Του Γεράσιμου Λιβιτσάνου

«Εθνική ενότητα»: Ο Μητσοτάκης τα έδωσε όλα στον Τραμπ και οι Τσίπρας- Γεννηματά και λοιποί στηρίζουν την «εθνική γραμμή» με επιμέρους κριτική

Επίκαιρη όσο και επιτακτικά αναγκαία είναι η ανάπτυξη ενός κινήματος «απροθυμί­ας» και αντίστασης στη συμ­μετοχή στα ιμπεριαλιστικά σχέδια ΗΠΑ-ΝΑΤΟ και ΕΕ που θα βρε­θεί απέναντι στη σύμπραξη των «πρό­θυμων» εγχώριων πολιτικών δυνάμεων, που κάθε μια με τον τρόπο της στηρίζουν αυτή την επιλογή. Η χθεσινή πορεία στην αμερικανική πρεσβεία, ύστερα από κάλεσμα αριστερών πολιτικών ορ­γανώσεων και της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, ήταν μια πρώτη απάντηση. Προσήμανση αυτής που αποφασιστικά πρέπει να δοθεί στη συμπαιγνία που εμπλέκει τους λαούς σε πολεμικά σχέδια στην ευρύτερη περιοχή της Μέσης Ανατολής και της Ανατολικής Μεσογείου, προς όφελος των αστικών τάξεων, των πολυεθνικών της ενέργειας και των ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών.

Η κυβέρνηση της ΝΔ φρόντισε να… εκτεθεί διεθνώς ως πρόθυμος υποστηρικτής αμερικανικής στρατιωτικής επέμ­βασης στο Ιράν. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης, στην επίσκεψή του στις ΗΠΑ και στη συνάντησή του με τον Ντόναλντ Τραμπ, μπροστά σε δεκάδες μέσα ενημέρωσης από όλον τον πλανήτη, είπε ξεκάθαρα ότι «καταλαβαίνει» επιχειρήσεις όπως αυτή της δολοφονίας του στρατηγού Σουλεϊμανί. Ένας πρωθυπουργός που στις διενέξεις Αθήνας-Άγκυρας επικα­λείται «το διεθνές δίκαιο», δεν δίστασε να στηρίξει την ολοφάνερη παραβίασή του, προκειμένου να αποδείξει πως εί­ναι «αξιόπιστος εταίρος» των Ηνωμένων Πολιτειών. Πριν από αυτό, φυσικά, ο Κ. Μητσοτάκης είχε

φροντίσει να δώσει και άλλα «εχέγγυα». Πριν φύγει για το ταξίδι του στις ΗΠΑ, κατέθεσε το νομοσχέδιο που ανανεώνει τη συμφωνία για τις αμε­ρικανικές βάσεις και αποδίδει στις ΗΠΑ τις στρατιωτικές εγκαταστάσεις στο Στεφανοβίκειο και τη Λάρισα, ενώ παρέχει για στρατιωτικούς σκοπούς το λιμάνι της Αλεξανδρούπολης. Στο ίδιο κείμενο δί­νει τη δυνατότητα επέκτασης του ίδιου καθεστώτος και σε όποιο άλλο μέρος της χώρας οι ΗΠΑ επιθυμήσουν, ενώ ανανε­ώνεται το προκλητικό καθεστώς λειτουρ­γίας της βάσης της Σούδας.

Ας μην ξεχνάμε, βέβαια, ότι πρόκει­ται για μία συμφωνία που τουλάχιστον κατά το ήμισυ, αν όχι παραπάνω, έχει καταρτίσει η αμερικανική πλευρά σε αγαστή συνεργασία με την κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ. Για τον λόγο αυτό, είναι του­λάχιστον υποκριτική η προσπάθεια του ΣΥΡΙΖΑ να πάρει αποστάσεις από αυτή, υποστηρίζοντας ότι πρέπει να μείνει στα συρτάρια, μέχρι οι ΗΠΑ να κάνουν δη­λώσεις δημόσιας καταδίκης της Τουρκίας για τη συμφωνία με τη Λιβύη και να στη­ρίξουν ολόψυχα την κατασκευή του αγω­γού East Med. Μάλιστα, ο ΣΥΡΙΖΑ έφθασε στο σημείο να αφήνει να εννοηθεί ότι θα ταχθεί ενάντια στη συμφωνία και δεν θα στηρίξει το νομοσχέδιο. Πράγμα που φυσικά αποκλείεται να συμβεί, ακόμη και αν για τυπικούς λόγους ψηφίσει «πα­ρών» και ρισκάρει την κριτική της Νέας Δημοκρατίας που θα αντιπαρατάξει ότι η αξιωματική αντιπολίτευση δεν στηρίζει ένα νομοσχέδιο που εκείνη ετοίμασε. Σε κάθε περίπτωση, ο. μόνιμος συμβουλάτορας των ελληνικών κυβερνήσεων ΣΥΡΙΖΑ και ΝΔ, ο αμερικανός πρεσβευτής Τζέφρι Πάιατ, έχει ξεκαθαρίσει πως το «μεγάλο ατού» της ελληνικής πλευράς για να κερδίσει την βορειο-ατλαντική εύνοια, είναι η διακομματική πίστη στις αρχές, τις αξίες και τους σχεδιασμούς του ΝΑΤΟ.

Την ίδια στιγμή, η εξωτερική πολιτι­κή της κυβέρνησης Μητσοτάκη βάζει όλο και πιο βαθιά τη χώρα σε «συμμαχίες» άκρως επικίνδυνες και «στημένες» για να εξυπηρετήσουν τα σχέδια των πολυ­εθνικών του πετρελαίου και των «εθνι­κών ανασυγκροτήσεων» βομβαρδισμέ­νων από το ΝΑΤΟ χωρών. Η πρόσφατη συμμετοχή του Νίκου Δένδια στην πε­νταμερή σύνοδο υπουργών Εξωτερικών στο Κάιρο, όπου συμμετείχαν οι ομό­λογοί του από την Κύπρο, την Αίγυπτο, την Ιταλία και τη Γαλλία, ακριβώς αυτό προδίδει. Είναι κάτι παραπάνω από σαφές ότι στη συγκεκριμένη διάσκεψη αποφασίστηκαν μέτρα εμπλοκής στις εξελίξεις στο εσωτερικό της Λιβύης, χάριν του «εθνικού συμφέροντος», όπως το αντιλαμβάνεται κάθε μία από τις πέντε πλευρές. Εμπλέκεται, έτσι, η εξωτερική πολιτική της Ελλάδας σε καταστάσεις που συνιστούν συγκεκριμένες δεσμεύ­σεις, που φτάνουν ακόμη και ως τη στρατιωτική υποστήριξη, ενώ η συμμετοχή της Γαλ­λίας, ειδικά, προϊδεάζει για σκληρές συνθήκες ενδοϊμπεριαλιστικών ανταγωνισμών.

Κάτι τέτοιο σίγου­ρα θα συμβεί στο πε­δίο των εξοπλιστικών προγραμμάτων που είναι μία ακόμη παράμε­τρος σε αυτήν την υπόθεση.

Η «φιλολογία» για αγορά των F-35 από μία χώρα όπως η Ελλάδα, που έχει χάσει το ένα τέταρτο του ακαθάριστου εθνικού προϊόντος της λόγω μνημονίων, ακούγεται τουλάχιστον παρανοϊκή για οποιονδήποτε ορθολογικά σκεπτόμενο. Κι όμως, σήμερα αποτελεί πολιτική συ­ζήτηση «πρώτης γραμμής» ανάμεσα σε ΝΔ, ΣΥΡΙΖΑ και ΚΙΝΑΛ. Πριν καν αρχί­σει μάλιστα να εφαρμόζεται η συμφωνία για τον εκσυγχρονισμό των μαχητικών F-16, που με νομοσχέδιο που ψήφισαν πρόσφατα και τα τρία προαναφερθέντα κόμματα, θα υλοποιηθεί όπως ακρι­βώς έχει ζητήσει η εταιρεία Lockheed Martin. Παράλληλα, στο παρασκήνιο η ελληνική κυβέρνηση έχει βρεθεί με­ταξύ ΗΠΑ και Γαλλίας για το θέμα του εκσυγχρονισμού του στόλου του πολεμι­κού ναυτικού και της αγοράς φρεγατών. Καθόλου τυχαίο που, μετά τον Τραμπ, ο Μητσοτάκης επισκέπτεται στις 29 Ιανουαρίου τον Μακρόν στο Παρίσι.

Στις απανωτές συναντή­σεις του πρωθυπουργού με τους πολιτικούς αρχη­γούς την Παρασκευή, το μόνο βέβαιο είναι ότι επιβεβαιώθηκε η «εθνική γραμμή». Δηλαδή, η πίστη της συντριπτικής πλειοψηφίας των κοινοβουλευ­τικών κομμάτων στο επι­θετικό ιμπεριαλιστικό δόγμα της Δύσης. Αντίπαλο δέος σε αυτά μπορεί να είναι μόνο η αντιιμπεριαλιστική ταξική γραμμή των αγώνων των λαών της ευρύτερης περιοχής. Κόντρα στη λειτουργία των ΝΑΤΟϊκών βάσεων, των επεμβάσεων, της κούρσας των εξοπλι­σμών και της παράδοσης των φυσικών πόρων στα πολυεθνικά συμφέροντα.

ΠΡΙΝ

Εύφορη Πεδιάδα