Οι πανδημίες δεν ταιριάζουν στο καπιταλιστικό μοντέλο του κέρδους. Τα συμφέροντα παραμελούν την έρευνα και την εξέλιξη στον τομέα αυτό.

Όταν τα συμφέροντα επαινούν τον εαυτό τους, θα πρέπει να είμαστε προσεχτικοί: “Ποτέ πριν οι φαρμακευτικές εταιρείες και τα ερευνητικά ινστιτούτα δεν αντέδρασαν τόσο γρήγορα σε μια ασθένεια όσο στον νέο κορονοϊό SARS-CoV-2, που προκαλεί την λοίμωξη Covid-19” αυτοεπαινείται ο σύνδεσμος ερευνητών κατασκευαστών φαρμάκων (Verband Forschender Arzneimittelhersteller , VFA), ο οποίος ιδρύθηκε πρόσφατα από την Bayer. “Αντέδρασαν”, αυτό είναι το ζητούμενο. Οι προληπτικές δράσεις δεν παράγουν κέρδος. Αλλά το 2002 με την εξάπλωση του πρώτου ιού SARS-CoV η κατάσταση έμοιαζε διαφορετική. Τότε, όπως και τώρα, υπήρχε ιδιαίτερη κινητικότητα στα εργαστήρια. 14 εταιρείες έκαναν έρευνα για θεραπείες, όπως ανέφερε το περιοδικό Pharmaceutical & Diagnostic Innovation το 2003. Αλλά δεν κράτησαν πολύ. Αφού πέρασε ο πρώτος ενθουσιασμός, οι περισσότεροι παραγωγοί σταμάτησαν τις προσπάθειές. Το αργότερο κατά την κλινική δοκιμή των υποψηφίων σκευασμάτων, οι περισσότεροι απέφυγαν τις αναγκαίες επενδύσεις.

Προοπτικές κέρδους

Η παραγωγή φαρμάκων για μια επιδημία, η οποία μπορεί να χτυπήσει μια φορά στα δέκα-δεκαπέντε χρόνια μπορεί όμως και όχι, προσφέρεις στις φαρμακοβιομηχανίες ελάχιστα περιθώρια κέρδους. Ο Vasant Narasimhan, ο διευθυντής του ελβετικού φαρμακευτικού κολοσσού Novartis, παραδέχθηκε τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει η φαρμακοβιομηχανία με τέτοια φαινόμενα όπως ο κορονοϊός: “Ο έλεγχος της επιδημίας είναι το σημαντικό σήμερα, για ένα εμβόλιο θα πρέπει να περιμένουμε τουλάχιστον ένα χρόνο” δήλωσε σε μία του συνέντευξη στο CNBC στις 29 Ιανουαρίου. Στην ερώτηση της δημοσιογράφου Julianna Tatelbaum, εάν η βιομηχανία με βάση τις επιδημίες των τελευταίων ετών, όπως του SARS-CoV-1, της γρίπης των πτηνών ή της γρίπης των χοίρων, θα έπρεπε να κάνει κάτι άλλο από το να αντιδράει απλά και να στοχεύσει στο να προλάβει τους ιούς, έδωσε μια ξεκάθαρη απάντηση. “Όταν ξεσπούν αυτές οι επιδημίες, υπάρχει αυξημένο ενδιαφέρον… αλλά μετά το ενδιαφέρον χάνεται και οι επενδυτές αποσύρονται” δήλωσε ο Narasimhan, εξηγώντας την αδράνεια των μεγάλων φαρμακευτικών στον τομέα αυτό.

Τα τελευταία χρόνια όλο και περισσότερες εταιρείες αποσύρονται από τον επιχειρησιακό τομέα των λοιμωδών νοσημάτων. Η Bayer εγκατέλειψε τον τομέα αυτόν της έρευνας ήδη από το 2004.  Η εταιρεία άφησε τον τομέα των αναπνευστικών νοσημάτων ακόμα νωρίτερα, όπως επίσης και την έρευνα νέων αντιβιοτικών. Την περίοδο εκείνη ακολούθησε μια νέα στρατηγική. Από τότε και στο εξής αφοσιωθηκε σε “υψηλής σημασίας” πρότζεκτ που υπόσχονται πολλά κέρδη, όπως στα φάρμακα κατά του καρκίνου, και περιόρισε την προσφορά της σε φάρμακα. “Με τα προϊόντα μας πρέπει να κερδίζουμε χρήματα. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να μην παράγονται όλα τα φάρμακα που χρειαζόμαστε”. Με αυτά τα λόγια περιέγραψε ο τέως πρόεδρος της Bayer (από το 2010 έως το 2016) Marijn Dekkers την πολιτική οικονομία της αγοράς φαρμάκων.

Εδώ και καιρό η εταιρεία είχε βάλει την τροπική ιατρική στο ράφι. Αλλά τώρα γυρίζει στο παρελθόν της: Το φάρμακο για την ελονοσία Resochin, με την πατενταρισμένη από το 1937 ουσία χλωροκίνη, αποτελεί μέρος των σχεδόν 80 σκευασμάτων που ελέγχονται την στιγμή αυτή ως πιθανές θεραπείες ενάντια στον SARS-CoV-2. Ακόμα και αν αν ο ΠΟΥ αλλά και ο διευθυντής λοιμωξιολογίας του πανεπιστημιακού νοσοκομείου του Βερολίνου Christian Drosten δείχνουν να έχουν αμφιβολίες με βάση τα μέχρι τώρα αποτελέσματα, η καθυστερημένη καριέρα του φαρμάκου δείχνει πόσο σημαντικό θα ήταν να μην είχε κλείσει το συγκεκριμένο τμήμα.

“Το επόμενο Viagra”

Αλλά ο παγκόσμιος παίκτης μόνο τότε θα λειτουργήσει ξανά το τμήμα τροπικής ιατρικής, όταν θα μπορεί να βασιστεί στην κρατική στήριξη. Η εταιρεία προχώρησε με χρήματα του ινστιτούτου Bill & Melinda Gates (BMGF) στην έρευνα ενός καινούργιου φαρμάκου για την ελονοσία. Και ο CEO της Novartis ξέρει καλά την απάντηση στην ερώτηση “πως θα φροντίσετε να συνεχιστεί η επένδυση όταν θα πέσει το ενδιαφέρον για την πανδημία;”: Ο William Gates, ο ιδρυτής της Microsoft και δισεκατομμυριούχος, με το ίδρυμά του και την “Ένωση για Καινοτομίες στην Πρόληψη Επιδημιών” (Coalition for Epidemic Preparedness Innovations, CEPI), την οποία έχει συνιδρύσει.

Το BMGF σίγουρα δεν θεωρεί τσάμπα τον εαυτό του ως «γέφυρα» μεταξύ του δημόσιου και του ιδιωτικού τομέα, η οποία θέλει να ενθαρρύνει με τα εκατομμύρια του τις πολυεθνικές (συχνά εκείνες για τις οποίες κατέχει το ίδιο μετοχές), να μην επενδύουν μόνο στο καινούργιο Viagra. Με αυτόν τον τρόπο, αναλαμβάνει πραγματικά λειτουργία πλυντηρίου που εξασφαλίζει ότι όλα θα παραμείνουν όπως έχουν.

Αλλά αυτό δεν μπορεί να συνεχιστεί έτσι. Ακόμα και η Frankfurter Allgemeine Zeitung πέταξε στις αρχές Μαρτίου την ερώτηση που είχε ήδη θέσει το British Medical Journal  στο παρελθόν: μήπως ήρθε η ώρα να κρατικοποιήσουμε τις φαρμακευτικές; Οι αρθρογράφοι Jürgen Kaube και Joachim Müller-Jung, με βάση την προφανή αποτυχία της αγοράς, απαντούν τουλάχιστον εν μέρει θετικά: “εάν το αναγκαίο σήμερα για την προστασία της δημόσιας και προσωπικής ζωής δεν μπορεί να αναληφθεί από εταιρείες, τότε οι συνεργασίες του δημοσίου και του ιδιωτικού τομέα – για να το θέσουμε πιο φιλικά – είναι αναπόφευκτες” γράφουν. Οι δυο τους δεν θέλουν να χρησιμοποιήσουν επιθετικές εκφράσεις και να μιλήσουν για κρατικοποιήσεις. Ο σύνδεσμος “Συντονισμός ενάντια στη απειλή της Bayer” (Coordination gegen Bayer-Gefahren) δεν πρέπει να αφήσει αυτήν την άποψη να επικρατήσει: Η κρίση το κορονοϊού έδειξε για άλλη μια φορά ότι τα φαρμακευτικά συμφέροντα πρέπει να τεθούν υπό κοινωνικό έλεγχο.

Πηγή: JungeWelt

Μετάφραση: antapocrisis.gr