Σε μια σαρωμένη από την επιδημία πόλη, λίγες περιοχές χτυπήθηκαν τόσο σκληρά όσο το κέντρο του Κουίνς.

Ο Anil Subba, Νεπαλέζος οδηγός Uber από το Τζάκσον Χάιτς του Κουίνς, πέθανε λίγες μόνο ώρες αφότου οι γιατροί στο νοσοκομείο Ελμχερστ έκριναν ότι ενδεχομένως να είναι αρκετά δυνατός για να τον βγάλουν από τον αναπνευστήρα.

Στην διπλανή γειτονιά, την Κορόνα, ο Edison Forero, 44 ετών από την Κολομβία, εργαζόμενος σε εστιατόριο, εξακολουθούσε να φλέγεται απ’ τον πυρετό όταν ο συγκάτοικός του, του ζήτησε να φύγει από το ενοικιαζόμενο δωμάτιό του, όπως είπε.

Όχι πολύ μακριά από εκεί, στο Τζάκσον Χάιτς, η Raziah Begum, χήρα και νταντά από το Μπαγκλαντές, ανησυχεί ότι θα αρρωστήσει σύντομα. Οι δύο από τους τρεις συγκάτοικούς της έχουν ήδη τα συμπτώματα του Covid-19, της ασθένειας που προκαλείται από τον κορωνοϊό. Όλοι στο διαμέρισμα είναι άνεργοι και τρώνε ένα γεύμα την ημέρα, είπε.

«Πεινάμε πάρα πολύ, αλλά είμαι ακόμα πιο τρομοκρατημένη που θα αρρωστήσω», δήλωσε η κυρία Begum, 53 ετών, που έχει διαβήτη και υψηλή αρτηριακή πίεση.

Σε μια πόλη που καταστρέφεται από τον κορωναϊό, λίγες περιοχές χτυπήθηκαν τόσο όσο το κεντρικό Κουίνς, όπου στα 79 περίπου τετραγωνικά χιλιόμετρα με πυκνούς θύλακες μεταναστών, κατέγραψε πάνω από 7.000 κρούσματα τις πρώτες εβδομάδες της επιδημίας.

Σε όλη τη Νέα Υόρκη, την Πέμπτη υπήρξε ένα σχετικά ενθαρρυντικό σημάδι: Οι εισαγωγές στα νοσοκομεία παρέμειναν σχεδόν στα ίδια επίπεδα για πρώτη φορά από τότε που ξεκίνησε η καραντίνα. Παρ’ όλα αυτά, οι αξιωματούχοι προειδοποίησαν ότι ήταν πολύ νωρίς για να κρίνουν εάν η τάση αυτή θα διατηρούνταν.

Οι θάνατοι συνέχισαν να ανεβαίνουν και η πολιτεία έφτασε σε ένα νέο ημερήσιο ρεκόρ, στους 799, σύμφωνα με στοιχεία που κυκλοφόρησαν την Πέμπτη.

Ο κυβερνήτης Φίλιπ Μέρφι του Νιου Τζέρσεϋ, στο οποίο υπήρξαν περισσότεροι θάνατοι από οποιαδήποτε άλλη πολιτεία εκτός της Νέας Υόρκης, δήλωσε επίσης ότι η καμπύλη της μόλυνσης φαίνεται να βελτιώνεται στην πολιτεία του. Αυτός και ο κυβερνήτης Άντριου Κουόμο της Νέας Υόρκης είπαν ότι τα μέτρα κοινωνικής αποστασιοποίησης θα πρέπει να παραμείνουν σε ισχύ για να διατηρηθεί αυτή η αρχική πρόοδος.

Τον τελευταίο μήνα, που ο ιός επεκτάθηκε στη Νέα Υόρκη, πήρε στο διάβα του πλούσιους και φτωχούς, διάσημους και ανώνυμους. Αλλά καθώς ο αριθμός των νεκρών αυξάνεται, η μόλυνση αποκαλύπτει τις μεγάλες ανισότητες της πόλης, διαδιδόμενος πολύ γρηγορότερα στις γειτονιές μεταναστών εργατών απ’ ότι στις υπόλοιπες.

Μια ομάδα γειτονικών συνοικιών – Κορόνα, Έλμχερστ, Ανατολικό Έλμχερστ και Τζάκσον Χάιτς – έχουν αναδειχθεί ως το επίκεντρο της έκρηξης της Νέας Υόρκης.

Από την Τετάρτη, αυτές οι κοινότητες, με συνολικό πληθυσμό περίπου 600.000, είχαν καταγράψει περισσότερες από 7.260 κρούσματα κορωνοϊού, σύμφωνα με στοιχεία του τμήματος Υγιεινής και Ψυχικής Υγείας της Νέας Υόρκης. Το Μανχάταν, με σχεδόν τριπλάσιο πληθυσμό, εμφάνισε περίπου 10.860 περιπτώσεις.

Οι υγειονομικοί υπάλληλοι δεν έχουν δημοσιοποιήσει δεδομένα σχετικά με τη φυλή ή την εθνότητα των ασθενών και οι υπάλληλοι του Τμήματος Πολεοδομίας προειδοποίησαν ότι δεν πρέπει να βγουν συμπεράσματα βασισμένα από τους ταχυδρομικούς κώδικες που συνοδεύουν τις νοσοκομειακές εισαγωγές. Για αυτό και η πόλη δημοσιοποίησε περιορισμένες πληροφορίες σχετικά με τα στατιστικά στοιχεία των κρουσμάτων.

Ωστόσο, οι εργαζόμενοι στην υγειονομική περίθαλψη και οι ηγέτες της κοινότητας λένε ότι είναι αναμφισβήτητο πως η πανδημία έχει επηρεάσει δυσανάλογα τους Λατίνους εργάτες, τους εργαζόμενους σε εστιατόρια και καθαριότητα, που αποτελούν το μεγαλύτερο μερίδιο του πληθυσμού σε μια περιοχή που συχνά υμνείται ως ένα από τα πιο πολυπολιτισμικά μέρη της γης. Οι Λατίνοι αποτελούν το 34% των θανάτων στη Νέα Υόρκη, το μεγαλύτερο ποσοστό οποιασδήποτε φυλετικής ή εθνοτικής ομάδα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσαν κρατικοί αξιωματούχοι την Τετάρτη.

Οι γειτονιές έχουν επίσης μεγάλες κοινότητες Ινδών, Μπαγκλαντεσιανών, Κινέζων, Φιλιππινέζων και Νεπαλέζων, καθώς και μια σειρά από άλλες εθνικότητες που έχουν καταστραφεί από την πανδημία.

Το νοσοκομείο του Έλμχερστ στο κέντρο της πόλης ήταν ένα από τα πρώτα και απ’ τα πιο χτυπημένα από τον ιό. Δεκάδες ασθενείς με Covid-19 έχουν φράξει τους διαδρόμους καθώς περιμένουν κρεβάτια, τρομοκρατημένοι, μόνοι τους και συχνά ανίκανοι να επικοινωνήσουν στα Αγγλικά.

«Είμαστε το επίκεντρο του επικέντρου», δήλωσε ο δημοτικός σύμβουλος Ντάνιελ Ντρομ, ο οποίος εκπροσωπεί το Έλμχερστ και το Τζάκσον Χάιτς. Λύγισε καθώς μετρούσε τις απώλειες, οι οποίες περιλάμβαναν πέντε φίλους και κάποιες δεκάδες εκλογέων του. «Έχει κλονιστεί όλη η γειτονιά», είπε.

Οι αρμόδιοι της πόλης και της πολιτείας, ανακοινώνοντας τον καθημερινό αριθμό θανάτων, δεν αποκαλύπτουν πού ακριβώς συμβαίνουν. Ωστόσο, οι ηγέτες και οι οργανωτές κοινοτήτων έχουν κάνει τους δικούς τους υπολογισμούς, ανοίγοντας ένα παράθυρο στον δυσανάλογο αντίκτυπο του ιού στις κοινότητες των μεταναστών. Μερικά από τα πιο διάσημα ονόματα στα Κουίνς περιλαμβάνουν τον Επίσκοπο Αντόνιο Τσέκο, έναν πάστορα στην Επισκοπική Εκκλησία του Αγίου Μάρκου στο Τζάκσον Χάιτς, την Λορίνα Μπόρχας, τρανσέξουαλ ακτιβίστρια και τον Καμάλ Αχμέντ, πρόεδρο της κοινότητας του Μπαγκλαντές.

Η ένωση εργαζομένων στα ταξί της Νέας Υόρκης, δήλωσε ότι 28 οδηγοί έχουν πεθάνει – η συντριπτική τους πλειονότητα είναι μετανάστες που ζουν στο Κουίνς. Το Make the Road New York, οργάνωση νομικής υπεράσπισης των Λατίνων εργατών της περιοχής, δήλωσε ότι οκτώ από τα μέλη της στο Κουίνς είχαν πεθάνει. «Μια τραγωδία εξελίσσεται», δήλωσε ο συν-διευθυντής, Ξαβιέ Βαλντέζ.

Η κρίση έχει μεταμορφώσει τη γειτονιά. Η λεωφόρος Ρούζβελτ, η ζωτική εμπορική αρτηρία που σε φυσιολογικές συνθήκες πήζει από εστιατόρια τάκος, πάγκους με αρέπα (στμ κολομβιανό μπέργκερ), υπαίθρια «σαλόνια» αισθητικής και καταστήματα που πωλούν εφημερίδες σε δεκάδες γλώσσες, έχει ερημώσει. Η ανοίκεια σιωπή διακόπτεται εναλλάξ από σειρήνες και το κροτάλισμα των τρένων στις υπερυψωμένες ράγες.

Κάποιοι λίγοι πωλητές του δρόμου επέστρεψαν, αλλά τώρα πουλάνε μάσκες και φορούν ολόσωμες φόρμες προστασίας. Με τις εκκλησίες και τα τζαμιά κλειστά, οι οικογένειες των νεκρών μπορούν να θρηνήσουν μόνο στο σπίτι.

Η υπερβολική πληθυσμιακή πυκνότητα που χαρακτηρίζει αυτό το κομμάτι του Κουίνς ενδέχεται να ήταν και η αιτία του δράματός του. Οι γιατροί και οι ηγέτες της κοινότητας λένε ότι η φτώχεια, τα υπερκορεσμένα διαμερίσματα και η αδράνεια της κυβέρνησης άφησαν τους κατοίκους ιδιαίτερα ευάλωτους στον ιό.

«Δεν νομίζω ότι η πόλη επικοινώνησε σωστά το μέγεθος του κινδύνου», δήλωσε η Κλόντια Ζαμόρα, προσωρινή αναπληρώτρια διευθύντρια της New Immigrant Community Empowerment, ομάδας υπεράσπισης και κέντρο εργασίας στο Τζάκσον Χάιτς.

Στις αρχές Μαρτίου, είπε, αξιωματούχοι υγείας της πόλης έστειλαν φυλλάδια με συμβουλές για το πλύσιμο των χεριών, αλλά όχι τους κοινωνικούς λειτουργούς και τις πολύγλωσσες αφίσες που θα μπορούσαν να είχαν κάνει κατανοητό τον επικείμενο κίνδυνο.

Πλέον υπάρχουν και άρρωστοι εργάτες όπως ο Άνχελ, 39 ετών, εργάτης οικοδομών από τον Ισημερινό, ο οποίος ζήτησε να χρησιμοποιηθεί μόνο το όνομά του λόγω της μεταναστευτικής του κατάστασης.

Όπως και πολλοί άλλοι, είπε ότι εργαζόταν σε ένα εργοτάξιο στο Μανχάταν έως ότου αρρώστησε. Είπε ότι τον έδιωξαν από το νοσοκομείο Έλμχερστ επειδή τα συμπτώματά του δεν θεωρήθηκαν απειλητικά για τη ζωή του και ότι υποφέρει στο διαμέρισμα του στην Κορόνα, το οποίο μοιράζεται με άλλους τρεις εργαζόμενους. «Δεν έχω κανέναν να με βοηθήσει», είπε.

Οι αξιωματούχοι της πόλης απορρίπτουν τον υπαινιγμό ότι άφησαν τις γειτονιές των μεταναστών στο έλεος της τύχης τους. Το υπουργείο Υγείας, δήλωσαν οι αξιωματούχοι, δημιούργησε ενημερωτικά δελτία για τον κορωναϊό σε 15 γλώσσες. Οι υπάλληλοι διοργάνωσαν πολύγλωσσες δημόσιες εκστρατείες στους σταθμούς του μετρό και στην τηλεόραση και παρείχαν συνεχή ενημέρωση στα εθνικά μέσα, συμπεριλαμβανομένης της ανάγκης κοινωνικής αποστασιοποίησης.

Ο Ρόνι Μπαρτζόλα, ένας 28χρονος Εκουαδοριανός Αμερικανός από το γειτονικό Κιού Γκάρντενς, ο οποίος εργάζεται για την υπηρεσία διανομής τροφίμων Caviar, είναι ένας από τους λίγους τυχερούς που έχουν ακόμα δουλειά. Λούζει τα χέρια του με απολυμαντικό καθ’ όλη τη διάρκεια της ημέρας, αλλά ανησυχεί για τη μητέρα και την αδελφή του. Και οι δύο είναι άρρωστες στο σπίτι, χωρίς τη δυνατότητα να ελεγχθούν. «Είναι αδύνατο να απομονωθεί κανείς όταν μοιραζόμαστε όλοι το ίδιο διαμέρισμα», είπε.

Ο κύρος Σούμπα, ένας επί χρόνια οδηγός για υπηρεσίες, όπως η Uber και η Via, σταμάτησε να οδηγεί τον περασμένο μήνα, αφότου πήρε έναν άρρωστο επιβάτη σε κούρσα, είπε ένας ξάδερφος του, ο Μιουνίντρα Νεμπάγκ, ο οποίος πρόσθεσε ότι ο κ. Σούμπα, 49 ετών, ήταν διαβητικός. Η σύζυγός του και δύο από τα παιδιά του μολύνθηκαν επίσης.

Εκατοντάδες ακόμα μετανάστες από το Νεπάλ είναι άρρωστοι, ανέφερε, συμπεριλαμβανομένου κι άλλου οδηγού της Uber, ο οποίος πέθανε την Τετάρτη. «Κάποιοι είναι στη ΜΕΘ, μερικοί σε αναπνευστήρα, άλλοι βρίσκονται στην ουρά περιμένοντας», δήλωσε ο κ. Νεμπάγκ. «Νιώθουμε πολύ λυπημένοι».

Πολλοί κάτοικοι είχαν προβλήματα υγείας πολύ πριν έρθει ο κορωνοϊός. Ο Δρ. Ντέιβ Κόσκι, επικεφαλής αξιωματούχος υγείας της New York City Health and Hospitals Corporation, δήλωσε ότι τα ποσοστά διαβήτη, υψηλής αρτηριακής πίεσης και άλλων χρόνιων παθήσεων στο κεντρικό Κουίνς ήταν σε σημαντικά υψηλότερα επίπεδα από τον μέσο όρο της πόλης.

Λόγω της κρίσης, πολλοί κάτοικοι δεν έχουν ασφάλιση υγείας και εξαρτώνται από τα δημόσια νοσοκομεία, ακόμα και για διαγνωστικές διαδικασίες ρουτίνας, δήλωσε η Νταϊάνα Μπαρόν, γιατρός στο Grameen VidaSana, μια κλινική στο Τζάκσον Χάιτς για γυναίκες που βρίσκονται στη χώρα παράνομα.

«Τους λένε να παραμείνουν στο σπίτι και να καλέσουν το γιατρό τους», είπε, αναφερόμενος στις κατευθυντήριες γραμμές για τους ανθρώπους που πιστεύεται ότι έχουν κορωνοϊό. «Αλλά δεν έχουν γιατρό. Φοβούνται και πηγαίνουν στα επείγοντα».

Η Πατρίτσια Ριβέρα, μεξικανή μετανάστρια, δήλωσε ότι κρατούσε αποστάσεις από το σπίτι της μητέρας της στο Ανατολικό Έλμχερστ, καθώς ο ιός πρόσβαλλε επτά από τους ενοίκους του τον περασμένο μήνα, μολύνοντας τους όλους εκτός από έναν. Αλλά τότε η μητέρα της, που αγωνιζόταν να αναπνεύσει, έπρεπε να μεταφερθεί στο νοσοκομείο.

Η κ. Ριβέρα, 38 ετών, την πήγε στο Ιατρικό Κέντρο του Flushing Hospital, αλλά επέστρεψε στο σπίτι ανησυχώντας ότι θα μολύνει το δικό της γεμάτο σπίτι, το οποίο περιλαμβάνει και έναν θείο 70 ετών. Βρήκε μερικές μάσκες τύπου N95 που δόθηκαν σε έναν νεαρό του σπιτιού σε μια οικοδομική εργασία και τις έδωσε στην οικογένειά της.

«Όλοι νιώθουμε φόβο», είπε η κυρία Ριβέρα, η οποία εργάζεται σε ένα πλυντήριο, μεταφέροντας ρούχα από και προς τα σπίτια σε καραντίνα.

Για πολλούς, ο φόβος να αρρωστήσουν ενισχύεται από την προοπτική να μείνουν άστεγοι. Η 33χρονη Γιοχάνα Μαρίν, σερβιτόρα από το Τζάκσον Χάιτς, δήλωσε ότι πέρασε αρκετές μέρες στο νοσοκομείο.

«Νόμιζα ότι θα πέθαινα και δεν θα έβλεπα ξανά την οικογένειά μου στην Κολομβία», είπε.

Όταν βγήκε, είπε, η ιδιοκτήτρια που της ενοικίαζε ένα δωμάτιο αρνήθηκε να την αφήσει να μείνει εκεί. Η κ. Μαρίν βρήκε καταφύγιο στο διαμέρισμα μιας θείας που, όπως λέει, την πιέζει τώρα να φύγει.

Ο κ. Ντρομ, δημοτικός σύμβουλος, δήλωσε ότι τέτοιες ιστορίες ήταν όλο και συχνότερες και κάλεσε την πόλη να μετατρέψει τα κενά δωμάτια ξενοδοχείων σε προσωρινή στέγη για όσους βγήκαν από τα νοσοκομεία ή για ασθενείς με ήπια συμπτώματα τα οποία κινδύνευαν να μολύνουν άλλους. Δημοτικοί υπάλληλοι της πόλης λένε ότι εργάζονται για την αντιμετώπιση του προβλήματος.

Η πρόκληση της διαχείρισης των νεκρών είναι σημαντική, καθώς οι αρχές συζητούν την εκσκαφή προσωρινών τάφων και οι οικογένειες καλούν τα προξενεία για να τους βοηθήσουν να επαναπατρίσουν τους νεκρούς στις χώρες καταγωγής τους.

Εν τω μεταξύ, οι ανάγκες των ζωντανών συνεχίζουν να αυξάνονται. Χιλιάδες έχουν χάσει τη δουλειά τους, και οι μετανάστες χωρίς έγγραφα παραμονής έχουν αποκλειστεί από τη βοήθεια της ομοσπονδιακής κυβέρνησης.

Σε μια αποθήκη τροφίμων στην κοντινή περιοχή Φλάσινγκ, η οποία έχει δημιουργηθεί από τον μη κερδοσκοπικό οργανισμό La Jornada, η μεγάλη πλειοψηφία των ωφελούμενων ήταν, μέχρι πρόσφατα, ανύπαντρες μητέρες. Τώρα τα δύο τρίτα είναι άντρες που προσπαθούν να θρέψουν τις οικογένειές τους, δήλωσε ο διευθυντής του, Πέδρο Ροντρίγκεζ, ο οποίος ανησυχεί ότι ο αριθμός των ανέργων κατοίκων, θα αποδειχθεί σύντομα συντριπτικός. «Έρχεται τσουνάμι», λέει.

Παρά την αυξανόμενη απελπισία, πολλοί βρίσκουν τρόπους να βοηθήσουν τους άλλους. Μεξικανές γιαγιάδες μοιράζονται συνταγές για παραδοσιακές θεραπείες βοτάνων, πακιστανοί οδηγοί παραδίδουν σπιτικά γεύματα και εθελοντές από το Νεπάλ – συμπεριλαμβανομένου του κ. Νεμπάγκ, του ξαδέλφου του οδηγού που πέθανε – διανέμουν προστατευτικά μέσα σε όσους πρέπει να συνεχίσουν να εργάζονται.

Για χιλιάδες ανθρώπους, ωστόσο, η ζωή έχει περιοριστεί στις διαστάσεις των μικρών ενοικιαζόμενων δωματίων.

Η κυρία Μπέγκαμ, η πρώην νταντά από το Μπαγκλαντές, είπε ότι είναι γεμάτη φόβο. Περνά τις μέρες της καθαρίζοντας το μπάνιο του διαμερίσματος και αποφεύγοντας τους άρρωστους συγκατοίκους της. Ο ιδιοκτήτης απαιτεί το ενοίκιο του Απριλίου και απειλεί με έξωση.

Για βοήθεια, η κ. Μπέγκαμ στρέφεται στο Κοράνι δίπλα στο κρεβάτι της. «Προσεύχομαι κάθε μέρα», λέει. «Προσεύχομαι ο κορωνοϊός να φύγει από την Αμερική».

Πηγή: New York Times

Μετάφραση: antapocrisis

antapocrisis