Των Ειρήνη Τσαλουχίδου, Δημήτρη Πλακογιάννη

Η επιλογή της κυβέρνησης Μητσοτάκη να καταθέσει εν μέσω πανδημίας και απαγόρευσης κυκλοφορίας δύο νομοσχέδια που φέρνουν ριζικές αλλαγές στην εκπαίδευση και στην περιβαλλοντική νομοθεσία αποτελεί νέο ρεκόρ αντιδημοκρατικής μεθόδευσης. Έχουμε δει και στο παρελθόν, ιδίως κατά τη δεκαετία της μνημονιακής λαίλαπας, τις σοβαρές επιπτώσεις που έχει στο δημοκρατικό διάλογο και τον κοινοβουλευτισμό η μανία του νεοφιλελευθερισμού: από τα «κατεπείγοντα» μνημόνια, που δεν διαβάζονταν ούτε από τους ίδιους τους βουλευτές μέχρι τα ανοιγμένα κεφάλια των διαδηλωτών, τα πάντα δικαιολογούνταν προκειμένου να ξεπουληθεί φτηνά αυτή η χώρα και να πληγούν τα εργασιακά δικαιώματα. Όμως η σημερινή επιλογή της κυβέρνησης εγκαινιάζει μία νέα φάση στην αντιδημοκρατική κατρακύλα. Αυτή τη φορά η υγεινομική κρίση έχει περιορίσει το δικαίωμα στη συνάθροιση, τη διαμαρτυρία, την απεργία. Και η κυβέρνηση είναι έκθετη γιατί επιλέγει σε μια περίοδο περιορισμού αυτών των δικαιωμάτων να φέρνει προς ψήφιση αυτά τα δύο νομοσχέδια που προκαλούν αντιδράσεις και απαιτούν –τουλάχιστον σε μια δημοκρατική χώρα- ομαλούς όρους διεξαγωγής του διαλόγου και της αντιπαράθεσης.

Για την ουσία των δύο νομοθετημάτων μπορεί κανείς να τοποθετηθεί αναλυτικότερα. Στεκόμαστε όμως στο σοβαρό ζήτημα δημοκρατικής νομιμότητας και πολιτικής ηθικής. Ας μας απαντήσει ο κ. Μητσοτάκης και οι υπουργοί του, γιατί καταθέτουν νομοσχέδιο για την παιδεία και την περιβαλλοντική αδειοδότηση, αφού όπως λένε, «έχουμε πόλεμο»; Ποιές συγκεκριμένες ανάγκες του πολέμου αυτού έρχεται να καλύψει η ψήφιση αυτών των νομοσχεδίων; Υπάρχει άραγε προηγούμενο κυβέρνησης που εν μέσω «πολέμου» νομοθετούσε για το σύστημα εισαγωγής στην τριτοβάθμια εκπαίδευση ή για τις αποφάσεις έγκρισης περιβαλλοντικών όρων; Ποια ανάγκη φέρνει τα νομοσχέδια αυτά σήμερα και όχι μετά από ένα μήνα; Ή μήπως η επιτακτική ανάγκη σήμερα είναι να αλλάξει (για μια ακόμα φορά) το εξεταστικό σύστημα στο Λύκειο, αντί να αλλάξει επιτέλους η κατάσταση υποστελέχωσης των νοσοκομείων και των πρωτοβάθμιων μονάδων υγείας;

Η απάντηση είναι προφανής. Η κυβέρνηση επιθυμεί να εκμεταλλευτεί την κοινωνική συναίνεση γύρω από τα υγειονομικά μέτρα για να περάσει νομοσχέδια που υπό κανονικές συνθήκες θα αντιμετώπιζαν αντιστάσεις. Μικρές ή μεγάλες, αποτελεσματικές ή όχι δεν έχει σημασία. Θα μπορούσε όμως να ορθωθεί αντίλογος. Στην απόπειρά της αυτή, η κυβέρνηση έχει σύμμαχο και τα συστημικά ΜΜΕ που αποσιωπούν τις αντίθετες φωνές και δίνουν βήμα αποκλειστικά στις κυβερνητικές εξαγγελίες. Έπιασαν τόπο τα 11 εκατομμύρια, δεν υπάρχει αμφιβολία.

Το κυβερνητικό επιχείρημα ότι «με αυτό το πρόγραμμα μας εξέλεξε ο λαός» είναι εντελώς κούφιο και παραπλανητικό. Τα σχέδιά της για την παιδεία αποδοκιμάζονται από μεγάλο μέρος της εκπαιδευτικής κοινότητας, το δε νομοθετικό τερατούργημα για το περιβάλλον έχει ήδη ξεσηκώσει αντιδράσεις περιβαλλοντικών οργανώσεων, κομμάτων, εργαζομένων. Γνώριζαν από το φθινόπωρο, όταν είχαν γίνει γνωστές οι προθέσεις τις κυβέρνησης, πως η επαναφορά των ρυθμίσεων του Αρβανιτόπουλου, όπως η τράπεζα θεμάτων και η αξιολόγηση, βρίσκει απέναντι μαθητές και εκπαιδευτικούς. Γνωρίζουν πολύ καλά τις διαμαρτυρίες των περιβαλλοντικών οργανώσεων για τον ευτελισμό της περιβαλλοντικής αδειοδότησης, την μετατροπή της χώρας σε απέραντο πεδίο εξορύξεων πετρελαίου, αλλά και τις ενστάσεις των εργαζομένων στην ενέργεια για τη βίαιη απολιγνητοποίηση.

Εκτός από τις κοινωνικές αντιδράσεις που δεν εκφράζονται λόγω των περιοριστικών μέτρων, δεν λειτουργεί ούτε ο κοινοβουλευτικός διάλογος. Καταθέτουν νομοσχέδια σε μία Βουλή που λειτουργεί με λιγότερους από 50 βουλευτές, ενώ εμπαίζουν ανοιχτά τους ενδιαφερόμενους κοινωνικούς φορείς, που καλούνται να τοποθετηθούν μέσω skype. Χαρακτηριστικά, το νομοσχέδιο που κατατέθηκε προς ψήφιση για το περιβάλλον περιέχει 130 άρθρα, ενώ η πρόταση διαβούλευσης προς δημόσιους φορείς περιείχε 66. Αυτό σημαίνει ότι 64 άρθρα δεν είδαν ποτέ το φώς της δημόσιας διαβούλευσης και συζήτησης. Η δημοσιότητα, όμως, ενός νομοσχεδίου κατά το στάδιο της διαβούλευσης του, δεν αποτελεί κάποια «τεχνική» λεπτομέρεια: αποτελεί ουσιαστική προϋπόθεση διαφάνειας και δημοκρατικού ελέγχου. Πού είναι οι λαλίστατοι συνταγματολόγοι να μιλήσουν για αυτή την ωμή παραβίαση;

Δεν έχουμε την ψευδαίσθηση ότι η δημόσια διαβούλευση συνιστά κοινωνικό έλεγχο. Ο κοινωνικός έλεγχος μπορεί να γίνει μόνο από ενεργά κινήματα και συμμετοχή των κοινωνικών στρωμάτων που επηρεάζονται από τις νομοθετικές ρυθμίσεις μιας κυβέρνησης. Ωστόσο ακόμα και το γεγονός ότι η θεσμοθετημένη διαβούλευση περικόπτεται, είναι ενδεικτική των κυβερνητικών φιλοδοξιών.

Ο έλεγχος απαιτεί γνώση, και η γνώση απαιτεί δημοσιότητα και χρόνο να διαμορφωθούν προτάσεις. Το ότι αυτά εξαφανίζονται δεν αποτελεί ευλογία: αποτελεί σταδιακό ρίζωμα ενός αντικοινοβουλευτικού πραξικοπηματισμού στην πολιτική ζωή, που έκανε την εντυπωσιακή εμφάνισή του στα μνημονιακά κοινοβούλια που ψήφιζαν συμφωνίες και προγράμματα χωρίς καν να τα διαβάζουν και συνεχίζεται και σήμερα.

Αν αυτή είναι η κανονικότητά σας, είναι βαθιά αντιδημοκρατική και αντισυνταγματική.

Κατά μία δε καθόλου παράδοξη ειρωνεία, τα δύο νομοσχέδια ενσωματώνουν στις ρυθμίσεις τους την ίδια ακριβώς αντιδημοκρατική λογική και εμπεδώνουν σε απτές μορφές αυτήν την πραξικοπηματική διάθεση.

Το νομοσχέδιο για την παιδεία εισάγει ενιαίο ψηφοδέλτιο και ηλεκτρονική ψηφοφορία για την εκλογή των Πρυτάνεων.

Το νομοσχέδιο για τον «εκσυγχρονισμό» της περιβαλλοντικής νομοθεσίας αφαιρεί από Δημόσιο, δημοτικά συμβούλια και ΟΤΑ κάθε προηγούμενη αρμοδιότητα αδειοδότησης εξορύξεων σε εδάφη ιδιοκτησίας τους. Εξαφανίζει πρακτικά την οποιαδήποτε ελεγκτική και αδειοδοτική δραστηριότητα των αρμόδιων τεχνικών υπηρεσιών, θέτοντας σε κίνδυνο την ζωή των εργαζομένων από τις επισφαλείς και άρπα-κόλλα εγκαταστάσεις. Εκχωρεί σε ιδιωτικές εταιρίες και επιχειρήσεις την εκπόνηση μελετών περιβαλλοντικών επιπτώσεων. Γιάννης κερνάει, Γιάννης πίνει δηλαδή.

Η υποκρισία περισσεύει: η υγειονομική απειλή του ιού πράγματι ανέδειξε ότι είναι απαραίτητα κάποια βασικά αντανακλαστικά. Αντανακλαστικά που αφορούν τη διαχείριση του δημόσιου χρήματος, του εθνικού πλούτου, τον χειρισμό των δημόσιων πραγμάτων.

Η κυβέρνηση με χυδαίο τρόπο επιχειρεί να «καβαλήσει το άρμα» της συναίνεσης που προέκυψε από την καλή πορεία της επιδημίας στη χώρα, για να υλοποιήσει σειρά πολιτικών που δεν έχουν ουδεμία σχέση με τις ανάγκες που αναδείχτηκαν κατά την προηγούμενη περίοδο.

Όλοι μαζί, σημαίνει πως όλοι συμμετέχουμε στο δημόσιο διάλογο. Προστασία της ζωής δεν σημαίνει χωρίς όρους αποκλεισμό στο σπίτι, αλλά και εξασφάλιση του κοινωνικού ελέγχου σε μία αλόγιστη οικονομική δραστηριότητα που εξελίσσεται χωρίς φραγμό σε άνθρωπο και περιβάλλον.

Η «εθνική ενότητα» δεν συγκροτείται πάνω στα «καθήκοντα» του ξεπουλήματος της χώρας σε αρπακτικά ιδιώτες, της υποβάθμισης του φυσικού περιβάλλοντος και της διάλυσης της δημόσιας εκπαίδευσης και κάθε δημοσίου αγαθού. Αντιμετώπιση της υγειονομικής απειλής δεν σημαίνει κατασπατάληση του Δημοσίου χρήματος σε ολόκληρο τον εσμό των διαπλεκόμενων καναλαρχών, ιδιωτών υγείας, ΚΕΚ, ενώ οι εργαζόμενοι και οι επαγγελματίες μένουν υπό την απειλή της ανεργίας και της κατακόρυφης μείωσης μισθών και εισοδημάτων.

Αν ένα πράγμα απέδειξε η πανδημία, είναι ότι ένας λαός αμέτοχος στα δημόσια πράγματα, χωρίς εξουσίες και λόγο, έχει άμεσες υγειονομικές επιπτώσεις. Το να διαλύεται ο δημόσιος τομέας και εκχωρούνται όλα στους ιδιώτες έχει άμεσες υγειονομικές επιπτώσεις.

Μία κοινωνία με σωστά αντανακλαστικά, ενεργή και υπεύθυνη, αντιμετώπισε την απειλή της πανδημίας. Μπορεί οι επικοινωνιολόγοι του Μαξίμου να χτίζουν τις δικές τους παραστάσεις, αλλά αυτή η κοινωνία δεν έδωσε λευκή επιταγή σε κανέναν για κανέναν πραξικοπηματισμό.

Μπορεί σήμερα να «μένει σπίτι» για να αντέξει στην πίεση το σύστημα υγείας, όμως κανείς δεν πρέπει να την υποτιμά. Πολύ περισσότερο, να την προκαλεί.

Οι νεοφιλελεύθερες ιδεοληψίες διάλυσης του Δημοσίου και εκχώρησης των πάντων στο Ιδιωτικό κεφάλαιο, κατέρρευσαν μέσα σε μερικές εβδομάδες: Η πανδημία δεν μπορούσε να αντιμετωπιστεί παρά μόνο με το σύστημα Δημόσιας Υγείας.

Αυτό δεν ήταν απλά μονόδρομος και παρα φύση επιλογές για την κυβέρνηση της ΝΔ, αλλά και προανάκρουσμα μίας ενεργής κοινωνίας που δεν θα υπόκειται πλέον άδολα σε πάσης φύσεως μεθοδεύσεις. Δεν ήρθαμε «όλοι πιο κοντά», όπως ισχυρίστηκε στο προχθεσινό του διάγγελμα ο Μητσοτάκης. Αντιθέτως, έγινε πιο κατανοητό το τεράστιο χάσμα που μας χωρίζει.

antapocrisis