Θάνος Μικρούτσικος, ο επίλογος: Αντίο σε έναν πραγματικά μεγάλο, Έφυγε στην αγκαλιά των δικών του υπό τον ήχο μουσικής – Η μάχη με τον καρκίνο – Τα 6 κεφάλαια της ζωής του – Το πάρτι έκπληξη της «συμμορίας» του – Έμεινε δημιουργικός μέχρι τέλους. Έτσι δεν πρέπει να απορεί κανείς, που ένα μεγάλο λαϊκό πλήθος αγκαλιάζει χρόνια το έργο του.

Στο 309 δωμάτιο του τρίτου ορόφου του νοσοκομείου Metropolitan γράφτηκε ο επίλογος του Θάνου Μικρούτσικου. Του ανθρώπου που βάδισε στα χνάρια των μεγάλων και χορεύοντας πάνω στο φτερό του καρχαρία κατάφερε να ορθώσει τα ανάστημά του, ώστε να τους αντικρίσει ισάξια. Εκεί, κυριολεκτικά αγκαλιά με τα τέσσερα παιδιά του και την σύζυγο του πέρασε στην αιωνιότητα, ενώ οι δικοί του φρόντισαν να δώσουν ήχο στο ταξίδι του, το δίχως γυρισμό. Ένα ταξίδι για τον άνθρωπο που λάτρευε τις αποδράσεις. Πολλές από αυτές τις πραγματοποίησε, άλλες τις φαντασιώθηκε, κάποιες τις ονειρεύτηκε- λίγα λεπτά στο κρεβάτι κάθε βράδυ πριν τον πάρει ο ύπνος. Η «αλς», «θάλαττα» ή θάλασσα έγινε, άλλωστε, και η ψυχή του έργου του μέσω της ερωτικής-σχεδόν-συνύπαρξης του με το Νίκο Καββαδία. Ίσως επειδή, όπως και αυτός, είναι παρουσία ζωντανή και αυθύπαρκτη. Ίσως πάλι επειδή ο Θάνος ήταν Έλληνας στην ψυχή, Έλληνας και στην τέχνη, μέσα από την ενασχόλησή του με το λαϊκό τραγούδι και τη μελοποιημένη ποίηση, το θέατρο, την όπερα και τη συμφωνική μουσική, και ως τέτοιος κουβαλούσε τη θαλασσινή φύση του Έλληνα. Την επιθυμία του να τιθασεύσει το υγρό στοιχείο, το πάθος του να χαράξει εξωτικές ρότες, αλλά που όσο και αν ταξιδεύει, η ψυχή του έχει ένα και μοναδικό αγκυροβόλιο, την Ελλάδα. Για τον Θάνο τα τελευταία χρόνια αυτό το αγκυροβόλιο είχε πάρει σάρκα και οστά στην Κρήτη και στο ησυχαστήριό του στα χωριό Καπετανιανά. Εκεί ήταν που του έκαναν μία μεγάλη έκπληξη οι φίλοι του. Το καλοκαίρι του 2018 ετοιμαζόταν για τις δύο τελευταίες -έμελλε- συναυλίες του. Πάλευε ήδη έναν ολόκληρο χρόνο με το θεριό, αλλά το είχε βάλει αμέτι μου χαμέτι μου να μείνει όρθιος για όσους περισσότερους γύρους μπορούσε. Γνώριζε ότι όταν σφυρίξει η λήξη αυτός θα ήταν ο ηττημένος, πεσμένος νοκ άουτ. Αυτό, όμως, δεν σήμαινε ότι δεν θα ρίξει στο μεταξύ κάποιες καλές. Κατέβηκε, λοιπόν, ένα πρωί μεγάλης Πέμπτης στον γιαλό. «Προσκύνησε» στο καφενείο της Σούλας, όταν παρατήρησε ένα ιστιοφόρο να πλησιάζει. Παίρνει τα κιάλια και τί να δει; Όλοι του οι φίλοι, η μουσική του συμμορία.

Οι συναυλίες ολοκληρώθηκαν με τεράστια επιτυχία. Ήταν ένας συνωμοτικός αποχαιρετισμός, μεταξύ του Θάνου και του κόσμου που τον αγάπησε, ακολουθώντας τον 45 χρόνια τώρα. «Άννα μην κλαις», τραγούδησε μεταξύ άλλων. Σήμερα, όμως, πρέπει να πούμε: «Μαρία μην κλαίς». «Αλεξάνδρα μην κλαις». «Στέργιε μην κλαίς». «Κωνσταντίνα μην κλαις» «Σεσίλ μην κλαις» (η οικογένειά του). Και οι μαχητές δικαιούνται ξεκούραση. Και τι σφοδρή μάχη ήταν αυτή… Δυόμισι χρόνια πάλεψε με θεριά και δαίμονες. Τυχαία διάγνωση πριν από μία περιοδεία 40 συναυλιών. Για άλλο πήγαινε, άλλο του βρήκαν: Καρκίνος στο συκώτι, καρκίνος στα κόκαλα. Τελειωμένη υπόθεση. Χειρουργείο και θεραπεία στο Λονδίνο. Επιστροφή στην Ελλάδα. Θεραπείες. Διάλειμμα. Και άλλες θεραπείες. Και άλλο χειρουργείο. Τέλος, η νοσηλεία. Οι ημέρες γίνονται εβδομάδες και οι εβδομάδες μήνες. Η ανάγκη του να επικοινωνεί με τον κόσμο πανταχού παρούσα. Στέλνει σποραδικά μηνύματα, μιλάει ώρες με φίλους και γνωστούς για την ασθένεια. Γνωρίζει κάθε λεπτομέρεια, κάθε ιατρικό όρο, κάθε προγνωστικό. Τα περιγράφει ψύχραιμα και ζυγίζει τον χρόνο. Μπορεί να κερδίσει λίγο, τόσο ώστε να ξαναπάει στην Ισπανία να δει ποδόσφαιρο με τον γιο του. Τόσο ώστε να απολαύσει ένα ακόμα καλοκαίρι στην Κρήτη. Ο χρόνος, όμως, είναι αμείλικτος, το ίδιο και η ασθένεια. Η πραγματικότητα παραείναι οδυνηρή για να την αγνοήσει κανείς. Οι δικοί του γνωρίζουν ότι η αντίστροφη μέτρηση έχει αρχίσει. Τα εγγόνια του του λένε τα κάλαντα την παραμονή των Χριστουγέννων. Τετάρτη 24 Δεκεμβρίου. Σάββατο 28 Δεκεμβρίου φεύγει. Όπως ακριβώς ήθελε, πλαισιωμένος από τους πέντε πιο λατρεμένους του ανθρώπους. Στην πόρτα του σπιτιού του στο Μέτς οι γείτονές του θυροκολλούν ένα χειρόγραφο σημείωμα. «Καλό ταξίδι Θάνο. Οι γείτονές σου».

«Ώρες αργόσυρτες σαν φορτωμένα κάρα, απ’ τα ηχεία ψιχαλίζει μια κιθάρα, φυτρώσαν κάκτοι και λωτοί στην κορδιλιέρα και εσύ κλειστός σε μια καμπίνα φεύγεις πέρα». Αυτούς τους στίχους του σπουδαίου Άλκη Αλκαίου, τραγούδησε ο Θάνος Μικρούτσικους. Του συνοδοιπόρου του Αλκαίου, τον οποίο ανακάλυψε τυχαία, διαβάζοντας ένα ποίημά του στον Ριζοσπάστη. Του Αλκαίου που ανέδειξε ως μέγα στιχουργό, που αγάπησε βαθιά ως φίλο και αναγκάστηκε να αποχαιρετίσει το 2012- όταν έφυγε από την ασθένεια που θα χτυπούσε και τη δική του πόρτα πέντε χρόνια αργότερα- προτρέποντας ένα καλοκαιρινό βράδυ στο Ηρώδειο το κοινό να κάνει τόσο θόρυβο, ώστε να ακουστεί στους ουρανούς. Άραγε ακούει τώρα εκείνος τον εκκωφαντικό απόηχο του δικού του φευγιού; Είτε είναι λόγια και μνείες που τον εκτοξεύουν στο πάνθεον των κορυφαίων, είτε οι μελωδίες του που ηχούν παντού στη διαπασών και κάπως μαγικά ενώνονται όλες μεταξύ τους: και η Ρόζα και ο Άμλετ και το Καραντί. Όλα μαζί είναι που αποκτούν τη δική τους υπόσταση, έτσι συγχωνευμένα. «Και μια βραδιά που ντύθηκες ο Άμλετ της Σελήνης.. Έσβησες μ’ ένα φύσημα τα φώτα της σκηνής. Και μονολόγους άρχισες κι αινίγματα να λύνεις Μιας τέχνης και μιας εποχής παλιάς και σκοτεινής… Ήταν εκείνη η νυχτιά που φύσαγε ο βαρδάρης…»

1ο Κεφάλαιο: Η Πάτρα και το πιάνο της θείας Ηλέκτρας

Ο Θάνος είχε μνήμες από την ηλικία των τριών ετών. Από το νεοκλασικό στην Αράτου 33 και Κορίνθου. Ο πατέρας του ήταν καθηγητής μαθηματικών, ο Στέργιος ή για όλους τους φίλους «Μπέμπης». Η μητέρα του Θάνου Κωνσταντίνα ήταν η «μπεμπέκα». «Ο Μπέμπης και η Μπεμπέκα». Δίπλα από το σπίτι της οικογένειας που περιλαμβάνει τον Θάνο και τον μικρότερο αδελφό του Ανδρέα μένει και ο θείος Αριστείδης με την θεία Ηλέκτρα, ταλαντούχα πιανίστρια. Όταν ο θείος πεθαίνει τα πιάνα καλύπτονται με μαύρα πανιά. Έμειναν σιωπηλά για πάνω από μία δεκαετία, ώσπου η θεία Ηλέκτρα τα αποκαλύπτει στον τετράχρονο ανιψιό της και αρχίζουν τα μαθήματα.

2ο κεφάλαιο: Μετακόμιση στην Αθήνα

Ο πατέρας δέχτηκε μία δουλειά στην Αθήνα και όλη η οικογένεια μετακομίζει στην Κυψέλη. Νοέμβρης 1972. Οι φίλοι του τον συνοδεύουν μέχρι το τρένο με τραγούδια και κλάματα. Η τετραμελής οικογένεια Μικρούτσικου φτάνει στην Κυψέλη με μία φορτωμένη άμαξα και δύο άλογα. Απανωτά τα σοκ για τον νεαρό Θάνο. Το νέο του σπίτι μοιάζει με κλουβί μπροστά στο αρχοντικό της Πάτρας. Το νέο του σχολείου δεν συγκρίνεται με το υποδειγματικό γυμνάσιο της Πάτρας. Διαβάζει ατελείωτες ώρες για τις εισαγωγικές εξετάσεις στο Πανεπιστήμιο και παίρνει για πρώτη φορά κιλά, τα οποία και θα του μείνουν. Ονειρεύεται μία ακαδημαϊκή καριέρα στις Ηνωμένες Πολιτείες. Συνεχίζει να λατρεύει τη μουσική, ενώ τον έχει γοητεύσει και η αστρονομία. Διαβάζει μυθιστορήματά, ακούει δίσκους. Το 1967 πάει με τους φίλους του στην μπουάτ «Παράγκα». Εκεί εμφανιζόταν ο Διονύσης Σαββόπουλος. Μετά το πέρας της παράστασης κάθεται για πλάκα στο πιάνο. Δεν έχει μείνει, άλλωστε, και κανένας. Όταν τελειώνει το γκαρσόνι του διαμηνύει να πάει να βρει το αφεντικό. Του προτείνουν δουλειά για εκατό πενήντα δραχμές την ημέρα.

3ο κεφάλαιο: Η πρώτη σύζυγος

Έχει πείσει τους γονείς του να ανοίξουν μία μπουάτ. Εκεί γνωρίζει την Κοραλία Σωτηριάδου, δύο χρόνια μικρότερή του και φοιτήτρια νομικής. Είναι ο άνθρωπος που τον ωθεί να εγκαταλείψει τις προοπτικές μίας ακαδημαϊκής καριέρας και να αφιερωθεί στη μουσική. Νοικιάζουν ένα σπίτι στη Νέα Σμύρνη. Αν και δεν πίστευαν στο γάμο, παντρεύτηκαν επειδή ο πατέρας της νύφης ήταν δικαστικός υπάλληλος και όποιος δικαστικός υπάλληλος πάντρευε το πρωτότοκο παιδί του εισέπραττε εκατό πενήντα χιλιάδες δραχμές. Ηχογραφεί τραγούδια, τα οποία τα ερμηνεύει η μεγάλη Μαρία Δημητριάδη. Έχει ήδη παντρευτεί τον αδελφό του Ανδρέα.

4ο κεφάλαιο: Οι πρώτοι δίσκοι και ο δεύτερος γάμος

Το 1975 υπογράφει τον πρώτο του δίσκο «Τα Πολιτικά Τραγούδια»  με την LYRA και ένα χρόνο αργότερα τελειώνει και ο γάμος του. Είναι και η τελευταία χρονιά του στις μπουάτ. Πραγματοποιεί, όμως, συναυλίες σε όλη την Ελλάδα. Στην παράσταση Φουέντε Οβεχούνε, για την οποία γράφει τη μουσική γνωρίζει την δεύτερη σύζυγό του και ηθοποιό Ειρήνη Ιγγλέση. Παντρεύονται δύο χρόνια αργότερα σε μία εκκλησία στην Αμφιθέα. Γεννιούνται οι κόρες του Σεσίλ και Κωνσταντίνα με δύο χρόνια διαφορά, προκαλώντας μέσα του «μετατοπίσεις». Ανάμεσα στα κρεβάτια τους, ανάμεσα από συναυλίες, δίσκους, ταξίδια σκαρώνει παραμύθια. Σ’ ένα πάρτι εργασίας στη Νέα Υόρκη γνωρίζει τη Μπάρμπαρα Στρέιζαντ. Εκεί ερμηνεύει στο πιάνο πέντε από τα τραγούδια του και δύο ώρες αργότερα τον ειδοποιούν ότι η κυρία Στρέιζαντ θέλει δυο από αυτά για το νέο της δίσκο. Αρνείται.

5ο κεφάλαιο: Το φεστιβάλ Πάτρας

Στο τέλος μίας συναυλίας στην Πάτρα, κατά τη διάρκεια της οποίας αναρωτήθηκε δυνατά πώς γίνεται μία πόλη που έζησε τέτοια καλλιτεχνική και πνευματική ανάπτυξη να έχει παρακμάσει, συναντάει τον Γιώργο Παπανδρέου. Τότε ο τελευταίος ήταν υφυπουργός Νέας Γενιάς. Του προτείνει τη δημιουργία ενός Φεστιβάλ. Το Διεθνές Φεστιβάλ Πάτρας ιδρύθηκε το 1986. Ο Θάνος είναι ο πρώτος καλλιτεχνικός διευθυντής του. Δίνει στο θεσμό έναν διεθνή προσανατολισμό, εντάσσοντας τη διοργάνωση στο χάρτη των σημαντικότερων φεστιβάλ εντός και εκτός Ελλάδας. Σύμφωνα με τον ίδιο, το 1989 ήδη διαφαίνεται πως κάτι δεν πάει καλά με το φεστιβάλ.

6ο κεφάλαιο: Δεύτερο διαζύγιο, τρίτος γάμος και υπουργείο Πολιτισμού

Μετά από μία μεγάλη κρίση τελειώνει και ο δεύτερος γάμος του Θάνου Μικρούτσικου με την Ειρήνη Ιγγλέση, την οποία έως το τέλος της ζωής του χαρακτήριζε «παντοτινά δικό του άνθρωπο». Το 1992 η σπουδαία Ιταλίδα Μίλβα του τηλεφωνεί, ζητώντας μία συνάντηση. Είναι πεπεισμένος πως πρόκειται για φάρσα-και ο ίδιος ήταν εξπέρ στις τηλεφωνικές φάρσες- και χρειάζεται η Μίλβα να σηκώσει το ακουστικό τρεις φορές για να πειστεί ότι πράγματι πρόκειται για εκείνη. Διανύει μία περίοδο που παραμένει απασχολημένος με τα καλλιτεχνικά του. Είναι η εποχή που συνεργάζεται με τη Μίλβα και έναν από τους καλύτερους φλαουτίστες στον κόσμο: τον Πάτρικ Γκαλουά.

Τότε, όμως, είναι που δέχεται το τηλεφώνημα του Γιώργου Λιάνη. Τον διαμηνύει ότι τον ζητά ο Ανδρέας Παπανδρέου. Την επόμενη κιόλας πήγε στην Εκάλη. Ήταν η τέταρτη φορά στη ζωή του που τον συναντούσε. Είχε προηγηθεί μια γνωριμία σε ένα πάρτι στο σπίτι της Μελίνας Μερκούρη. Μία ακόμα τυχαία συνάντηση όταν επισκέφτηκε τον Μάνο Λοϊζο και η τρίτη όταν ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ είχε πάει στο Μέγαρο Μουσικής να παρακολουθήσει μία παράσταση. Συναντιούνται στο σπίτι του Ανδρέα Παπανδρέου και εκεί του προτείνει το υπουργείο Πολιτισμού. Αναλαμβάνει. Δουλεύει, δουλεύει, δουλεύει…Κατά τη διάρκεια μίας σοβαρής σύσκεψης του υπουργείου χτυπάει το τηλέφωνο και είναι ο πατέρας του. «Δεν μπορώ τώρα πατέρα έχω δουλειά», λέει. «Πόσα δευτερόλεπτά έχει το λεπτό;», απαντάει σαν να μην άκουσε εκείνος. «60» λέει ψιθυριστά ο Θάνος. Ο πατέρας του συνεχίζει: «Η ώρα, η ημέρα, η εβδομάδα;». «Εξακόσιες τέσσερις χιλιάδες οχτακόσια», απαντάει παραιτημένος πλέον ο Μικρούτσικος. «Και δεν βρήκες ρε γαϊδούρι τριάντα δευτερόλεπτα να πάρεις τηλέφωνο τον πατέρα σου;» Κατά την επιστροφή του από την παράδοση παραλαβή του υπουργείου Πολιτισμού, μετά τον ανασχηματισμό όπου τον άφησε εκτός υπουργείου, ο Θάνος έρχεται αντιμέτωπος με ένα πάρτι που του έχει οργανώσει η οικογένειά του, ενώ έχουν κρεμάσει και πλακάτ: «καλωσήρθες πίσω στη ζωή». Γεννιούνται τα δύο μικρότερα παιδιά του: η Αλεξάνδρα και ο Στέργιος, «το εφαλτήριο για μία εκ νέου κινητοποίηση».

Πράγματι, ο Θάνος Μικρούτσικος δεν έπαψε να είναι παραγωγικός, δημιουργικός, αεικίνητος μέχρι και τους τελευταίους μήνες της ζωής του. Ακόμα και τότε, όμως, ήλπιζε, έγραφε, επικοινωνούσε με τον κόσμο και μέσα από αυτή την επικοινωνία επιχειρούσε να αναπτερώσει το ηθικό του.

in meroriam: «Και μια πικρία μας ματώνει ανείπωτη…»

Όλοι έχουν να πουν κάτι για τον Θάνο Μικρούτσικο που έφυγε από τη ζωή χθες το απόγευμα αφήνοντας δυσαναπλήρωτο κενό. Έχουν κάτι να πουν για το πώς τους χάραξε, τους άγγιξε, τους συγκίνησε, τους άλλαξε.

Και αυτό είναι κάτι πολύ παραπάνω από το να έχει γράψει κάποιος «αγαπημένα τραγούδια» -κι ας έγραψε τραγούδια από τα πιο αγαπημένα.

Σημαίνει ότι ο Μικρούτσικος δεν έγραψε απλώς τραγούδια. Δεν διαμόρφωσε μόνο ένα τμήμα της συλλογικής ηχητικής μας μνήμης και του ίδιου του ηχητικού τοπίου των τελευταίων δεκαετιών.

Έκανε κάτι πιο βαθύ: διαμόρφωσε τη συλλογική μας αισθητική και σκέψη.

Άνθρωπος με τεράστια παιδεία μουσική αλλά και πολιτική, έδειξε έναν δρόμο για το ελληνικό τραγούδι που ακόμη ψάχνουμε να βρούμε το νήμα του και να το ξαναπιάσουμε. Και το έκανε διαθέτοντας μια μοναδική ικανότητα να γράφει τραγούδια ικανά να τα αγαπήσεις, να τα θυμάσαι, να τα τραγουδάς ξανά και ξανά, που ταυτόχρονα από πίσω να έχουν παρτιτούρα συνθέτη σύγχρονης «σοβαρής» μουσικής (γιατί αυτό ήταν το πραγματικό εύρος της συνθετικής του ικανότητας). Διαλέγοντας στίχους ξεχωριστούς και από την ελληνική και ξένη ποίηση αλλά και έχοντας μερικές από τις πιο εκπληκτικές συναντήσεις με τους μεγάλους έλληνες στιχουργούς, όπως ο Μάνος Ελευθερίου ή ο Άλκης Αλκαίος. Αποσπώντας ανεπανάληπτες ερμηνείες από τους τραγουδιστές με τους οποίους συνεργάστηκε.

Ποιος εκτός από τον Μικρούτσικο θα μπορούσε στο ίδιο τραγούδι να μπορέσει να αφήσει να μιλήσει με απόλυτη σαφήνεια ο στίχος του Ελευθερίου, να κυριαρχήσει η φωνή του Μεράντζα, να ελευθερωθεί η πολυρυθμία του Τουλιάτου και να μπει με απόλυτη ακρίβεια το μπουζούκι του Πολυκανδριώτη και όλα αυτά πάνω στο ίδιο απλό τσάμικο, όπως κάνει στη «Δίκοπη Ζωή»;

Ποιος άλλος θα μπορούσε να δώσει στη φωνή της Δημητριάδη το περιθώριο να γράψει ιστορία (κοιτώντας στα ίσια τις μεγάλες γερμανίδες ερμηνεύτριες του μπρεχτικού κανόνα);

Ποιος άλλος θα μπορούσε να κάνει «κτήμα ες αεί» τους εκπληκτικούς στίχους του Ρίτσου για τον «σκύλο μας τον Ντικ»;

Ποιος άλλος θα μπορούσε να υψώσει το ανάστημα του απέναντι στο «τέλος της ιστορίας» με τον τρόπο που το έκανε στο «Ανεμολόγιο» μαζί τον Κώστα Τριπολίτη;

Ποιος άλλος θα μπορούσε να πάρει στίχους όπως τη «Ρόζα» του Άλκη Αλκαίου (από τους πιο πυκνούς, οδυνηρούς και πολιτικούς που γράφτηκαν ποτέ στο ελληνικό τραγούδι) και με τη βοήθεια του Μητροπάνου να τους βάλει στα χείλη μιας ολόκληρης χώρας;

Ο Καββαδίας

Και ποιος μπορούσε, ναι, να μελοποιήσει έτσι τον Καββαδία, παίρνοντας π.χ. στίχους όπως το «7 νάνοι στο S/S Cyrenia» (καθόλου τυχαία ένα τραγούδι που το τραγούδαγε συνήθως ο ίδιος) και κάνοντας τους κάτι πολύ μεγαλύτερο και πανανθρώπινο από απλώς ένα ακόμη τραγούδι για την εμπειρία των ναυτικών, δημιουργώντας μία από τις ευτυχέστερες συναντήσεις ποίησης και μουσικής στην ιστορία της ελληνικής μουσικής;

Και όλα αυτά όντας ένας άνθρωπος με μια ξεχωριστή και πάντα ανήσυχη διαδρομή πολιτική: από την επαναστατική αριστερά, μετά στο ΚΚΕ, μετά με κριτική σε αυτό από τα αριστερά, μετά –κι ας πέρασε και από το ΠΑΣΟΚ– σταθερός στην αναζήτηση μιας αριστεράς ακόμη ανεύρετης.

Ο Μικρούτσικος πρόλαβε και έγραψε ιστορία, πρόλαβε και αγαπήθηκε από επάλληλες γενιές, πρόλαβε και έδωσε, ακόμη και με τον τρόπο που αντιμετώπισε την αρρώστια, ένα παράδειγμα μοναδικό δημιουργίας, στράτευσης και πολιτισμού.

Πρόλαβε, όμως, να μας δείξει και το κενό που αφήνει.

Σε μια εποχή που θυμόμαστε τον πολιτισμό μόνο ως έκθεμα εντός της «βαριάς βιομηχανίας» του τουρισμού (όταν δεν αποφασίζουμε να τον ξεπατώσουμε για να προελάσει η «ανάπτυξη»), που κυριαρχεί η χαμέρπεια σε όλες τις παραλλαγές (είτε αυτές που αυτάρεσκα αυτοπροσδιορίζονται ως «πνευματικές ηγεσίες» είτε αυτές που κυνικά απλώς ανάγουν την εμπορικότητα σε κανόνα), όπου οι ελίτ της χώρας σχεδόν θεωρούν προτέρημα την έλλειψη ουσιώδους παιδείας (και ας επικαλούνται κακόφωνα την «αριστεία»), όπου αγορά και εξουσία μάλλον αντιπαθούν την πραγματική τέχνη, ο θάνατος του Θάνου Μικρούτσικου μας κάνει όντως οδυνηρά φτωχότερους.

Πάνω απ’ όλα ήταν ένα ιδιοφυές πνεύμα, σπινθηροβόλο, κοφτερό και ανήσυχο, ένας βαθιά και πλατειά καλλιεργημένος διανοητής. “Οι δημιουργοί δεν γεννιούνται, δημιουργούνται” καθώς ο ίδιος έλεγε.

Εχθρός της συνήθειας, της επανάπαυσης και της παραίτησης, αυτός ο γενναίος μαχητής της ζωής, μας καλούσε και με το παράδειγμά του να διεκδικούμε το ακατόρθωτο, να μη φοβόμαστε τον χορό “στο φτερό του καρχαρία”, αν θέλουμε να νικήσουμε κάθε καταναγκασμό, κοινωνικό ή φυσικό, ακόμη και τον θάνατο.

Στη φροντίδα για να διαμορφωθούν άνθρωποι ικανοί να κατανικήσουν τη βαρβαρότητα, να κατανοήσουν και να αλλάξουν, να εξανθρωπίσουν τη “γη των Βησιγότθων”, είναι αφιερωμένο το έργο του. Πρωτοπόρο σε μορφή και περιεχόμενο, ένα τέλειο συνταίριασμα της μουσικής με την ποίηση, αλλάζει τη φυσιογνωμία του ελληνικού τραγουδιού, ανατρέπει τις φθαρμένες αστικές αξίες, ιδεολογικές και αισθητικές, ξαφνιάζει, ταράζει και ξεβολεύει, μας υποχρεώνει να κινητοποιήσουμε τη σκέψη, για να φτάσουμε στην ολοκληρωμένη συγκίνηση, στην αλήθεια.

Αν και βαθύ, προωθημένο και απαιτητικό, κάποτε παράξενο και πρωτόγνωρο, είναι έργο γνήσια λαϊκό. Όχι μόνο γιατί το περιεχόμενό του ανταποκρίνεται στα λαϊκά συμφέροντα, αλλά και γιατί σέβεται και εξυψώνει τους ανθρώπους του λαού, αντί να τους κρίνει “αφ’ υψηλού” ως ανίκανους τάχα να συλλάβουν το νόημα της μεγάλης τέχνης. Εντυπωσιακή ήταν η απόλυτη ταύτιση καλλιτέχνη και κοινού στις συναυλίες του, ακόμη και με έργα πρωτοποριακά όπως το “Μουσική πράξη στον Μπρεχτ”, αλλά και οι τρεις μεγάλες συναυλίες με τα “Καντάτα για τη Μακρόνησο” και “Σπουδή σε ποιήματα του Βλαδίμηρου Μαγιακόφσκι” που τις αφιέρωσε στα 100 χρόνια του ΚΚΕ, δηλώνοντας στη συνέχεια πως αυτές ήταν οι πιο συγκινητικές στιγμές της ζωής του.

Έτσι δεν πρέπει να απορεί κανείς, που ένα μεγάλο λαϊκό πλήθος αγκαλιάζει χρόνια το έργο του, το έχει στα χείλη του στις απεργίες, στις πορείες, στις συγκεντρώσεις, αλλά και στα γλέντια και τις χαρές ή στις μοναχικές στιγμές της περισυλλογής και των μύχιων αγωνιών του. Αυτό το λαϊκό πλήθος δεν τον άφησε στιγμή μονάχο στη σκληρή, ηρωική μάχη του για τη ζωή, στέλνοντάς του καθημερινά κύματα αγάπης, θαυμασμού και ευγνωμοσύνης, όπως θα έκανε για τον πιο πολύτιμο άνθρωπό του

Εύφορη Πεδιάδα