https://edromos.gr/wp-content/uploads/2019/10/art88.jpg

Αναδημοσιεύουμε αποσπάσματα από το κεφάλαιο Η Ευρώπη και οι μνήμες της: επιστροφές και συγκρούσεις του βιβλίου του Έντσο Τραβέρσο H ιστορία ως πεδίο μάχης. Ερμηνεύοντας τις βιαιότητες του 20ού αιώνα, Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, μετάφραση Νίκος Κούρκουλος.

Τον Δεκέμβριο του 2007, η ισπανική βουλή ψήφισε ένα νόμο που αναγνώριζε και αποζημίωνε τα θύματα των εγκλημάτων που διαπράχτηκαν επί φρανκικής δικτατορίας. Θα μπορούσαμε να συζητάμε για καιρό τα προτερήματα και τα όρια αυτού του νόμου, εκείνο όμως που εντυπωσιάζει ιδιαίτερα, από ιστοριογραφική άποψη, είναι η κοινή του ονομασία: “νόμος ιστορικής μνήμης” επειδή συνδυάζει δύο έννοιες, μνήμη και ιστορία, τις οποίες οι κοινωνικές επιστήμες προσπάθησαν να διαχωρίσουν σ’ όλη την πορεία του 20ού αιώνα.

Ο νόμος αυτός αποκαλύπτει, με την ίδια την ονομασία του, πόσο δύσκολο έχει γίνει πια να διαχωριστεί η ιστορία από τη μνήμη, αξεδιάλυτα δεμένες στην πραγματικότητα, πέρα από τους “ιδεότυπους” με τους οποίους αναγκάζονται να δουλεύουν οι κοινωνικές επιστήμες. Αυτός ο νόμος παραπέμπει στη σύγκρουση μεταξύ ιστορίας και μνήμης που χαρακτηρίζει την εποχή μας, σταυροδρόμι ανάμεσα σε διαφορετικές χρονικότητες, τόπο όπου διασταυρώνονται βλέμματα προς ένα “συμβάν” ζωντανό και αρχειοθετημένο ταυτόχρονα.

Η συγγραφή της ιστορίας του 20ού αιώνα είναι άσκηση ισορροπίας σε σκοινί τεντωμένο ανάμεσα στις δύο αυτές χρονικότητες. Ο ιστορικός του 20ου αιώνα είναι τόσο “εξόριστος” όσο και “μάρτυρας”, άμεσος ή έμμεσος, δεμένος με χίλιες κλωστές με το αντικείμενο των ερευνών του. Η μνήμη είναι, επομένως, αναπαράσταση του παρελθόντος που συγκροτείται στο παρόν. Είναι αποτέλεσμα μιας διαδικασίας αλληλεπίδρασης πολλών στοιχείων, ο ρόλος, η σπουδαιότητα κι οι διαστάσεις των οποίων ποικίλουν ανάλογα με τις περιστάσεις.

Υπάρχουν δυνάμεις, πολύ ισχυρές, που παρεμβαίνουν στη διαδικασία αυτή αναδιαμορφώνοντας τις συλλογικές μνήμες και κάποτε διαπλάθοντας καινούριες. Πρόκειται για αναπαραστάσεις του παρελθόντος που κατασκευάζονται από τα μίντια και την πολιτιστική βιομηχανία, προνομιακούς τόπους μιας αληθινής πραγμοποίησης της ιστορίας, που μεταβάλλεται έτσι σε μια ανεξάντλητη δεξαμενή εικόνων, προσιτών και καταναλώσιμων σε κάθε στιγμή. Πρόκειται επίσης για μνημονικές πολιτικές που προωθούνται από τα κράτη μέσα από τις αναμνηστικές τελετές, τα μουσεία και την εκπαίδευση ή από κινήματα που δρουν στην κοινωνία, παράλληλα ή ενάντια στους θεσμούς.

Για να κατανοήσουμε τη διαμόρφωση μιας ευρωπαϊκής μνήμης είναι απαραίτητη η διαπίστωση ότι ο 21ος αιώνας ξεκινάει σημαδεμένος από μια έκλειψη των ουτοπιών. Η επανενεργοποίηση του παρελθόντος που χαρακτηρίζει την εποχή μας είναι συνέπεια αυτής της έκλειψης των ουτοπιών: ένας κόσμος χωρίς ουτοπίες στρέφει αναπόφευκτα το βλέμμα του στο παρελθόν. Η ανάδυση της μνήμης ως αγόρευσης –ως περιεκτικής, μεταϊστορικής και κάποτε “θεολογικής” κατηγορίας– είναι αποτέλεσμα αυτής της μεταμόρφωσης. Από τη μία, αυτή η αγόρευση πήρε τη νοσταλγική και συντηρητική μορφή της “πολιτιστικής κληρονομιάς”: έγινε λατρεία των τόπων μνήμης ως φετιχοποιημένων μνημείων μιας χαμένης ή απειλούμενης εθνικής ταυτότητας. Από την άλλη, πήρε τη μορφή συμπονετικού ανθρωπισμού, σαν απαραίτητο συμπλήρωμα του φιλελεύθερου αντιολοκληρωτισμού. Ακρωτηριασμένος από τον “ορίζοντα προσμονής” του και στερημένος από τις ουτοπίες του, ο 20ός αιώνας αποκαλύπτεται, αναδρομικά, σαν εποχή πολέμων, ολοκληρωτισμών και γενοκτονιών.

Μια φιγούρα, προηγουμένως διακριτική και συνεσταλμένη, τοποθετείται τώρα επιβλητικά στο κέντρο του πίνακα: το θύμα. Η μνήμη του γκουλάγκ εξάλειψε τη μνήμη της επανάστασης, η μνήμη της Σοά αντικατέστησε τη μνήμη του αντιφασισμού, η μνήμη της δουλείας επισκίασε τη μνήμη του αντιαποικιοκρατικού αγώνα και όλα συμβαίνουν σάμπως η ανάμνηση των θυμάτων να μην μπορεί να συνυπάρχει με την ανάμνηση των μαχών τους, των κατακτήσεών τους και των ηττών τους.

Δρόμος της Αριστεράς