι 13% και 64%; Όταν ένας μαύρος έχει τρεις φορές περισσότερες πιθανότητες να χάσει τη ζωή του από πυρά (ή λαβή) αστυνομικού σε σύγκριση με έναν λευκό; Όταν η αναλογία στους θανάτους από τον νέο κορονοϊό είναι δυόμιση φορές μεγαλύτερη για τους μαύρους, καθώς η στατιστική δείχνει πως οι θάνατοι στις τάξεις τους ανέρχονται σε 50 ανά 100.000, ενώ για τους λευκούς σε 20;

Προφανώς, αυτά δεν σημαίνουν πως οι ΗΠΑ είναι ίδιες με την εποχή του Εμφυλίου ή ότι όλοι οι μαύροι είναι φτωχοί και καταπιεσμένοι, ενώ οι λευκοί είναι πλούσιοι και κατέχουν την εξουσία. Εξάλλου, ανάμεσα στους 607 δισεκατομμυριούχους (λίστα Φορμπς) στις αρχές της χρονιάς, υπήρχαν και 5 μαύροι…

Δημοκρατικοί

Οι ελπίδες εκατομμυρίων, κυρίως των πιο φτωχών και των Αφροαμερικανών, συνόδευσαν τον Μπαράκ Ομπάμα μέχρι την είσοδο του Λευκού Οίκου, τον Ιανουάριο του 2009. «Ναι, μπορούμε», ήταν το σύνθημά του — και πολλοί ήταν αυτοί που πίστεψαν πραγματικά ότι ο πρώτος αφροαμερικανός πρόεδρος των ΗΠΑ θα έφερνε τη μεγάλη αλλαγή, σε μια στιγμή που η χώρα κλονιζόταν συθέμελα από την κρίση που είχε ξεσπάσει λίγους μήνες νωρίτερα, με την κατάρρευση της Lehman Brothers.

Οκτώ χρόνια αργότερα, όταν παρέδιδε τη σκυτάλη στον Τραμπ, ελάχιστα είχαν αλλάξει και οι περισσότερες ελπίδες είχαν διαψευστεί, παταγωδώς. Ειδικά, δε, στο φυλετικό ζήτημα, ο Ομπάμα πέταξε στα σκουπίδια και τις μεγάλες ευκαιρίες που είχε για να κάνει την ανατροπή ή, έστω, να ξεκινήσει μια φιλόδοξη μεταρρύθμιση: Το 2011 αρνήθηκε να δώσει χάρη στον καταδικασμένο σε θάνατο Τρόι Ντέιβις, παρά τις αποδείξεις για την αθωότητά του και το ισχυρό εγχώριο και διεθνές κίνημα υπέρ του — ενώ όταν η ποινή εκτελέστηκε, περιορίστηκε σε μία ανακοίνωση που έλεγε ότι θα ήταν «μη πρέπουσα στάση» για έναν πρόεδρο να παρέμβει στο έργο της δικαιοσύνης. Το 2012, όταν ο 17χρονος Τρέιβον Μάρτιν εκτελέστηκε εν ψυχρώ από ένοπλο ρατσιστή, χρειάστηκε να περάσουν πολλές ημέρες και να ξεσπάσουν μεγάλες διαδηλώσεις, μέχρι ο Ομπάμα να δηλώσει απλώς ότι «εάν είχα ένα γιο, θα έμοιαζε στον Τρέιβον», καλώντας παράλληλα τις αρχές να κάνουν τα πάντα, «ώστε να βρουν πώς συνέβη αυτή η τραγωδία». Το 2014, όταν ο Έρικ Γκάρνερ έγινε ο πρώτος που ψέλλισε το «δεν μπορώ να αναπνεύσω» προτού αφήσει την τελευταία του πνοή πνιγμένος από τη λαβή ενός αστυνομικού (που ουσιαστικά αθωώθηκε), έκανε λόγο για «ευρύτερο πρόβλημα της Αμερικής»…

Ο Ομπάμα δεν έχει αλλάξει την τακτική του ούτε σήμερα. «Όσο τραγικές, δύσκολες και τρομακτικές κι αν έχουν υπάρξει αυτές οι τελευταίες εβδομάδες, συνιστούν ταυτόχρονα μια τεράστια ευκαιρία […] για όλους μας να συνεργαστούμε για να αντιμετωπίσουμε τις βαθύτερες αιτίες, να αλλάξουμε την Αμερική και να την κάνουμε αντάξια των υψηλότερων ιδανικών της», είπε την Τετάρτη. Πολύ δύσκολα, όμως, θα τον πιστέψει κανείς πια, όταν δεν έκανε τίποτα την οκταετία της προεδρίας του. Ακόμη πιο δύσκολα θα δώσει βάση στα όσα λέει, στο ίδιο μήκος κύματος, ο τότε αντιπρόεδρός του και νυν υποψήφιος των Δημοκρατικών, Τζο Μπάιντεν, υποσχόμενος να γίνει «πρόεδρος όλων των Αμερικανών» — σαν να έχουν όλοι τα ίδια συμφέροντα, σαν να μην θησαυρίζουν οι λίγοι (το 1%) από την εκμετάλλευση των πολλών (του 99%), σαν να μην στηρίζεται ο καπιταλισμός στο ξεζούμισμα των φτωχών και διπλά των Αφροαμερικανών φτωχών.
Όσο για τον Μπέρνι Σάντερς και την «αριστερή πτέρυγα» του κόμματος, είναι γεγονός ότι οι δηλώσεις τους υπήρξαν πιο σκληρές και έφτασαν πιο βαθιά. Στην πράξη, ωστόσο, όλοι τους στρατεύονται και θα αγωνιστούν για να κερδίσει ο Μπάιντεν…

ΠΡΙΝ