Του Δημήτρη Γρηγορόπουλου

Ιδού το πραγματικό πρόγραμμα της ΝΔ

Η -με βάση τις δημοσκοπήσεις- επερχόμενη κυβέρνηση τάζει ότι με τη μείωση της φορολογίας στις επιχειρήσεις θα προκαλέσει επέλαση επενδυτών, ενώ υπόσχεται ότι θα πείσει τους δανειστές να μειώσουν τα πρωτογενή ελλείμματα. Ωστόσο, το μόνο σίγουρο είναι η νέα και ακόμη πιο σφοδρή επέλαση στα εργατικά δικαιώματα, το κοινωνικό κράτος, τον δημόσιο τομέα

«Μάγος» ο Τσίπρας,«επταήμερος» ο Μητσοτάκης

Η ΝΔ, ακολουθώντας ουσιαστικά τη συνταγή ΣΥΡΙΖΑ, υπόσχεται επίτευξη υψηλών στόχων, που θα εξασφαλίζουν ανάπτυξη και ευημερία, την οποία θα απολαμβάνουν όχι μόνον τα ανώτερα αλλά και τα μεσαία στρώματα, που έχουν πληγεί ιδιαίτερα από τη διακυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ. Η έμφαση της προεκλογικής εκστρατείας της ΝΔ – όπως και του ΣΥΡΙΖΑ – στο πρόγραμμα και όχι στην κριτική του αντιπάλου, όπως στις ευρωεκλογές, δεν διαφωτίζει τον λαό. Εξάλλου, η αναφορά στο πρόγραμμα συνυπάρχει με την κινδυνολογία και την υποσχεσιολογία – ενώ επιπλέον, τα προγράμματα και των δύο πάσχουν από μία ενδημική αοριστία για τον τρόπο υλοποίησής τους.

Ο ΣΥΡΙΖΑ κατασκευάζει μια σχεδόν ιδανική εικόνα των αποτελεσμάτων της αντιλαϊκής διακυβέρνησής του. Χωρίς τεκμηρίωση δε, α λα… Μιγχάουζεν, στην εναρκτήρια ομιλία του για τις βουλευτικές εκλογές ο Τσίπρας έταξε 500 χιλιάδες νέες θέσεις εργασίας! Από τη μεριά του ο Μητσοτάκης, όσο κι αν στην προεκλογική κονίστρα παριστάνει τον μετριοπαθή και φιλολαϊκό, δύσκολα κρύβει τα νύχια και τα δόντια της νεοφιλελεύθερης διαχείρισης. Ένα βίντεο, άλλωστε, από πρόσφατη συνάντησή του με επιχειρηματίες στην Κω αποδεικνύει ότι τα «περί επταήμερης εργασίας» δεν αφορούν την επταήμερη λειτουργία των επιχειρήσεων, αλλά ανοίγουν τον δρόμο για τη θεσμοποίησή της.

Πράγματι, όπως φαίνεται, ο εκπρόσωπος των εργοδοτών είπε: «Απαιτούμε να γίνει πιο ευέλικτο το θέμα των επτά ημερών και όχι να επικρέμαται η σπάθη, έλεγχος και πρόστιμο». Τι απάντησε ο Μητσοτάκης; Έμμεσα, δήλωσε ότι υποστηρίζει το αίτημα, υποσχόμενος ότι η νέα κυβέρνηση δεν θα εμπλέκεται ανάμεσα σε εργοδότη και εργαζόμενο, ενώ «θα σαρώσει ως οδοστρωτήρας τα εμπόδια που κρατούν δέσμια την ελληνική επιχειρηματικότητα».

Στην πραγματικότητα, ΝΔ και ΣΥΡΙΖΑ υιοθετούν την κυρίαρχη στον καπιταλισμό νεοφιλελεύθερη διαχείριση με δευτερεύουσες αντιθέσεις.

Παρά τις διαβεβαιώσεις των δύο μονομάχων ότι η προεκλογική μάχη για τις βουλευτικές εκλογές θα διεξαχθεί σε προγραμματικό επίπεδο, στην πραγματικότητα τον κυρίαρχο τόνο στη διαπάλη του δικομματισμού δίνουν η κινδυνολογία και η υποσχεσιολογία, τα δοκιμασμένα όπλα της χειραγώγησης. Αυτοί οι δύο άξονες της προεκλογικής μάχης συγκροτούν μια λογική γέφυρας. Ο επερχόμενος πόλος αναμασά την καθιερωμένη κατηγορία της «καμμένης γης» που θα παραλάβει απ’ τον απερχόμενο. ‘Ετσι, προετοιμάζει, την αντιλαϊκή πολιτική που θα εφαρμόσει, ενώ τα μέτρα που επαγγέλλεται φαντάζουν «παλιγγενεσία» σε σχέση με την καταστροφή που υποχρεούται να διαχειριστεί. Ο απερχόμενος, με τη σειρά του, επικαλείται ό,τι παρέλαβε από τον προηγούμενο, ισχυρίζεται ότι επί της διακυβέρνησής του η «καμμένη γη» ξαναβλάστησε και καλεί τους ψηφοφόρους να τον ψηφίσουν, για να συνεχίσει και να ολοκληρώσει το έργο του και για να ματαιωθεί η επάνοδος στον κυβερνητικό θώκο του προηγούμενου καταστροφέα της κοινωνίας.

Μια από τις κυριότερες και κυρίαρχα προβαλλόμενες είναι οι διαφορές στη φορολογική πολιτική. Ο ΣΥΡΙΖΑ, κατ’ απαίτηση των δανειστών, επέβαλε βαρύτατη φορολογία στη μεσαία τάξη, για να επιδοτήσει με ψίχουλα τα πλέον φτωχά κοινωνικά στρώματα. Η ΝΔ υπόσχεται καθολική και γενναία περικοπή της φορολογίας, από την οποία πρώτιστα θα ωφεληθεί το κεφάλαιο, για να πραγματοποιήσει, κατά την προσδοκία της, εκτεταμένες επενδύσεις. Ως ατού της, η ΝΔ παρουσιάζει τη γενναία μείωση της φορολογίας, τις δημοσιονομικές δεσμεύσεις, τη λιτότητα διαρκείας για τον λαό – τα αυξημένα, δηλαδή, προνόμια για το κεφάλαιο. Παρόμοιες είναι και οι προτάσεις του ΣΥΡΙΖΑ, παρά την ιδεολογικοποίηση των διαφορών με τη ΝΔ. Παρά τα αφειδή προνόμια στο κεφάλαιο, ωστόσο, η «επέλαση» των επενδυτών ουδόλως είναι βέβαιη. Οι ξένοι προτιμούν τα φιλέτα της δημόσιας περιουσίας (επιχειρήσεις, τράπεζες, λιμάνια,αεροδρόμια) έναντι πινακίου φακής, αξιοποιώντας τα ελληνικά ΕΣΠΑ (Cosco) και δάνεια από ελληνικές τράπεζες. Αυτά τα φιλέτα, όμως, δεν είναι ατελείωτα.

Αυτή η πολιτική είναι συνολικά μυωπική. Παραβλέπει τα καίρια δομικά προβλήματα που ταλανίζουν την ελληνική οικονομία. Και κυρίως, το πρόβλημα του χρέους, που επί ΣΥΡΙΖΑ έφτασε στα 370 δισ. ευρώ υπερβαίνοντας το 180% του ΑΕΠ. Η Ελλάδα είναι υποχρεωμένη να εξυπηρετεί το χρέος και ταυτόχρονα να εξασφαλίζει οικονομική μεγέθυνση, χωρίς να διαταράσσει τη συμφωνημένη με τους δανειστές δημοσιονομική ισορροπία. Συνδυασμός εξ’ ορισμού δυσεπίτευκτος, αλλά αναγκαίος για να εξασφαλιστεί η εμπιστοσύνη των επενδυτών. Η τελευταία έκθεση της Κομισιόν, όμως, προβλέπει ότι με τις προεκλογικές παροχές του ΣΥΡΙΖΑ θα υπάρξει έλλειμμα στο πρωτογενές πλεόνασμα το 2019 και το 2020.

Η καμπάνα χτυπάει και για τη ΝΔ. Οι διαβεβαιώσεις ότι θα μειώσει τη φορολογία, όχι μόνο στους επιχειρηματίες αλλά και στα μεσαία και λαϊκά στρώματα, δημιουργεί ανησυχία και φόβο στους δανειστές ότι αυτή η… γαλαντομία θα διαταράξει τη δημοσιονομική ισορροπία της χώρας. Βέβαια, η ΝΔ διαβεβαιώνει ότι με τη «σοβαρότητα» της οικονομικής της πολιτικής θα πείσει τους δανειστές να μειώσουν τα πρωτογενή πλεονάσματα απ’το 3,5% στο 2%. Αυτόν τον όρο, όμως, δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι θα τον ικανοποιήσει η Κομισιόν. Παράλληλα, η ΝΔ κατηγορεί τον ΣΥΡΙΖΑ ότι για να υλοποιήσει την επιδοματική πολιτική του, κατακρεουργεί τα εκτεταμένα (όπως τα ορίζουν) μεσαία στρώματα – κατηγορία που συνυπογράφει εν μέρει και ο ΣΥΡΙΖΑ υποσχόμενος ότι στη νέα τετραετία θα τη διορθώσει. Απο τη μεριά του, ο ΣΥΡΙΖΑ κατηγορεί τη ΝΔ ότι με την εκτεταμένη μείωση της φορολογίας θα δημιουργήσει σοβαρά δημοσιονομικά κενά, τα οποία θα επικαλύψει με μείωση των δαπανών στην παιδεία, την υγεία και την πρόνοια (επιδόματα), τη μισθολογική δαπάνη, με την περαιτέρω μείωση του προσωπικού στον δημόσιο τομέα.

Όντως, η ΝΔ έχει δεσμευτεί ότι θα ακολουθήσει τον κανόνα πέντε προς ένα, δηλαδή στις πέντε αποχωρήσεις συνταξιοδοτούμενων από τον δημόσιο τομέα, θα προσλαμβάνει έναν υπάλληλο. Υπάρχουν όμως τομείς του δημοσίου τομέα, όπως η υγεία και η παιδεία, που τα κενά σε προσωπικό είναι μεγάλα και εμφανή. Αυτό το σύστημα προσλήψεων της ΝΔ θα οξύνει τη δυσλειτουργία του δημόσιου σε κρίσιμους τομείς, ωθώντας το κοινό στον ιδιωτικό τομέα, ενώ λόγω λιτότητας η ζήτηση των υπηρεσιών του δημοσίου έχει αυξηθεί. Μάλιστα, στο πρόγραμμα της ΝΔ εκτός από την ιδιωτικοποίηση δημόσιων επιχειρήσεων-φιλέτων, προβλέπονται μορφές ιδιωτικοποίησης στην δημόσια υγεία και την κοινωνική ασφάλιση. Ο θεσμός των ΣΔΙΤ (Σύμπραξη Δημοσίου Ιδιωτικού Τομέα) θα προχωρήσει δυναμικά, ιδίως σε υπηρεσίες υψηλού εξοπλισμού (όπως τα διαγνωστικά κέντρα). Θα υπάρχει η δυνατότητα αγοράς αναβαθμισμένων υπηρεσιών για τον ασθενή απ’ τον ιδιωτικό τομέα «για την επίτευξη οικονομιών κλίμακας στο κόστος λειτουργίας». Με εύσχημο τρόπο προαναγγέλεται όχι η αύξηση αλλά η κατάργηση κλινικών: «Θα προχωρήσουμε σε ενοποιήσεις και διασυνδέσεις κλινικών (…) για την επίτευξη οικονομιών κλίμακας στο κόστος λειτουργίας». Η πρακτική αυτή είχε εφαρμοστεί σε ευρεία κλίμακα επί κυβέρνησης ΝΔ-ΠΑΣΟΚ και συνεχίστηκε επί ΣΥΡΙΖΑ.

Το ασφαλιστικό σύστημα, ήδη με τον νόμο Κατρούγκαλου, οδηγείται στην επέκταση της ιδιωτικής ασφάλισης και των επαγγελματικών ταμείων, στη μετατροπή του από κοινωνικό-αναδιανεμητικό, σε ατομικό-ανταποδοτικό. Αυτή η πορεία ιδιωτικοποίησης θα ολοκληρωθεί από την επερχόμενη κυβέρνηση της ΝΔ, η οποία προτίθεται να περιορίσει την αναδιανομή σε μια εθνική σύνταξη των 350 ευρώ και να αναπτύξει ιδιωτικο-οικονομικά κριτήρια με τα επαγγελματικά ταμεία και τη «στήριξη της ιδιωτικής ασφάλισης».

Στο θέμα της εργασίας και της αμοιβής της, το πρόγραμμα της ΝΔ είναι σχεδόν απροκάλυπτα νεοφιλελεύθερης κοπής. Η εξασφάλιση εργασίας και η αμοιβή της καθορίζονται απόλυτα από την αγορά. Αναφέρεται, επίσης, ότι θα υπάρξουν «πρωτοβουλίες που θα βάλουν μπροστά τη μηχανή της οικονομίας και θα δημιουργήσουν δουλειές που δεν θα είναι των 360 ευρώ, αλλά θα προσφέρουν αμοιβές αντίστοιχες των ικανοτήτων των Ελλήνων, και ιδίως των νέων». Δηλαδή, εκτός από το όριο των 360 ευρώ, η αγορά θα καθορίζει απόλυτα κατά το δοκούν τις αμοιβές των εργαζομένων, χωρίς καμία ρυθμιστική παρέμβαση του κράτους. Παράλληλα, η δημιουργία «πολλών και καλά αμειβόμενων θέσεων εργασίας» συναρτάται από «αντιγραφειοκρατικές παρεμβάσεις», όπως αναφέρεται στο ίδιο πρόγραμμα, που ταυτίζονται με εξασφάλιση προνομίων στο κεφάλαιο για μεγαλύτερα κέρδη, όπως η μείωση φορολογίας από το 29% στο 20% και η μείωση του φορολογικού συντελεστή κατά 2 επιπλέον ποσοστιαίες μονάδες για επιχειρήσεις που απασχολούν τουλάχιστον 50 εργαζόμενους και για επιχειρήσεις που αυξάνουν τις θέσεις εργασίας τουλάχιστον κατά 10%.
Λέξη δεν υπάρχει, φυσικά, για την προοπτική έστω αποκατάστασης των απωλειών των εργαζομένων και συνταξιούχων στη διάρκεια των μνημονίων. Με σαφήνεια, αντίθετα, το πρόγραμμα αναφέρεται στο νεοφιλελεύθερο Ελάχιστο Εγγυημένο Εισόδημα, το οποίο πρόθυμα υιοθέτησε και ο Τσίπρας…

Σε περίοπτη θέση ασφάλεια και αυταρχισμός

Στόχος η περαιτέρω θωράκιση του συστήματος

Στο βασικό προγραμματικό τρίπτυχο της ΝΔ – μείωση φόρων, ανάπτυξη με πολλές και καλές δουλειές και ασφάλεια – η τελευταία κατέχει περίοπτη θέση. Ανέκαθεν, η συντηρητική αστική παράταξη αντιμετώπιζε με αυταρχισμό, ακραίο στην όξυνση της ταξικής πάλης, το ταξικό κίνημα και τα πολιτικά του υποκείμενα. Στο στάδιο του ολοκληρωτικού καπιταλισμού η νεοφιλελεύθερη διαχείριση στη δεξιά, κεντρώα και «αριστερή» εκδοχή της, η επίθεση του κεφαλαίου στην εργατική τάξη για δομικό περιορισμό των απολαβών της, υποκαθιστά την αστική δημοκρατία με το κράτος έκτακτης ανάγκης και το κράτος πρόνοιας με την επιδοματική πολιτική για την ακραία φτώχια. Στο σύγχρονο αστικό κράτος υπερενισχύεται η εκτελεστική εξουσία, υποβαθμίζεται η κοινοβουλευτική με την απορρόφηση νομοθετικού έργου απ’ την εκτελεστική, ετεροκαθορίζεται η δικαιοσύνη απ’ την εκτελεστική εξουσία, καταργούνται πολιτικά και εργατικά δικαιώματα, ενισχύονται οι κατασταλτικοί μηχανισμοί και η επιτήρηση.
Στη μνημονιακή Ελλάδα η ακραία λιτότητα συνοδεύτηκε από όξυνση της ταξικής πάλης, ιδίως μέχρι την άνοδο του ΣΥΡΙΖΑ στην κυβερνητική εξουσία, αλλά και από αύξηση της εγκληματικότητας. Η σύνδεση της νεοφιλελεύθερης οικονομίας με τη νεοφιλελεύθερη βία, εμμέσως πλην σαφώς, ομολογείται στο πρόγραμμα της ΝΔ: «Η διαφύλαξη της δημόσιας τάξης και της ασφάλειας των πολιτών είναι…αναγκαία συνθήκη για την επιστροφή στην οικονομική και κοινωνική ομαλότητα και ανάπτυξη». Η ανοχή της κυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ σε ουσιαστικά ακίνδυνες για το σύστημα δράσεις, σε αντίθεση με την κατασταλτική αντίδραση της στο ταξικό και αντισυστημικό κίνημα, δίνει πρόσχημα στη ΝΔ να διατρανώνει την απόφαση της να δείξει «μηδενική ανοχή στη διασάλευση της δημόσιας τάξης», στην εγκληματικότητα και την παραβατικότητα, σε όλες τους τις μορφές. Στην πραγματικότητα, με την έμφαση στο θέμα της ασφάλειας, η ΝΔ θα επιχειρήσει να θωρακίσει περαιτέρω το σύστημα από τη συνεχιζόμενη κρίση και ενδεχόμενη όξυνσή της.

Απόλυτη υποταγή στον Ευρω-νατοϊσμό

Αναμφίβολα, εχθρότητα κατά της πολιτικής και πνευματικής ελευθερίας εκφράζει η ρητή απόφαση της ΝΔ για κατάργηση του πανεπιστημιακού ασύλου, με πρόσχημα τον καθιερωμένο «κλεφτοπόλεμο» μερικών δεκάδων αντιεξουσιαστών με την αστυνομία στο κέντρο της Αθήνας. Διάθεση για πογκρόμ άλλων εποχών και καθεστώτων εκφράζει η αμετάκλητη απόφασή της για «εκκαθάριση» των Εξαρχείων. Εξάλλου, η εγκληματικότητα είναι φαινόμενο οικονομικοκοινωνικό και δεν εξαλείφεται με την ένταση της κρατικής βίας, ούτε με την απουσία στοιχειώδους σωφρονισμού στις φυλακές. Η ενίσχυση της θωράκισης του αστυνομικού κράτους από την επερχόμενη κυβέρνηση της ΝΔ με πρόσχημα την ασφάλεια και πραγματικό στόχο το κίνημα, επιβεβαιώνεται και «απ’ την ενεργοποίηση εκ νέου της ομάδας Δέλτα, και ενδυνάμωση της ομάδας Δίας και των ομάδων Πρόληψης και Καταστολής της Εγκληματικότητας».

Την ίδια στιγμή, στον τομέα της εξωτερικής πολιτικής, προτεραιότητα τόσο του ΣΥΡΙΖΑ όσο και της ΝΔ είναι η αξιοποίηση της θέσης και του ρόλου της Ελλάδας ως του ισχυρότερου και συνεπέστερου εταίρου ΗΠΑ και ΕΕ στην περιοχή, δεδομένων και των προβλημάτων μεταξύ ιμπεριαλιστικής Δύσης και Τουρκίας. Οι ηγεσίες των δύο κομμάτων αποβλέπουν στην αποκόμιση μέγιστων ωφελημάτων στην περιοχή. Παρά τη διαφορετική στάση τους στην επίλυση του Μακεδονικού, τελικά συγκλίνουν στην αποδοχή της συμφωνίας. Η ΝΔ, αφού αποκόμισε με τις εθνικιστικές κορώνες ό,τι μπορούσε στην προεκλογική περίοδο, πλέον αντιμετωπίζει ως δεδομένη τη Συμφωνία των Πρεσπών και απλώς θέτει ως στόχο τη ματαίωση παραβιάσεων της συμφωνίας απ’ τους Σκοπιανούς. Ο δε ΣΥΡΙΖΑ την αξιολογεί ως πολύ καλή συμφωνία και δρέπει τους επαίνους των ιμπεριαλιστών…

ΠΡΙΝ