του Ιάσωνα Μαρκάτου

Λευκός καπνός στη Σύνοδο Πρυτάνεων (πέρα από αυτόν των δακρυγόνων που έριξαν απέξω τα ΜΑΤ στους φοιτητές) για το νέο σχέδιο νόμου της Κεραμέως. Έτσι, σε 15νθήμερη διαβούλευση βρίσκεται από την Τρίτη το «μίνι» νομοσχέδιο που ανακοινώθηκε για πρώτη φορά στη Σύνοδο, κεκλεισμένων των θυρών και παρουσία των δυνάμεων καταστολής. Το νομοσχέδιο αυτό αποτελεί προπομπό και του συνολικότερου νομοσχεδίου για την Παιδεία, που αναμένεται να κατατεθεί το πρώτο τρίμηνο του νέου έτους. Βασικοί άξονες του: η ίδρυση της Εθνικής Αρχής Ανώτατης Εκπαίδευσης (ΕΘΑΑΕ), με ενισχυμένες αρμοδιότητες σε σχέση με την προϋπάρχουσα ΑΔΙΠ και αλλαγές στον Ειδικό Λογαριασμό Κονδυλίων Έρευνας (ΕΛΚΕ).

Πιο συγκεκριμένα, στα πλαίσια της «αυτονόμησης των ιδρυμάτων», η -όχι και τόσο ανεξάρτητη- ΕΘΑΑΕ, μιας και ο Πρόεδρος της θα συνεχίσει να ορίζεται έπειτα από απόφαση υπουργικού συμβουλίου, παρουσιάζει ενισχυμένες αρμοδιότητες όσον αφορά τοn στρατηγικό σχεδιασμό, τη χρηματοδότηση και την αξιολόγηση των ιδρυμάτων. Πρόκειται για ένα φορέα-όχημα της εκπαιδευτικής αναδιάρθρωσης μέσα στα πανεπιστήμια που θα λογοδοτεί στο υπουργείο Παιδείας και σε επιμέρους επιμελητήρια, «ανεξάρτητο» εν τέλει από τις αποφάσεις της φοιτητικής κοινότητας και των μαζικών της φορέων — ακόμη και αν πετάει για άλλη μια φορά το τυράκι της συνδιοίκησης διά αντιπροσώπου, α λα Γαβρόγλου.
Σε σχέση με τη χρηματοδότηση, το 20% αυτής θα υπάγεται, σύμφωνα με το νομοσχέδιο, στην αξιολόγηση. Μια αξιολόγηση στη βάση της λογικής «χρηματοδότηση με βάση τις επιδόσεις» (“performance-based funding”). Ορισμένα από τα κριτήρια της οποίας θα είναι: Η αναλογία εισερχόμενων-εξερχόμενων φοιτητών, το περιεχόμενο των προγραμμάτων σπουδών, η εξωστρέφεια των πανεπιστημίων, οι επιδόσεις των φοιτητών και η πορεία επαγγελματικής απορρόφησης αυτών (ανταγωνιστικότητα), η σύνδεση με την αγορά εργασίας.

Οι ήδη πετσοκομμένοι προϋπολογισμοί γίνονται, συνεπώς, πεδίο ανταγωνισμού μεταξύ των ιδρυμάτων, που θα πρέπει να αποδείξουν πως είναι πρόσφορη επένδυση για το κράτος. Τα ιδρύματα και τα τμήματα χωρίζονται σε πολλαπλές ταχύτητες, από «Κέντρα Αριστείας» μέχρι τα υποψήφια για λουκέτο. Όσο πιο «αποτελεσματικό» θα είναι ένα ίδρυμα, με βάση τα ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια, τόσο πιο πιθανό να λάβει κομμάτι από την –ούτως ή άλλως μισοφαγωμένη–  πίτα. Τα υπόλοιπα θα πρέπει να αρκεστούν στα ψίχουλα. Αυτό σημαίνει από τη μία υπολειτουργία (έλλειψη καθηγητών, μαθημάτων, εξοπλισμού, υποδομών) και κίνδυνος κλεισίματος των τμημάτων «δεύτερης ταχύτητας» και, από την άλλη, αυξημένη πίεση για προσέλκυση ιδιωτικών επενδύσεων και πόρων.

Μια από τις άμεσες επιδιώξεις της κυβέρνησης, όπως φανερώθηκε και από τα 22 σημεία Κεραμέως για τα πανεπιστήμια, είναι και η «απελευθέρωση» της έρευνας. Εάν δει κανείς τι σήμαινε η «απελευθέρωση» των μεταπτυχιακών από τον «βραχνά» της δωρεάν παροχής τους ως προς τα δίδακτρα ή η «απελευθέρωση» των ιδρυμάτων από το «άσυλο ανομίας» ως προς το ξύλο και τα χημικά των ΜΑΤ, δεν είναι και τόσο δύσκολο να μαντέψει την κατεύθυνση της εν λόγω αναδιάρθρωσης. Αυτοτέλεια του προϋπολογισμού για το εκάστοτε πρόγραμμα, δημοσιονομική ουδετερότητα και «απογραφειοκρατικοποίηση» των διαδικασιών πιστοποίησης νομιμότητας των έργων. Δεν πρόκειται φυσικά για καινούργια πατέντα. Το πανεπιστήμιο στα χρόνια της κρίσης αναζητούσε διαρκώς τρόπους «χαλάρωσης» του νομοθετικού πλαισίου που καθόριζε την εσωτερική λειτουργία του, ιδίως τις κερδοφόρες δραστηριότητές του. Η ανάγκη για όσο το δυνατόν αμεσότερη εξασφάλιση πόρων με κάθε τρόπο σε ένα υποχρηματοδοτούμενο ίδρυμα απαιτούσε την άρση οποιουδήποτε «εμποδίου». Έτσι, από τη μία αυτονομήθηκαν οι ΕΛΚΕ από τα Πανεπιστήμια –έργο της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ–  και από την άλλη διευκολύνθηκε το νομικό πλαίσιο λειτουργίας τους. Η ΝΔ, πατώντας συνεπώς στα χνάρια των προηγούμενων κυβερνήσεων, προσθέτει απλά το κερασάκι στην τούρτα.

Το νέο νομοσχέδιο έρχεται να συμβάλει στην παγιωμένη στρατηγική στόχευση κυβερνήσεων, ΕΕ και ΟΟΣΑ σε σχέση με τον ρόλο των πανεπιστημίων στη σύγχρονη εποχή. Πανεπιστήμια άμεσα κερδοφόρα για το κεφάλαιο, με το αντίστοιχο διοικητικό και οργανωτικό μοντέλο ώστε να εξασφαλίζεται η λειτουργία του στα πρότυπα επιχείρησης (κέρδους-ζημιάς). Η «απελευθερωμένη» έρευνα που θα παράγει θα πρέπει να είναι άμεσα αξιοποιήσιμη, με μοναδικό κριτήριο το επιχειρηματικό συμφέρον. Έρευνα για την αστυνομία και τον στρατό, πατενταρισμένα project για μεγαλοεργολάβους και επενδυτές — μακριά από τις πραγματικές ανάγκες της κοινωνίας.

Πανεπιστήμια, που θα αξιολογούνται με βάση την ικανότητά τους να διαμορφώσουν ανταγωνιστικούς απόφοιτους με συγκεκριμένες επιδεξιότητες (skill set) και σε συγκεκριμένο αριθμό. Γιατί ο σύγχρονος εργαζόμενος πρέπει να είναι υπερεξειδικευμένος, ευέλικτος και προσαρμόσιμος έτσι ώστε να μπορεί να απορροφά τις συνέπειες τόσο της κρίσης του συστήματος όσο και της «ανάπτυξής» του. Το «Πανεπιστήμιο του μέλλοντος» που περιγράφει η παρουσίαση του νομοσχεδίου από το ΥΠΠΑΙΔ είναι ένα πανεπιστήμιο επιχειρηματικό, μια βιομηχανία παραγωγής τόσο καινοτομιών, όσο και του πιο πολύτιμου εμπορεύματος των κεφαλαιοκρατικών σχέσεων παραγωγής: της εργατικής δύναμης.

Για ένα νικηφόρο φοιτητικό κίνημα

Απέναντι σε κάθε αντιδραστικό νομοσχέδιο, το μήνυμα προς την κυβέρνηση πρέπει να είναι σαφές: λογαριάζουν χωρίς τον ξενοδόχο! Η αναζωπύρωση του μαχητικού φοιτητικού κινήματος έχει καταφέρει, αν μη τι άλλο, να ξυπνήσει εφιάλτες που πολύ θα ήθελε η κυβέρνηση να ξεχάσει. Ο φόβος της βίαιης επανεμφάνισης του λαϊκού, «αστάθμητου» παράγοντα στο πολιτικό σκηνικό είναι αισθητός. Εξ ου και οι Σύνοδοι σε απομακρυσμένα μέρη, η απροκάλυπτη κρατική καταστολή και η διάσπαση νομοσχεδίων σε επί μέρους τμήματα. Το νεολαιίστικο κίνημα έχει δώσει σοβαρές ενδείξεις ότι μπορεί πράγματι να καταστεί επικίνδυνο, θέτοντας στο στόχαστρο την κυβερνητική πολιτική. Οι μαζικές κινητοποιήσεις του προηγούμενου διαστήματος αποτελούν απόδειξη ότι κάτι «κινείται» μέσα και έξω από τις σχολές.

Το πραγματικό στοίχημα έγκειται στο αν το διάχυτο κλίμα αμφισβήτησης που κυριαρχεί μέσα στους κόλπους της νεολαίας θα μπορέσει να κεφαλαιοποιηθεί, θέτοντας στο στόχαστρο τον πραγματικό αντίπαλο και ξεφεύγοντας από τη λογική της «μάχης των αιχμών». Ο πόλεμος που έχει κηρύξει η κυβέρνηση δεν περιορίζεται ούτε στις διαγραφές φοιτητών, ούτε στο κομμάτι της καταστολής γενικά και αόριστα. Τα μέτωπα τα οποία ανοίγονται δεν απαιτούν τίποτα λιγότερο από μια συνολική απάντηση μέσα από το ίδιο το μαζικό κίνημα, ένα κίνημα που θα μπορεί να βρίσκει τους συμμάχους του στα υπόλοιπα πληττόμενα κομμάτια της κοινωνίας. Ένα κίνημα, τελικά, που θα μπορεί όχι μόνο να αντιπαρατίθεται με την κατεύθυνση της εκπαιδευτικής αναδιάρθρωσης στο σύνολό της, αλλά να βάζει μπροστά τη δική του επιθετική ατζέντα για τις σύγχρονες ανάγκες για μόρφωση, δουλειά και ελευθερία. Γιατί ο ρεαλισμός αυτών των αναγκών μας είναι που τους χαλάει τη συνταγή και οι αγώνες διαρκείας που ανατρέπουν νομοσχέδια.

ΠΡΙΝ