Του Γεράσιμου Λιβιτσάνου

Κυνική παραδοχή προέδρου του ΕΣΡ για το καθεστώς ασυδοσίας υπό υψηλή νομική προστασία

Τα τηλεοπτικά κανάλια είναι αδύνατον να επιβαρύνονται με πρόστιμα και δεν είναι δυνατόν να ασκηθεί έλεγχος για το αν εφαρμόζουν οποιαδήποτε νομοθεσία ή συνταγματική διάταξη για την πολυφωνία, είτε σε πολιτικό είτε σε κοινωνικό επίπεδο.

Το ξεκάθαρο και σαφέστατο αυτό συμπέρασμα παράθεσε στα κόμματα της Βουλής ο πρόεδρος του Εθνικού Συμβουλίου Ραδιοτηλεόρασης Αθανάσιος Κουτρομάνος, ενημερώνοντας την Επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας της Βουλής. Η παραδοχή αυτή έγινε απέναντι στους εκπροσώπους των κομμάτων (της Ν.Δ, του ΣΥΡΙΖΑ και του ΚΙΝ.ΑΛ) που στις 10 Νοεμβρίου του 2016 συνέπραξαν προκειμένου να εκλεγεί από την Διάσκεψη των Προέδρων της Βουλής με πλειοψηφία 4/5 η εν λόγω ανεξάρτητη αρχή. Τότε είχαν δηλώσει ότι στόχος του πολιτικού συστήματος είναι να ελεγχθεί αποτελεσματικά το τηλεοπτικό τοπίο.

Ο Αθανάσιος Κουτρομάνος παρουσίασε μία εικόνα σύμφωνα με την οποία τα πρόστιμα στα κανάλια όταν επιβάλλονται είναι για το …θεαθήναι. Όπως δήλωσε το ΕΣΡ «στο παρελθόν, σε αρκετές περιπτώσεις, επέβαλε διοικητικές κυρώσεις σε τηλεοπτικούς σταθμούς για παραβίαση των αρχών της πολιτικής πολυφωνίας. Εξίσου, όμως, αληθές είναι, ότι σχεδόν καμία από τις αποφάσεις αυτές, δεν επιβίωσε του δικαστικού ελέγχου που ακολούθησε. Διότι το Συμβούλιο της Επικρατείας ακύρωσε σχεδόν όλες τις αποφάσεις αυτές, με σχεδόν πανομοιότυπο σκεπτικό, το οποίο επαναλαμβανόμενο κατέστη ήδη αυτό που ονομάζουμε πάγια νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας». Με απλά λόγια αυτό το καθεστώς θα ισχύει …για πάντα.

Μάλιστα αναλύοντας το ζήτημα αυτό ο Αθανάσιος Κουτρομάνος είπε πως το Συμβούλιο για να διαπιστώσει αν τηρήθηκαν ή αν παραβιάστηκαν κανόνες της πολιτικής πολυφωνίας, «πρέπει να παρακολουθήσει για σημαντικό χρονικό διάστημα τις απόψεις και τις δραστηριότητες των κομμάτων, να προβεί εν συνεχεία σε επί της ουσίας εκτίμηση ποιες δραστηριότητες ήταν αξίες μεταδόσεως και στη συνέχεια να διαπιστώσει αν μεταδόθηκαν ή όχι από τον κρινόμενο κάθε φορά σταθμό».

Πρέπει, λοιπόν, στη συνέχεια να διαπιστώσει αν μεταδόθηκαν ή όχι στον ανάλογο βαθμό -και αυτό είναι φράση του Συμβουλίου της Επικρατείας- για να καταλήξει σε τελικά συμπεράσματα. Σε ποιο βαθμό αυτά μπορούν να υλοποιηθούν από ένα θεσμικό όργανο, επιτρέψτε μου να πω, για μένα τουλάχιστον και προς το παρόν τουλάχιστον, είναι ένα μικρό μυστήριο». Επικαλέστηκε δηλαδή την αδυναμία της ανεξάρτητης αρχής να πραγματοποιήσει ελέγχους. Μάλιστα επέμεινε στο ζήτημα αυτό λέγοντας πως «θα πρέπει το Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης για να επιβάλει κύρωση σε ένα κανάλι, να κάνει και ποιοτική αξιολόγηση των ειδήσεων. Ε, τέτοια ποιοτική αξιολόγηση των ειδήσεων πρακτικώς δεν είναι δυνατόν να γίνει, τουλάχιστον με την υπάρχουσα κατάσταση».

Φυσικά οι κυβερνητικοί βουλευτές δεν …άφησαν την ευκαιρία να πάει χαμένη. Έτσι ο Αθανάσιος Πλεύρης φρόντισε να εξάρει αυτή την κατάσταση λέγοντας πως «το Ε.Σ.Ρ. έρχεται και βάζει ποινές όπου υπάρχει. Το Ε.Σ.Ρ., όμως, ελέγχεται και σωστά ελέγχεται και ελέγχεται από το Συμβούλιο της Επικρατείας. Και απ’ ό,τι κατάλαβα από αυτό που άκουσα, τι λέει το Συμβούλιο της Επικρατείας; Ότι, προφανώς, το πρώτο σημείο είναι η επικαιρότητα και πώς αποδίδεται».

Έτσι συμπέρανε πως «δεν μπορούμε να επιβάλλουμε σε ένα κανάλι τη σημερινή μας κουβέντα που την κάνουμε εδώ ότι πρέπει να τη δείξει και δυστυχώς, ναι, έτσι είναι οι όροι. Άμα ανταλλάξω με τον κ. Κατρούγκαλο μία νομική αντιπαράθεση, μπορεί να μην παίξει πουθενά, εάν πάω και τραβήξω το αυτί του κ. Κατρούγκαλου ή τραβήξει το δικό μου, θα παίζει τρεις-τέσσερις μέρες. Αλλά αυτό είναι κάτι, το οποίο με τον Α ή Β τρόπο δεν αλλάζει με νομοθετικό πλαίσιο».

Εν ολίγοις τα κανάλια μπορούν όχι μόνον να είναι ανεξέλεγκτα από την πλευρά της υλοποίησης των νόμων περί πολυφωνίας αλλά μπορούν να …ρίχνουν όσο επιθυμούν στα τάρταρα το επίπεδο ακόμη και των ενημερωτικών εκπομπών.

Αν και είναι γνωστό ότι στην σύνθεση του Εθνικού Συμβουλίου Ραδιοτηλεόρασης υπάρχουν και μέλη του που έχουν διαφορετική προσέγγιση από αυτή του προέδρου της αρχής, είναι φανερό ότι το ΕΣΡ δεν “καίγεται” από επιθυμία να αλλάξει την κατάσταση. Μια συνθήκη που σαφώς στηρίζεται από την κυβέρνηση αλλά και από όσους καλλιεργούν αυταπάτες ότι τα ζητήματα της ενημέρωσης στην χώρα μπορούν να είναι καταρχήν ζήτημα των ανεξάρτητων αρχών.

Ημεροδρόμος