Οι αποφάσεις που ανακοινώθηκαν από τον πρωθυπουργό και την κυβέρνηση σήμερα για την άρση των περιοριστικών μέτρων, εμφανίστηκαν ως λογική εξέλιξη της μέχρι τώρα πορείας της επιδημίας στη χώρα μας. Πράγματι, η Ελλάδα εμφανίζει συγκριτικά με τη Δυτική Ευρώπη και τον προηγμένο κόσμο της Δύσης, καλύτερη εικόνα τόσο στους νοσηλευόμενους και τα κρούσματα, όσο και στις ανθρώπινες απώλειες. Ωστόσο η άρση των περιοριστικών μέτρων έχει προϋποθέσεις στις οποίες θα όφειλε η κυβέρνηση και η πολιτεία να είχε ήδη ανταποκριθεί.

Η πανδημία είναι μια πραγματικότητα που δεν έχει ξεπεραστεί και μέχρι να βρεθεί εμβόλιο ή αξιόπιστη θεραπεία, δεν θα ξεπεραστεί. Η εξέλιξή της έχει προκαλέσει μέχρι σήμερα πάνω από 210.000 θανάτους, με την πλειοψηφία αυτών να βρίσκονται στην Ευρώπη και τη Βόρεια Αμερική. Είναι προφανές ότι οι κοινωνίες δεν μπορούν να μείνουν σε καραντίνα επ’ άπειρον, αλλά την ίδια στιγμή, η αίσθηση ότι η πανδημία περίπου ξεπεράστηκε μαζί με τις πιέσεις των οικονομικών επιπτώσεων, μπορεί να οδηγήσουν σε επιπλέον καταστροφικά αποτελέσματα από όσα έχουν ήδη υπάρξει.

Το ερώτημα που πρέπει να απαντήσει και η κοινωνία και οι πολιτικές δυνάμεις είναι με ποια κριτήρια και ποιες ιεραρχήσεις θα καθοδηγηθεί η επόμενη μέρα. Οι πιέσεις των αγορών, η ανυπομονησία των κυβερνήσεων, η στοίχιση των επιστημόνων στις πολιτικές πιέσεις, η κούραση των ίδιων των πολιτών και η ανάγκη των κοινωνιών να αρθούν τα περιοριστικά μέτρα, μπορούν να οδηγήσουν σε λάθος αποτελέσματα. Το ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί είναι με ποιο κριτήριο θα γίνει το άνοιγμα της οικονομίας: Με κριτήριο τις ανάγκες της αγοράς και της οικονομίας, ή με κριτήριο τη δημόσια υγεία.

Είναι κατανοητό ότι καμιά επιλογή δεν είναι εύκολη και αβασάνιστη, αλλά σε κάθε περίπτωση είναι απάνθρωπες και αντικοινωνικές οι ιαχές που προτρέπουν σε άμεση επανεκκίνηση της καπιταλιστικής αγοράς, θεωρώντας τα επόμενα θύματα της πανδημίας «παράπλευρες απώλειες» των οικονομικών αναγκών. Το γεγονός ότι σε αυτή την εκστρατεία προΐσταται ο πρόεδρος των ΗΠΑ φανερώνει ποια πολιτική επιδιώκει το πάση θυσία άνοιγμα της οικονομίας.

Η συζήτηση στη χώρα μας για τα περιοριστικά μέτρα έγινε υπό το βάρος των υγειονομικών αναγκών. Η συζήτηση για την άρση τους γίνεται κυρίως υπό το βάρος των οικονομικών αναγκών και την κούραση που έχει συσσωρευτεί στην κοινωνία, ενώ οι επιστημονικές συστάσεις των ειδικών επιχειρούν να ισορροπήσουν ανάμεσα στα υγειονομικά δεδομένα και τις υφιστάμενες πιέσεις. Το πρόβλημα γίνεται μεγαλύτερο καθώς πολλά πράγματα για τον ιό και την εξάπλωσή του είναι ακόμα στο πεδίο της διερεύνησης, επομένως ο τόνος των αποφάσεων θα όφειλε να είναι προσεκτικός και διερευνητικός, όχι ανακουφιστικός και πανηγυρικός. Δεν μιλάμε για τις επίσημες αποφάσεις και δηλώσεις ων κυβερνητικών παραγόντων οι οποίες ορθώς συνιστούν προσοχή, αλλά τις εορταστικές εκδηλώσεις έξω από το Μαξίμου και το νικητήριο ύφος των δηλώσεων, που επιχειρώντας να καταγράψουν πολιτικά κέρδη, παράγουν άλλο μήνυμα σε μια κοινωνία που λαχταρά να βγει έξω.

Στη συζήτηση που γίνεται παγκόσμια για την άρση των μέτρων προτείνονται διάφορα κριτήρια.

Ο Π.Ο.Υ. θέτει έξι κριτήρια για το άνοιγμα: α) Η μετάδοση του Covid-19 να έχει ελεγχθεί, β) Επαρκείς δυνατότητες για το σύστημα υγείας και τη δημόσια υγεία για ανίχνευση, έλεγχο (test), απομόνωση, καραντίνα των ύποπτων και επιβεβαιωμένων κρουσμάτων και των επαφών τους, γ) Περιορισμό κινδύνου ξεσπάσματος σε ευαίσθητες δομές (νοσοκομεία, γηροκομεία κλπ), δ) Μέτρα προφύλαξης στους χώρους εργασίας, ε) Μείωση κινδύνου εισαγόμενων περιπτώσεων, στ) Πλήρης εμπλοκή των κοινοτήτων μέσω εκπαίδευσης.

Η Κομισιόν θέτει ως κριτήρια εξόδου την παρατεταμένη μείωση της εξάπλωσης του ιού, ένα σύστημα υγείας επαρκώς εξοπλισμένο για να αντιμετωπίσει πιθανή αύξηση των κρουσμάτων μετά την άρση των μέτρων, και τέλος επαρκή ικανότητα διεξαγωγής test.

Ο κ. Τσιόδρας στην ενημέρωση της 13.4.20 έθεσε ως κριτήρια τη μείωση Rο (ρυθμός αναπαραγωγής του ιού), την αντοχή του συστήματος υγείας, τον έλεγχο των εστιών αναζωπύρωσης και την ανάπτυξη ανοσίας στον πληθυσμό.

Είναι προφανές ότι και στα παραπάνω αλλά και σε άλλα συστήματα κριτηρίων που τίθενται υπάρχει αλληλοεπικάλυψη, διαφορές και διαφορετικές ιεραρχήσεις που εστιάζονται κυρίως στον έλεγχο των συνόρων και στις μετακινήσεις. Θα επιχειρήσουμε να σχολιάσουμε και να προτείνουμε σε σχέση με την άρση των μέτρων περιορισμού αλλά και τις επόμενες μέρες αφού ο κορωνοϊός θα μας συνοδεύσει για μεγάλο διάστημα.

Θα πάρουμε λοιπόν τα κριτήρια που έθεσε ο κ. Τσιόδρας και κατόπιν θα προσθέσουμε άλλα δύο.

Το πρώτο κριτήριο είναι ότι έχει επιτευχθεί ο έλεγχος της επιδημίας. Το κριτήριο για αυτό είναι ο αριθμός των νέων κρουσμάτων, ο αριθμός των νέων νοσηλευόμενων, ο αριθμός των νέων διασωληνώσεων. Απαιτείται πιο συγκεκριμένα ο ρυθμός αναπαραγωγής να έχει πέσει κάτω από 1. Στη χώρα μας η ιδιομορφία των περιορισμένων διαγνωστικών ελέγχων και η καθυστέρηση συγκρότησης μηχανισμού μαζικής δειγματοληψίας, οδηγούν ακόμα και σήμερα σε πολύ περιορισμένη εικόνα για τα κρούσματα. Η δε εικόνα των νέων νοσηλευομένων και των διασωληνώσεων απεικονίζει την εικόνα των μολύνσεων αρκετές μέρες πριν.

Με αυτά τα δεδομένα, και γνωρίζοντας ότι η διασπορά κατά την περίοδο εφαρμογής των περιοριστικών μέτρων συνεχίζεται, καθώς έχουμε, έστω και λίγα, νέα κρούσματα κάθε μέρα, η απόφαση για άρση των μέτρων στηρίζεται αναγκαστικά σε επιδημιολογικές εκτιμήσεις. Τα επιδημιολογικά μοντέλα απαιτούν επαρκή δεδομένα, ελλείψει όμως μαζικών δειγματοληψιών, δηλαδή τεστ, δημιουργείται ένα παράθυρο κινδύνου.

Πώς διορθώνεται αυτό; Με την αύξηση των ελέγχων στον πληθυσμό, δηλαδή με την αλλαγή της πολιτικής του ΕΟΔΥ. Αυτό θα επιτρέψει μια πιο πραγματική εικόνα των νέων μολύνσεων, αλλά θα βοηθήσει και στο επόμενο βήμα που απαιτείται, την ιχνηλάτηση, την απομόνωση και την καραντίνα των ύποπτων κρουσμάτων. Όσο ισχύει η παρούσα κατάσταση ελέγχων, αφήνουμε ένα πολύ μεγαλύτερο ποσοστό στην τύχη από αυτό που είναι διαχειρίσιμο. Να υπενθυμίσουμε ότι με όλη την αίσθηση των διαφορετικών μεγεθών και επιδημικής κλίμακας, στην Ουχάν η καραντίνα έληξε στις 7/4/20, ενώ από 3/3/20 η πανδημία είχε τεθεί υπό έλεγχο.

Το δεύτερο κριτήριο (το οποίο ο κ. Τσιόρδας όρισε ως έλεγχο των εστιών αναζωπύρωσης) είναι η ικανότητα για ανίχνευση, ιχνηλάτηση, απομόνωση και καραντίνα υπόπτων και επιβεβαιωμένων κρουσμάτων και επαφών τους. Μέχρι στιγμής αυτό στην Ελλάδα το έκανε η απαγόρευση της άσκοπης κυκλοφορίας, καθώς τα περιοριστικά μέτρα έκαναν πολύ δύσκολη τη μετάδοση. Η άρση των περιοριστικών μέτρων θα κάνει εξαιρετικά κρίσιμη την ικανότητα της ανίχνευσης των πιθανών κρουσμάτων και την απομόνωσή τους.

Αυτό απαιτεί αλλαγή των οδηγιών του ΕΟΔΥ και δυνατότητα διενέργειας τεστ (με ασφάλεια του υγειονομικού προσωπικού) στην πρωτοβάθμια υγεία ή από τις ειδικές ομάδες. Το Υπουργείο Υγείας είχε δηλώσει ότι μετά το Πάσχα οι 500 κινητές ομάδες υγείας θα έπιαναν δουλειά, αλλά μία εβδομάδα απλώς ανακοινώθηκε η πρόσκληση εκδήλωσης ενδιαφέροντος για τις 1100 θέσεις που απαιτούνται. Εξακολουθεί να λείπει η εργαστηριακή δυνατότητα να γίνουν τα τεστ (δηλαδή υλικά, προσωπικό, εκπαίδευση, οργάνωση και μέσα ατομικής προστασίας).

Αυτό το κριτήριο, η ικανότητα μαζικής ανίχνευσης, από τον Π.Ο.Υ. τίθεται ως προϋπόθεση για το άνοιγμα, αλλά στην Ελλάδα η δυνατότητα και οι επιχειρησιακές ικανότητες ενός τέτοιου μηχανισμού δεν έχουν καν δοκιμαστεί. Θα έπρεπε πρώτα να στηθεί αυτός ο μηχανισμός και να δοκιμαστεί στην ανίχνευση, ιχνηλάτηση, απομόνωση και καραντίνα και μετά να παρθούν οι αποφάσεις άρσης των περιοριστικών μέτρων.

Το τρίτο κριτήριο (ή δεύτερο κατά κ. Τσιόρδα) είναι η αντοχή του συστήματος Υγείας. Η κυβέρνηση κέρδισε χρόνο για να ενισχύσει το σύστημα Υγείας. Ακριβής εικόνα δεν υπάρχει πέρα από τις 870 κλίνες ΜΕΘ που ανακοινώθηκαν κάποια στιγμή και τις δηλώσεις Κικίλια για 1000 κρεβάτια ΜΕΘ εντός Απριλίου. Ακόμα όμως και αν βρέθηκαν τόσοι αναπνευστήρες, αυτό δεν συνεπάγεται και αντίστοιχο αριθμό κρεβατιών ΜΕΘ. Απαιτούνται εξειδικευμένοι γιατροί, εξειδικευμένο νοσηλευτικό προσωπικό. Αυτό σημαίνει και γιατρούς, και νοσηλευτές, και εκπαίδευση.

Ακόμα και σήμερα, και χωρίς να πιεστεί σοβαρά το σύστημα υγείας σε Νοσοκομεία Αναφοράς όπως ο Ευαγγελισμός και το Σωτηρία έγινε επίταξη ειδικευόμενων άλλης ειδικότητας για να λειτουργήσουν οι κλινικές κορωνοϊού. Η επιμονή στελέχωσης των νοσοκομείων από εποχιακό (επικουρικούς) και όχι από μόνιμο προσωπικό, αποθαρρύνει τους γιατρούς να εκδηλώσουν ενδιαφέρον για τις προκηρύξεις επικουρικών, με αποτέλεσμα οι θέσεις αυτές να παραμένουν κενές.

Οι μόνιμες ελλείψεις του Ε.Σ.Υ. υπολογίζονται σε 10.000 γιατρούς και 30.000 νοσηλευτές και λοιπό προσωπικό. Ελάχιστα έχουν γίνει για την κάλυψη των μόνιμων κενών και των αναγκών που προκύπτουν από την όποια αύξηση των κρεβατιών ΜΕΘ. Η κυβέρνηση κυρίως διαφημίζει τις ιδιωτικές δωρεές για να διατηρήσει ζωντανή την πολιτική των συμπράξεων δημόσιου – ιδιωτικού τομέα και της κερδοφορίας του ιδιωτικού κεφαλαίου στο χώρο της υγείας.

Η δε πρωτοβάθμια υγεία χτυπήθηκε αντί να ενισχυθεί από την κυβέρνηση, αφού μεταφέρθηκαν γιατροί στα Νοσοκομεία για να καλύψουν κενά. Η δε ακύρωση τακτικών Ιατρείων και χειρουργείων έχει αυξήσει την ανάγκη για την αντιμετώπιση της λοιπής νοσηρότητας. Η επιστολή της ΟΕΝΓΕ προς τον πρωθυπουργό είναι ενδεικτική.

Με βάση αυτά τα δεδομένα η κυβέρνηση όφειλε, πριν την άρση των μέτρων, να έχει όντως ενισχύσει το σύστημα Υγείας, πέρα από το επίπεδο που λειτουργεί σήμερα, καθώς η διασπορά του ιού περιορίστηκε από τα μέτρα. Δυστυχώς οι πολιτικές και ιδεολογικές αγκυλώσεις της κυβέρνησης την κάνουν να ρισκάρει με την πιθανότητα ενός δεύτερου κύματος όταν τα μέτρα χαλαρώσουν, χωρίς να έχει ενίσχυθεί το ΕΣΥ στο βαθμό που απαιτείται. Επιδίδεται σε μια πολύ επιθετική επικοινωνιακή πολιτική με τη στήριξη των ΜΜΕ, δίνοντας μια στρεβλή εικόνα των πραγματικών συνθηκών στο ΕΣΥ. Μπορεί να επικαλείται ότι το κάνει για την αποφυγή πανικού, ωστόσο οι ουσιαστικές παρεμβάσεις για την ενίσχυση του ΕΣΥ δεν εχουν ακόμα γίνει.

Το τέταρτο κριτήριο, δηλαδή η ανοσία, αποτελεί ένα μεγάλο ερωτηματικό για την παγκόσμια ιατρική κοινότητα, όσον αφορά το αν και τι είδους ανοσία αφήνει ο κορωνοϊός. Το βέβαιο είναι ότι η ανοσία στη χώρα μας είναι σε πολύ χαμηλά επίπεδα και το συντριπτικό ποσοστό του πληθυσμού δεν έχει εκτεθεί ακόμα στον ιό.

Να προσθέσουμε επίσης ότι κατά τον Π.Ο.Υ. το εμβόλιο θα χρειαστεί 12 μήνες ακόμα τουλάχιστον, ενώ φάρμακα που είναι ακόμα σε επίπεδο δοκιμής, επίσης προς το παρόν, δεν φαίνονται αποτελέσματα που θα επηρεάσουν δραματικά την εικόνα της πανδημίας.

Το κριτήριο που δεν ανέφερε ο κ. Τσιόδρας, αλλά το ανέφερε ο κ. Μόσιαλος και ο Π.Ο.Υ. είναι ο έλεγχος των εισαγόμενων περιπτώσεων. Και εδώ βρίσκεται ένα μεγάλο αγκάθι, δεδομένου ότι:

Α) Καμιά σοβαρή επιτήρηση των εισαγόμενων περιπτώσεων δεν υπήρξε μέχρι και αργά στην πορεία του Covid-19 στην χώρα, πλην ελαχίστων περιπτώσεων, ανεξάρτητα από την επικοινωνιακή διαχείριση.

Β) Μιλώντας για άνοιγμα της οικονομίας, στις μέρες μας, όλοι σκέφτονται τον τουρισμό και τη συμβολή του στο ΑΕΠ, καθώς η χώρα καταδικάστηκε από την άρχουσα τάξη της να είναι το γκαρσόνι της Ευρώπης και να εξαρτά την επιβίωσή της από τα τουριστικά κύματα.

Γ) Η κύρια μάζα των τουριστών στη χώρα μας προέρχεται από χώρες που έχουν πληγεί σε σημαντικό βαθμό από το Covid-19 και υπάρχει (και θα υπάρχει) σημαντική διασπορά εντός πληθυσμού. Ακόμα και αν η κυβέρνηση τηρήσει τις προϋποθέσεις των δύο πρώτων κριτηρίων και ελεγχθεί η εντόπια διασπορά, το άνοιγμα των συνόρων θα βάλει σε κίνδυνο όλη τη χώρα για ένα δεύτερο κύμα. Και μάλιστα σε περιοχές με όχι ιδιαίτερα ισχυρό ή και σχεδόν ανύπαρκτο σύστημα υγείας (πολλά νησιά με μοναδική υποδομή υγείας τα αγροτικά ιατρεία) και δυσκολίες διακομιδών.

Ο έλεγχος της πιθανής διασποράς από εισερχόμενα κρούσματα σημαίνει τη δημιουργία ενός μηχανισμού πρωτόγνωρων διαστάσεων για τα δεδομένα της χώρας μας. Σημαίνει την άδεια εισόδου στην χώρα μόνο όσων είναι εφοδιασμένοι με μια υγειονομική βίζα – διαβατήριο. Γνωρίζοντας όλες τις επιστημονικές ενστάσεις για την ανοσία και την πιστοποίησή της και όλα τα ερωτηματικά για την χρήση των τεστ αντισωμάτων, υποστηρίζουμε ότι ο αυστηρός έλεγχος για την είσοδο στη χώρα, είναι η μόνη πρακτική λύση. Κάθε άλλη πολιτική εγκυμονεί κινδύνους για εστίες μετάδοσης, σε περιοχές μάλιστα που δεν έχουν δυνατότητα έγκαιρης διάγνωσης ενώ είναι πολύ εύκολο να υπάρξει τεράστια διασπορά.

Η απόφαση αυτή βέβαια θέτει ζήτημα για τον ελληνικό τουρισμό, απαιτεί άλλες διαστάσεις κρατικής οργάνωσης, αλλά και αντίσταση στις οδηγίες της Κομισιόν που καίγεται να ανοίξουν τα σύνορα στην ΕΕ χωρίς περαιτέρω περιορισμούς και ελέγχους. Είναι όμως η μόνη ασφαλής για τη χώρα μας, εκτός και αν το …καλοκαίρι σκοτώνει τον ιό, πράγμα που δεν έχει αποδειχθεί ακόμα. Διαφορετικά, θα αποδεχτούμε τον κίνδυνο σημαντικών ξεσπασμάτων με όποια επίπτωση για να μη χαθεί η μεγάλη μάζα του τουριστικού ρεύματος.

Τα λοιπά μέτρα του Π.Ο.Υ. (μείωση κινδύνου για ευάλωτες ομάδες, προληπτικά μέτρα για χώρους εργασίας, εμπλοκή κοινότητας) δεν αναφέρονται αναλυτικά, είναι όμως δεδομένο ότι θα πρέπει να γίνουν πράξη. Ειδικά τα μέτρα προστασίας σε χώρους εργασίας δεν πρέπει να μπουν υπό το πρίσμα των εργοδοτικών κερδών και αναγκών. Ήδη η συστηματική παραβίαση των πρωτοκόλλων ασφαλείας σε ιδιωτική δομή υγείας έχει προκαλέσει 5 θανάτους.

Συμπερασματικά, η σταδιακή άρση των μέτρων απαιτεί:

Α) Αύξηση των ελέγχων και πιο πραγματική εικόνα.

Β) Εκ των προτέρων δημιουργία και λειτουργία ενός επαρκούς μηχανισμού ανίχνευσης, ιχνηλάτησης, απομόνωσης και καραντίνας. Οι σημερινές οδηγίες και πρακτική του ΕΟΔΥ δεν ανταποκρίνονται σε αυτή την ανάγκη.

Γ) Στελέχωση και εξοπλισμός του Δημόσιου Συστήματος Υγείας, τόσο στο επίπεδο πρωτοβάθμιας υγείας, όσο και στο επίπεδο νοσηλείας και ΜΕΘ για την αντιμετώπιση πιθανής αύξησης κρουσμάτων. Τα μέχρι τώρα μέτρα απέχουν από το απαιτούμενο.

Δ) Έλεγχος των εισερχομένων στη χώρα. Είσοδος μόνο με πιστοποιητικό ανοσίας από αναγνωρισμένη αρχή.

Ε) Σταδιακή άρση των μέτρων με μεσοδιάστημα 2 εβδομάδων μεταξύ τους.

antapocrisis