2017 – 2023 : Οι, παραπάνω καταγραμμένες εκτιμήσεις του Παναγιώτη Πετράκη, καθηγητή Οικονομικών, στο Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο και του Παντελή Κωστή, διδάκτορα Οικονομικών στο Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο, δεν συνάδουν με τις πραγματοποιήσεις, τουλάχιστον, όσον αφορά τα έτη 2017 και 2018. Για το 2017, η (μη οριστική) εκτίμηση της ΕΛΣΤΑΤ, για την αύξηση του ελληνικού ΑΕΠ, προσδιορίζει ένα ποσοστό της τάξεως του 1,26% (και ΑΕΠ ίσο με 179,144 δισ. €). Για το 2018, η (επίσης μη οριστική) εκτίμηση της ΕΛΣΤΑΤ δίδει ένα ποσοστό της τάξεως του 2,55% (και ΑΕΠ ίσο με 183,704 δισ. €. Τα μεγέθη αυτά, που αφορούν το 2018, αναθεωρούνται, ως υπερεκτιμημένα. Για το 2018, η (υποτιθέμενη ως) ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας εκτιμάται, στο 1,90% του ΑΕΠ, ενώ, για το 2019, η τωρινή εκτίμηση της ανάπτυξης κάνει λόγο, για ένα ποσοστό της τάξεως του 1,3% του ΑΕΠ. Ακόμη και αν παραμείνουμε, στα υπολογιζόμενα στοιχεία, οι ρυθμοί ανάπτυξης, για το 2019 (1,88%) και το 2020 (1,94%) είναι, εξαιρετικά, χαμηλοί, ενώ οι ρυθμοί ανάπτυξης, που προβλέπονται, για την περίοδο 2021 – 2023, ενώ παραμένουν ανεπαρκείς, είναι, εξωπραγματικοί. Η ελληνική οικονομία, εντός του ευρώ, δεν έχει καμμία ουσιαστική αναπτυξιακή προοπτική.

του Τάσου Αναστασόπουλου

Ο εγκλωβισμός της κυβέρνησης του Κυριάκου Μητσοτάκη, στα αδιέξοδα των δεσμεύσεων του «ντροπαλού» 4ου Μνημονίου, για πρωτογενή πλεονάσματα της τάξεως του 3,5% του ΑΕΠ, μέχρι το 2022 και του 2,2% του ΑΕΠ, μέχρι το 2060 και η αδήριτη αναγκαιότητα, για την έξοδο από το ευρώ, προκειμένου να ανασυγκροτηθεί και να αναδιαρθρωθεί η ελληνική οικονομία.

Η παρατεταμένη στασιμότητα, που ακολούθησε, μετά το φρενάρισμα της καταιγιστικής πτώσης των μακροοικονομικών μεγεθών της ελληνικής οικονομίας, από το 2017 και μετά και η οποία πρόκειται, στην καλύτερη περίπτωση, να συνεχισθεί και μετά την ανάληψη της κυβερνητικής εξουσίας, από την Νέα Δημοκρατία του Κυριάκου Μητσοτάκη, εξακολουθεί (και θα εξακολουθήσει) να θέτει, επί τάπητος, την αδήριτη αναγκαιότητα της εξόδου της Ελλάδας, από την ευρωζώνη.

Αυτή η αναγκαιότητα της εξόδου της Ελλάδας, από την ευρωζώνη, φυσικά προϋποθέτει την και οδηγεί στην αντικατάσταση του ευρώ από ένα νέο τοπικό νόμισμα, προκειμένου η οικονομία της χώρας μας να μπορέσει να περάσει, από την τωρινή μίζερη φάση της καθηλωτικής καχεξίας, σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα, στην διαδικασία της ταχύρρυθμης οικονομικής ανάπτυξης, η οποία πρόκειται να ξεπεράσει, σε πραγματικά (αποπληθωρισμένα) μεγέθη, τους ετήσιους ρυθμούς του 5% και να οδηγήσει, στην ταχεία μείωση της ανεργίας, σε επίπεδα της τάξεως του 2%, ετησίως. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η, εξαιρετικά, μεγάλη οικονομική καχεξία, που συνεχίστηκα και που ακολούθησε την υπογραφή του 3ου και του 4ου (του «ντροπαλού») Μνημονίου, από την κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα, που οδήγησε, στην βαθμιαία αποξένωση, από τον ΣΥΡΙΖΑ, μεγάλων στρωμάτων του πληθυσμού και μάλιστα, κυρίως, αυτών που περιστοιχίζουν τις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις, οι οποίες παραμένουν, πεισματικά και παρά τους, περί του αντιθέτου, σχεδιασμούς των ευρωθεσμικών δανειστών και του ΔΝΤ, να είναι η ραχοκοκαλιά της ελληνικής οικονομίας, είναι η αιτία της εκλογικής συντριβής του πρώην κυβερνητικού κόμματος, παρά το γεγονός ότι, ανάμεσα στις ευρωεκλογές της 26/5/2019 και τις βουλευτικές εκλογές της 7/7/2019, ένα κύμα ανέστιων ψηφοφόρων της κεντροαριστεράς, μετέτρεψε την εκλογική πανωλεθρία του ΣΥΡΙΖΑ, σε μια εκλογική συντριβή, έστω και αν και αυτή η συντριβή, δεν τον οδήγησε, στην εκλογική του καταστροφή.

Τελικά, η πείρα της τελευταίας δεκαετίας μας οδηγεί, στο ασφαλέστατο συμπέρασμα και στην διαπιστωμένη, εκ των πραγμάτων, αλήθεια ότι όποια κυβέρνηση, οποιουδήποτε ιδεολογικού και πολιτικού προσανατολισμού, εφαρμόζει Μνημόνιο, οδηγείται, στην εντονότατη εκλογική αποδοκιμασία. Στην εκλογική ήττα και στην εκλογική συντριβή.

Αυτό που καθίσταται σαφές όλα αυτά τα χρόνια της εφαρμογής των τεσσάρων Μνημονίων (των τριών επισήμων και του τελευταίου, που συνομολογήθηκε τον Ιούλιο – Αύγουστο του 2018, το οποίο οι συντάκτες του ντρέπονται να το αποκαλέσουν με το όνομά του, αποκαλώντας το, με την, οργουελλιανού τύπου, περιφραστική ονομασία «Πρόγραμμα Μεταμνημονιακής Παρακολούθησης»), είναι ότι αυτά τα Μνημόνια λειτούργησαν, ως μηχανισμοί καταστροφής των μακροοικονομικών μεγεθών της ελληνικής οικονομίας, χωρίς, όμως, παρά τους φιλόδοξους και εξωπραγματικούς στόχους, που – υποτίθεται ότι – έθεταν, να αλλάξουν την διάρθρωση και την δομή της, ως μιας οικονομίας, η οποία πριν την ελληνική κρατική χρεωκοπία του Απριλίου του 2010 και την βαρύτατη οικονομική κρίση, που ακολούθησε, στηριζόταν, στην αυτοαπασχόληση, στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις και στην γκρίζα ζώνη της μαύρης οικονομικής δραστηριότητας.

Αυτό, που συνέβη, από τον Απρίλιο του 2010 και αυτό, που συμβαίνει σήμερα, εννέα χρόνια μετά, από την εφαρμογή των Μνημονίων, είναι ότι ναι, μεν, τα ελληνικά μακροοικονομικά μεγέθη (ΑΕΠ, έσοδα και δαπάνες του ελληνικού δημοσίου, απασχόληση κλπ) συνετρίβησαν, αλλά η διάρθρωση και η δομή της ελληνικής οικονομίας, ουδόλως, άλλαξε. Οι αυτοαπασχολούμενοι και οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις, εξακολουθούν να πλειοψηφούν, στα ερείπα της ελληνικής οικονομίας, ενώ η μαύρη οικονομία εξακολουθεί να δεσπόζει και να βρίσκεται, στα επίπεδα του 45% της επίσημης οικονομικής δραστηριότητας, σύμφωνα με τους υπολογισμούς της Τράπεζας της Ελλάδος του κ. Γιάννη Στουρνάρα

(Βέβαια, η δική μου γνώμη, από όσα υπολογίζω, λαμβάνοντας υπόψη και την πραγματική εικόνα της διαβίωσης του πληθυσμού της χώρας, που ασχολείται, με την ανεξάρτητη παραγωγική και εμπορική δραστηριότητα, είναι ότι το ποσοστό της «γκρίζας ζώνης» και του μαύρου χρήματος της λεγόμενης παραοικονομίας, στην ελληνική οικονομία, είναι, αρκετά, μεγαλύτερο, λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι, από την εποχή της ένταξης της Ελλάδας, στην ευρωζώνη, έχουν φύγει, από την χώρα κεφάλαια, τα οποία ξεπερνούν το 1 τρισ. €, γεγονός το οποίο οφείλεται, αποκλειστικά, στην καταστροφική αντικατάσταση της δραχμής, από το ευρώ και στην, επί μακρόν, κατάργηση κάθε ελέγχου και κάθε φραγμού, στην κίνηση των κεφαλαίων. Οι περιορισμοί, στην κίνηση των κεφαλαίων, που ελήφθησαν, τον Ιούλιο του 2015, ως αποτέλεσμα της σύγκρουσης της κυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ, με υπουργό Οικονομικών τον Γιάννη Βαρουφάκη, πριν την διεξαγωγή του δημοψηφίσματος της 5/7/2015, με την Ε.Κ.Τ. του Mario Draghi και οι οποίοι, τώρα, έχουν χαλαρώσει, άργησαν, πολύ να τεθούν, με αποτέλεσμα την μαζική φυγή των κεφαλαίων, στο εξωτερικό, το μέγεθος της οποίας προαναφέραμε. Από εκεί και πέρα, παρά τους περιορισμούς αυτούς, η εκροή κεφαλαίων συνεχίζεται, όπως φαίνεται και από την πτώση της επενδυτικής δαπάνης, στην ελληνική οικονομία, αλλά και την στασιμότητα της συναθροιστικής ζήτησης. Αυτό σημαίνει ότι τα κέρδη, που παράγονται δεν επανεπενδύονται και ως εκ τούτου, διαφεύγουν, σε άλλες κατευθύνσεις. Δηλαδή, προς την μαύρη οικονομική δραστηριότητα, στα σεντούκια, στις τραπεζικές θυρίδες και φυσικά, προς το εξωτερικό. Εάν, μάλιστα, ακολουθηθεί και η εισήγηση, που είναι διατεθειμένος να κάνει, προς την νέα κυβέρνηση, ο Γιάννης Στουρνάρας και η οποία εισήγηση λέγεται ότι προβλέπει την άρση κάθε περιοριορισμού, στην κίνηση των κεφαλαίων, τότε, το «πάρτυ» της μεταφοράς τους, στο εξωτερικό, όχι, μόνο, θα συνεχισθεί, αλλά και θα διογκωθεί, σε μεγέθη απίστευτα). Έχοντας υπόψη αυτά τα δεδομένα, πρέπει να επισημάνουμε τους λόγους, για τους οποίους η παρούσα λιμνάζουσα στασιμότητα, στην οποία έχει περιέλθει η ελληνική οικονομία, πρόκειται να παραμείνει και να επιδεινωθεί, παρά τις όποιες φιλολογικές διακηρύξεις και τις προσπάθειες της κυβέρνησης του Κυριάκου Μητσοτάκη.

Οι αιτίες αυτής της κακής κατάστασης εντοπίζονται, στο γεγονός ότι, στο «ντροπαλό» 4ο Μνημόνιο, που συνομολόγησαν οι Αλέξης Τσίπρας και Ευκλείδης Τσακαλώτος, με τους ευρωθεσμικούς δανειστές, προβλέπεται η επίτευξη πρωτογενών πλεονασμάτων, στους ετήσιους ελληνικούς κρατικούς προϋπολογισμούς, της τάξεως του 3,5% του ΑΕΠ, μέχρι το 2022 και της τάξεως του 2,2,% του ΑΕΠ, μέχρι το 2060!

Η αποδοχή, από την κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ, αυτών των μακροχρόνιων και ως εκ τούτου, αβάστακτων όρων των ευρωθεσμικών δανειστών, που είναι πρωτοφανείς, στα παγκόσμια οικονομικά χρονικά, απαιτεί την επιβολή βαριάς φορολογίας, στον ελληνικό πληθυσμό.  Από αυτή την τραγική κατάσταση, η κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη δεν μπορεί να ξεφύγει, χωρίς να αμφισβητήσει αυτούς τους όρους. Και αυτή την αμφισβήτηση η κυβέρνηση αυτή δεν την επιθυμεί και δεν την πρόκειται να την επιδιώξει. Η νέα κυβέρνηση, όπως και η απελθούσα, καλείται να επιτύχει, σε μακροχρόνια βάση, αυτούς τους ετήσιους στόχους, οι οποίοι, εκ των πραγμάτων, κρατούν την κατανάλωση, σε γενικές γραμμές, στάσιμη, αφού τα πραγματικά εισοδήματα δεν αυξάνονται και ενώ τα ιδιωτικά χρέη, στο παραπαίον τραπεζικό σύστημα, αλλά και στο ελληνικό Δημόσιο,, είναι τεράστια, όπως δείχνει και το μέγεθος των ληξιπρόθεσμων οφειλών των φυσικών προσώπων και των επιχειρήσεων, προς το κράτος, την ίδια στιγμή, που, κατά το πρώτο τρίμηνο του 2019, αυτό το, εν λόγω, μέγεθος, διογκώθηκε, κατά 3 δισ. €, με αποτέλεσμα να ξεπερνά τα 100 δισ. €, που αντιστοιχούν, κάπου, στο 62% του ελληνικού ΑΕΠ.  

Όλα αυτά συμβαίνουν, ενώ, όπως πολλές φορές έχω γράψει, συνεχίζεται η πτώση των ιδιωτικών επενδύσεων, αλλά και των δημόσιων επενδύσεων (οι τελευταίες πέφτουν, σχεδιασμένα, προκειμένου να επιτευχθούν οι δημοσιονομικοί στόχοι του 4ου Μνημονίου, για τα μακροχρόνια ετήσια πρωτογενή πλεονάσματα, στους κρατικούς προϋπολογισμούς). Ο παραπάνω πίνακας, που προέρχεται, από την ΕΛΣΤΑΤ, αφορά την χρονική περίοδο 1996 – 2018 και είναι σαφέστατος, για τα χάλια της ελληνικής οικονομίας, στον τομέα των συνολικών, κατ’ έτος, επενδύσεων, στην ελληνική οικονομία. 

Η εντόπια ολιγαρχία και οι ξένοι επενδυτές δεν πρόκεται να επενδύσουν, σε μια οικονομία, στην οποία η κατανάλωση πέφτει, ή – στην καλύτερη περίπτωση – είναι στάσιμη, διότι, τοι προοπτικές κερδών, σε μια τέτοια οικονομία, είναι ανύπαρκτες, ενώ τα όποια εξαγόμενα κέρδη κατευθύνονται, σε άλλες εξωγενείς της ελληνικής οικονομίας δραστηριότητες, όπως δείχνει και η αρνητική καθαρή αποταμιευτική θέση, στην οποία έχει περιέλθει η ελληνική οικονομία.

Όλα αυτά οδήγησαν το ελληνικό τραπεζικό σύστημα να γίνει, αποκλειστικά, μπατιροτραπεζικό, αφού οι ελληνικές τράπεζες, τις οποίες, οι δανειστές και η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ πούλησαν, σε ξένα funds, διογκώνοντας το πρόβλημα, έχουν, προ πολλού, χρεωκοπήσει, αφού, το 47% του ενεργητικού τους είναι προβληματικά δάνεια, τα οποία, φυσικά, στην μεγίστη πλειοψηφία τους, δεν πρόκειται να εισπαραχθούν ποτέ. (Η κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη διαρρέει ότι θέλει να κρατικοποιήσει το ελληνικό τραπεζικό σύστημα και να το ανακεφαλαιοποιήσει, με το δανεικό μαξιλάρι των 37 δισ. €. Οψόμεθα).

Αλλά, ούτε και το ισοζύγιο των εξωτερικών συναλλαγών της χώρας πάει καλά, παρά την αύξηση των εξαγωγών, που, το 2018, έφθασαν τα 33 δισ. €. Αν και αυτή η εξέλιξη παρουσιάζεται, ως επιτυχία των περιοριστικών πολιτικών των Μνημονίων, προκειμένου η ελληνική οικονομία να αποκτήσει ένα εξαγωγικό προσανατολισμό, στην πραγματικότητα, αυτή η αύξηση είναι πολύ μικρή και υπερκαλύπτεται, κατά πολύ, από την αύξηση των εισαγωγών, οι οποίες, το 2018, έφθασαν, στα 54 δισ. €. 

Τελικά, αυτό, που συμβαίνει, είναι πολύ απλό και έχει να κάνει με το ότι οι εξαγωγές δεν μπορούν να αποτελέσουν παράγοντα ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας, λόγω της συνακόλουθης μεγέθυνσης του ελληνικού εμπορικού ελλείμματος, που οφείλεται, στην αδυναμία της κατεστραμμένης ελληνικής βιομηχανίας να εξυπηρετήσει την εσωτερική ζήτηση, με αποτέλεσμα, η ζήτηση αυτή, όταν η ελληνική οικονομία σταθεροποιείται, έστω και σε χαμηλές πτήσεις, να στρέφεται, προς τις εισαγωγές. Κάπως έτσι, η κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα και οι ευρωθεσμικοί δανειστές σταθεροποίησαν την ελληνική οικονομία και κοινωνία, σε επίπεσα συνεχούς υπανάπτυξης και παρατεταμένης φτώχειας.

Αυτήν την κατάσταση (λίγο καλύτερα, ή λίγο χειρότερα – και αυτό, στην καλύτερη των περιπτώσεων) ήλθε να συντηρήσει η κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη, η οποία δεν έχει καμμία διάθεση να βγει, από τον ζουρλομανδύα της Φραγκφούρτης, των Βρυξελλών, του Βερολίνου και του Παρισιού και ως εκ τούτου, πρέπει να θεωρείται, ως δεδομένο, ότι πρόκειται να αποτύχει, ως προς τους διακηρυγμένους της στόχους (στους οποίους, στην πραγματικότητα, το οικονομικό επιτελείο της, εάν διαθέτει στοιχειώδη λογική, δεν πρέπει να πιστεύει), αφού αυτοί έρχονται, σε σύγκρουση, με τα σχέδια των ευρωθεσμών και το καθεστώς της χρεωδουλείας, το οποίο έχουν επιβάλει, στην χώρα. Αυτό, που χρειάζεται η ελληνική οικονομία, για να εισέλθει, γρήγορα, σε μια αναπτυξιακή διαδικασία υψηλών ταχυτήτων, δεν είναι η στροφή της, στις παγκόμιες αγορές. Σε αυτό το επίπεδο, το παιχνίδι είναι χαμένο, όπως αποδεικνύει η μακρά πορεία της χώρας, στην βαθειά κρίση των Μνημονίων και η πείρα, που έχει αποκτηθεί, από την πορεία αυτή. Η ελληνική οικονομία, η οποία απαρτίζεται, από έναν κατεστραμμένο βιομηχανικό τομέα, από μια γεωργία, η οποία δεν είναι ανταγωνιστική, από έναν τομέα υπηρεσιών, ο οποίος, στην πλειοψηφία του, παράγει προϊόντα μη εμπορεύσιμα, με χαμηλή παραγωγικότητα και με μόνο αναπτυξιακό κομμάτι, τον τουρισμό, αφού δεν κατάφερε (και δεν μπορούσε) να μεταμορφωθεί, δομικά, μέσα στις συνθήκες της μακροχρόνιας κρίσης, που έφεραν τα Μνημόνια, χρειάζεται μια μεγάλη ανασυγκρότηση του κατεστραμμένου παραγωγικού της ιστού, ο οποίος, στην συνέχεια, πρέπει και να αναδιαρθρωθεί.

Αλλά η ανασυγκρότηση και η αναδιάρθρωση της ελληνικής οικονομίας, δεν μπορεί να γίνει, με το ευρώ, το οποίο λειτουργεί ως ανελαστικός μηχανισμός συναλλαγματικών ισοτιμιών και είναι υπερτιμημένο, σε σχέση με αυτήν. Και δεν μπορεί να γίνει, χωρίς ελέγχους, στην κίνηση των κεφαλαίων και στις εισαγωγές. Η ανασυγκρότηση και η αναδιάρθρωση της ελληνικής οικονομίας μπορούν να γίνουν, μόνο, με την ελαστική δραχμή. Και φυσικά, η εισαγωγή της δραχμής θα πρέπει να συνοδεύεται, με αυστηρούς ελέγχους, στην κίνηση των κεφαλαίων και στις εισαγωγές. Η δραχμή, λοιπόν, πρέπει να αντικαταστήσει, χωρίς καθυστέρηση, το ευρώ. 

Το πώς μπορεί να γίνει αυτό το πέρασμα (κάτι που αποτελεί και το καίριο ζήτημα της όλης υπόθεσης της εξόδου της χώρας μας, από την πολυετή κρίση), θα το δούμε, σε προσεχές δημοσίευμα.