ή ο τρόμος και η αθλιότητα του μπουρδο-φιλελευθερισμού…

Του Γιάννη Κιμπουρόπουλου

Τελικά, οφείλουμε κάτι σημαντικό σ’ αυτό το μικροσκοπικό κι αόρατο πραγματάκι που δεν ξέρουμε ακόμη πώς τρύπωσε μέσα μας, κυριολεκτικά και μεταφορικά, κι απειλεί να κατακλύσει –αλλά όχι απαραίτητα να καταλύσει– τα σώματα του 60-70% του παγκόσμιου πληθυσμού. Οφείλουμε στον Covid-19 –που ίσως του αξίζει ένα καλύτερο όνομα, είναι κρίμα να προκαλείς τόσο παγκόσμιο σαματά και να σε βαφτίζουν με πέντε αρχικά και δύο νούμερα–, του οφείλουμε λοιπόν το ξεβράκωμα και τον εξευτελισμό οικονομικών δογματισμών που κυριάρχησαν στον κόσμο για τουλάχιστον τέσσερις δεκαετίες, αλλάζοντας τα φώτα στον πλανήτη και στην ανθρωπότητα.

Οφείλουμε στον κορονοϊούλη
μας την αποκάλυψη της γύμνιας του νεοφιλελευθερισμού και της απάτης του μονεταρισμού, που έπειτα από μισό αιώνα ιδεολογικού και πολιτικού μονοπωλίου σκάνε σαν τσιχλόφουσκα στα μούτρα των εμπνευστών τους (όσων ακόμη ζουν) και των ζηλωτών τους (που δυστυχώς ζουν και βασιλεύουν). Οφείλουμε στην επιδημία, που έγινε πανδημία και μπορεί να εξελιχθεί στη χειρότερη κρίση του νέου αιώνα, την αποκάλυψη του τρόμου και της αθλιότητας του μπουρδο-φιλελευθερισμού, γιατί σε αυτό συντίθενται τελικά τα δύο ρεύματα οικονομικής «σκέψης» (απερισκεψίας ή ολικής άνοιας, θα έλεγα εγώ, εξ ου και το «μπουρδο-φιλελευθερισμός» – δικής μου επινόησης, μην ψάχνετε σε λεξικά και βικιπέντιες) που κατέκλυσαν κάθε αρμό εξουσίας από τη Δύση στην Ανατολή, από τον Βορρά στον Νότο, σε κάθε κυβέρνηση, κάθε κόμμα εξουσίας, κάθε κεντρική τράπεζα, κάθε διεθνή οργανισμό, κάθε μηχανισμό και θεσμό της αγοράς και της οικονομίας.

Περιδεείς –κανονικά χεσμένοι δηλαδή–
, άβουλοι, χαμένοι, μπερδεμένοι οι ρέκτες του μπουρδο-φιλελευθερισμού –μπάμπηδες, μπογδανόπουλα, μακρόνηδες, τζιμερόπληκτοι, αδωνοϊοί, στουρνάρια, για να μιλήσουμε μόνο για μερικές εγχώριες, γραφικές εκδοχές του είδους που αποτελεί τη χειρότερη ιδεολογική πανδημία που έχει πλήξει την ανθρωπότητα–, όλοι οι μπουρδο-φιλελεύθεροι, λοιπόν, είτε γλείφουν ό,τι έφτυναν εδώ και χρόνια είτε απλώς αποδέχονται σιωπηλά, σαν βάλσαμο, τις τεράστιες δόσεις «κρατισμού» κατά της πανδημίας.

Τώρα, είμαστε όλοι κρατιστές, έτσι κουφαλίτσες; Πού είναι οι αποτελεσματικές και πάνσοφες αγορές σας, λεβέντες; Πού έχει λουφάξει η «επινοητική» επιχειρηματικότητα που «η μόνη κοινωνική της ευθύνη είναι να δημιουργεί κέρδη για τους μετόχους της» (Φρίντμαν); Πού εξαφανίστηκαν οι φιλελεύθερες βεβαιότητες ότι «όσο περισσότερο το κράτος σχεδιάζει, τόσο περισσότερο δυσκολεύει τα άτομα να σχεδιάσουν» (Χάγεκ); «Πού είναι το κράτος;!», κραυγάζουν τώρα αγωνιωδώς οι αντικρατιστές που ήθελαν να το συρρικνώσουν, να το εξαφανίσουν, να ξεπουλήσουν κάθε παραγωγικό του βραχίονα, να ακρωτηριάσουν κάθε δημιουργικό του αρμό, να αποδυναμώσουν κάθε κοινωνικά αναντικατάστατη υπηρεσία του – και το έχουν κάνει ήδη, δυστυχώς, σε βαθμό καταστροφικό, επιτρέποντας στον κορονοϊούλη να παραλύσει συστήματα υγείας και προστασίας του πληθυσμού από την επιδημία.

«Είμαστε όλοι κρατιστές» τώρα, με τρόπο που δεν ήμασταν ούτε καν στην κρίση του 2008, θεωρητικώς τη χειρότερη από το 1929. Αγορές, μέτοχοι, κεντροτραπεζίτες, τραπεζίτες, golden boys and girls, πολυεθνικές, επιχειρηματικά λόμπι, οργανισμοί της καπιταλιστικής διεθνούς, νεοφιλελεύθεροι, «μεταρρυθμιστές», αντικρατιστές, ακροδεξιοί, κεντροδεξιοί, κεντροαριστεροί, δισεκατομμυριούχοι, κερδοσκόποι, ραντιέρηδες, πλούσιοι, νεόπλουτοι, μικρομεσαίοι, ελίτ, τάξεις και στρώματα που είχαν αποκτήσει αλλεργία σε κάθε τι κρατικό, γραφειοκράτες και τεχνοκράτες που φιλοτέχνησαν και υπηρέτησαν με τόσο ζήλο τα δόγματα της δημοσιονομικής λιτότητας και του απεχθούς πληθωρισμού, εκλιπαρούν τώρα για μεγάλες, θηριώδεις δόσεις κράτους. Τεράστιες δόσεις δημόσιων δαπανών και χρήματος. Αφθονου, φτηνού χρήματος, ακόμη και πληθωριστικού. Χρήματος σκορπισμένου από το ελικόπτερο, κατατεθειμένου στους λογαριασμούς των επιχειρήσεων, ει δυνατόν παραδοτέου με ντιλίβερι στα σπίτια των νοικοκυριών.

Το συνονθύλευμα τ
ου μπουρδο-φιλελευθερισμού θέλει από το κράτος τα πάντα και τα θέλει τώρα. Οι κεντρικές τράπεζες να τυπώσουν και να μοιράσουν άφθονο χρήμα, σε κάθε εκδοχή. Οι εμπορικές τράπεζες να απαλλαγούν από την υποχρέωση να κυνηγήσουν ανελέητα τους «κόκκινους» δανειολήπτες και οι εποπτικοί μηχανισμοί να ξεχάσουν τους υπερφίαλους σχεδιασμούς για δραστική μείωση των μη εξυπηρετούμενων δανείων. Οι κυβερνήσεις να αυξήσουν χωρίς φειδώ τις δημόσιες δαπάνες τους, να κάνουν κάθε επένδυση που περνάει απ’ το μυαλό τους – τρύπες στα οδοστρώματα και ταυτόχρονη βούλωμά τους, κατά το κλασικό ρουζβελτιανό παράδειγμα. Στάχτη και μπούλμπερη τα μηδενικά και τα χαμηλά ελλείμματα, στον διάβολο το Σύμφωνο Σταθερότητας, όχι ευελιξία, εξάρθρωση ει δυνατό να υποστεί. Πλεονάσματα; Τι είναι αυτό; Ποιος διεστραμμένος νους τα σκέφτηκε;

Οι κυβερνήσεις πρέπει να γίνουν τρυφερές, τα κράτη γενναιόδωρα. Να πληρώσουν αδρά τις έρευνες για το εμβόλιο και τις θεραπείες. Να ενισχύσουν τα συστήματα υγείας – τα ιδιωτικοποιούμε αργότερα, βρε αδερφέ. Να καλύψουν τις ζημιές των επιχειρήσεων, να τους παγώσουν τα χρέη, να τους πληρώσουν τις ασφαλιστικές υποχρεώσεις, να επιδοτήσουν την τόνωση του τζίρου τους. Και, ει δυνατό, τα κράτη το βράδυ να στέκονται στο προσκέφαλο των τρομαγμένων οικονομικών ελίτ και να τις νανουρίζουν γλυκά: «Κοιμηθείτε, αγγελούδια μου, κρίση είναι, θα περάσει, η μαμά είναι εδώ να σας πάρει τον πυρετό, να αντιμετωπίσει τον κορονοϊό, να σας διώξει τους εφιάλτες, θα ξυπνήσετε ένα πρωί κι όλα θα είναι στη θέση τους, ο καπιταλισμός κραταιός, οι ισολογισμοί σας καθαροί, οι μετοχές σας στα ύψη, η μαμά είναι εδώ και θα σας σώσει ακόμη κι αν χρειαστεί να ξεπουλήσει το τελευταίο της προικιό. Η μαμά είναι εδώ, στο πλάι σας, και για ό,τι είπατε σε βάρος της, για το βρισίδι που της ρίξατε, δεν σας κρατάει κακία, νερό κι αλάτι».

ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ

Αν το υπουργείο Οικονομικών αποφάσιζε να γεμίσει φιάλες με τραπεζογραμμάτια, να τις θάψει σε κατάλληλο βάθος σε μη χρησιμοποιούμενα ανθρακωρυχεία, τα οποία ύστερα γέμιζε με απορρίμματα των πόλεων και επέτρεπε στις ιδιωτικές επιχειρήσεις, σύμφωνα με τις γνωστές αρχές του laissez-faire, να ξεθάψουν τα τραπεζογραμμάτια πάλι (αφού αποκτήσουν, βεβαίως, το δικαίωμα να το κάνουν, υποβάλλοντας προσφορές σε πλειοδοτικό διαγωνισμό), δεν θα υπήρχε πλέον ανεργία και, με τη συνδρομή των επιπτώσεων, το πραγματικό εισόδημα της κοινωνίας καθώς επίσης και ο πλούτος της θα αυξάνονταν, πιθανώς αρκετά περισσότερο από ό,τι σήμερα. Θα ήταν, ασφαλώς, λογικότερο να ανεγερθούν οικίες και να γίνουν ανάλογα έργα, αλλά αν υπάρχουν πολιτικές και πρακτικές δυσκολίες γι’ αυτό, τα παραπάνω θα ήταν καλύτερα από το τίποτε.

John Maynard Keynes, «Η γενική θεωρία της απασχόλησης, του τόκου και του χρήματος»