Του Λεωνίδα Βατικιώτη

Στην  πιο απρόβλεπτη θέση της πολιτικής της καριέρας βρίσκεται η Άνγκελα Μέρκελ δύο χρόνια πριν εγκαταλείψει τη καγκελαρία, όπως έχει η ίδια δηλώσει, ολοκληρώνοντας επιτυχώς τέσσερις θητείες.

Εκτός της Γερμανίας, ο γάλλος πρόεδρος Εμμανουέλ Μακρόν δε φαίνεται πρόθυμος να συναινέσει στο σχέδιο του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος, που εξήλθε τραυματισμένο της μάχης των ευρωεκλογών κερδίζοντας 180 έδρες από 221 που είχε συγκεντρώσει το 2014, για να δοθεί στον Μάνφρεντ Βέμπερ το ανώτατο αξίωμα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Αναμφισβήτητα, πίσω από την άρνησή του δεν κρύβεται τίποτε άλλο παρά η διαχείριση της ήττας του, στην ίδια τη Γαλλία.  Μια άνευ όρων στήριξη στον εκλεκτό της γερμανικής Δεξιάς δεν καταδικάζει μόνο το δικό του κόμμα, Republique en Marche (La Rem), που κέρδισε 22 έδρες, σε ουραγό του παραδοσιακού συντηρητισμού ακυρώνοντας τα υπερφίαλα σχέδια που περιέφερε ανά την Ευρώπη, αναζητώντας συμμάχους για τη συγκρότηση ενός νέου φιλελεύθερου κέντρου, αλλά μένει έκθετος και στην κριτική της Λε Πεν ότι υποβαθμίζει τη  Γαλλία να σέρνεται πίσω από τη Γερμανία. Εκείνο ωστόσο που με βεβαιότητα δοκιμάζει τα νεύρα της καγκελαρίου είναι το επιχείρημα που επικαλείται ο γάλλος πρόεδρος, που για όσους δε θυμούνται στερείται κοινοβουλευτικής εμπειρίας, μιας και ο βατήρας της εισόδου του στην πολιτική ήταν η τράπεζα Ρότσιλντ. Παρόλα αυτά, απορρίπτει μέχρι στιγμής την πρόταση του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος, δυσκολεύοντας τη ζωή της ευρωπαϊκής Δεξιάς που χρειάζεται εναγωνίως συμμάχους για να κατακτήσει την πολυπόθητη θέση, υποστηρίζοντας ότι ο Βέμπερ στερείται …κυβερνητικής εμπειρίας, δεν έχει υπηρετήσει σε θέσεις υψηλής ευθύνης κι άλλα τέτοια είναι τα επιχειρήματα του …μπαρουτοκαπνισμένου Μακρόν.

Κι εντός της Γερμανίας όμως τα νεύρα της Μέρκελ δοκιμάζονται πολλαπλώς. Η Γερμανική Δεξιά κατέγραψε ένα κακό εκλογικό αποτέλεσμα, με το CDU να συγκεντρώνει 22,6%, που είναι το χειρότερο εκλογικό αποτέλεσμα που έχει πετύχει σε εκλογές. Το πρόβλημα όμως βρίσκεται στο σοσιαλδημοκρατικό κόμμα που όχι απλώς είδε το ποσοστό του να καταρρέει στο 15,8% (από 20,5% στις εκλογές του 2017), που είναι η χειρότερη επίδοση που έχει καταγράψει στα 156 χρόνια της ιστορίας του, αλλά επιπλέον ήρθε και τρίτο, μετά τους Πράσινους. Ο τερματισμός του στην τρίτη θέση οδήγησε στα άκρα την κριτική που ασκείται από τη βάση του κόμματος, με προεξάρχοντα τον ηγέτη της νεολαίας Κέβιν Κούχνερτ, η οποία –πολύ ορθά- αποδίδει την κατρακύλα της επιρροής του στη συμμετοχή στον μεγάλο συνασπισμό, καθώς οι υπουργοί των σοσιαλδημοκρατών δεν διαφέρουν σε τίποτε από τους υπουργούς της Δεξιάς. Εμβληματικό παράδειγμα είναι ο νέος υπουργός Οικονομικών, Όλαφ Σόλτς, που ακολουθεί αδιαμαρτύρητα την οικονομική πολιτική του προκατόχου του Βόλφγακνγκ Σόιμπλε. ΚΙ ας προέρχεται ο μεν πρώτος από το SPD και ο δεύτερος από το κόμμα της βαυαρικής Δεξιάς, CSU, που κινείται πολύ πιο δεξιά κι από το CDU, το κόμμα της Μέρκελ.

Διχασμένοι οι σοσιαλδημοκράτες

Η παραίτηση της επικεφαλής του κόμματος Ανδρέα Νάλες την Κυριακή 2 Ιουνίου, ήταν αποτέλεσμα των αυξανόμενων φωνών διαμαρτυρίας, κι ας εξελέγη στην ανώτερη θέση του αρχαιότερου κόμματος της Γερμανίας μόλις τον Απρίλιο του 2018, αποτελώντας μάλιστα την πρώτη φορά που αυτό το αξίωμα περνούσε σε γυναίκα. Ο κίνδυνος δε για την Μέρκελ είναι η παραίτηση της Νάλες (που κάποτε ως μέλος της νεολαίας ανήκε στην αριστερή πτέρυγα του κόμματος), να ακολουθηθεί όχι απλώς από μια ακόμη εσωκομματική κρίση, αλλά από ένα εσωκομματικό δημοψήφισμα στο πλαίσιο του οποίου τα μέλη του κόμματος να τοποθετηθούν στο απλό ερώτημα αν θέλουν ή όχι την παράταση της συμμετοχής του SPD στην κυβέρνηση της Μέρκελ.

Κι αυτό όμως δεν είναι τόσο εύκολο. Πιθανή έξοδος των σοσιαλδημοκρατών από την κυβέρνηση πράγματι θα βάλει ένα φρένο στην ελεύθερη πτώση του κόμματός τους, η οποία όμως απλώς κορυφώθηκε με τον μεγάλο συνασπισμό. Ξεκίνησε όταν ο τότε σοσιαλδημοκράτης καγκελάριος Γκέρχαρντ Σρέντερ (κι όχι ο Κολ) γκρέμισε το υποδειγματικό κράτος πρόνοιας της Γερμανίας με το πακέτο Χαρτζ 4, που αποτελεί ακόμη και σήμερα αυτόματο πιλότο διεθνούς εμβέλειας για την ελαστικοποίηση των εργασιακών σχέσεων και τη νεοφιλελεύθερη αναμόρφωση των κοινωνικών παροχών. Επιταχύνθηκε δε από τις αλλαγές που έχουν συντελεστεί στην κοινωνική δομή της Γερμανίας. Αν οι σοσιαλδημοκράτες δεν τραβήξουν τάχιστα το κόμμα τους από την πρίζα του μεγάλου συνασπισμού αργά ή γρήγορα θα συμβεί αυτό που γράφει το περιοδικό Σπίγκελ: Τη θέση του SPD, ως ο προοδευτικός, εναλλακτικός πυλώνας του πολιτικού συστήματος, θα καταλάβουν οι Πράσινοι. Και το σοσιαλδημοκρατικό κόμμα σιγά – σιγά θα οδηγηθεί στο περιθώριο της πολιτικής ζωής. Αποσυνδέοντας όμως το SPD από τον μεγάλο συνασπισμό ακόμη κι αυτή η εύθραυστη σταθερότητα θα χαθεί κι η Γερμανία θα οδηγηθεί σε πρόωρες εκλογές. Ο σχηματισμός κυβέρνησης με βεβαιότητα θα αποδειχθεί ακόμη πιο δύσκολος απ’ ότι ήταν μετά τις εκλογές του 2017, γιατί η Δεξιά θα καταγράψει ακόμη χαμηλότερα ποσοστά. Θα απουσιάζει επομένως εκείνο το κέντρο ισχύος που εξασφαλίζει τη συνέχεια. Και το σοσιαλδημοκρατικό κόμμα ωστόσο δεν είναι σίγουρο ότι θα ανακάμψει μονομιάς. Η συμμετοχή του κόμματος στη κυβέρνηση με την Μέρκελ (που ως παράπλευρη συνέπεια είχε την ανάδειξη της φιλοναζιστικής Εναλλακτικής για τη Γερμανία ως το μεγαλύτερο κόμμα της αντιπολίτευσης στη γερμανική βουλή) δεν άλλαξε μόνο τις προγραμματικές θέσεις του, άλλαξε και την κοινωνική του σύνθεση, όπως και τις απόψεις των ψηφοφόρων του. Δεν αποκλείεται επομένως οι ψηφοφόροι του SPD να μην ανταμείψουν εκλογικά το κόμμα αν επιλέξει τη ρήξη και στη συνέχεια χρεωθεί μια μακρά περίοδο ακυβερνησίας, εγγενώς συμβατή με το γερμανικό …DNA.

Πράσινοι, σκιά του παρελθόντος

Η δυσκολία ενός πιθανού μετεκλογικού παζλ οφείλεται, κατά ένα σημαντικό μέρος, στην άνοδο των Πρασίνων. Πίσω από την αύξηση της εκλογικής επιρροής του κόμματος βρίσκεται ένα εντεινόμενο πολιτικό ενδιαφέρον των Γερμανών ψηφοφόρων για θέματα που σχετίζονται με την κλιματική αλλαγή και την αντιμετώπιση του φαινομένου του θερμοκηπίου. Η αφύπνιση εκδηλώθηκε σε πανευρωπαϊκό επίπεδο λίγες εβδομάδες πριν τις ευρωεκλογές, με αφορμή τις σχολικές απεργίες που ξεκίνησαν στη Σουηδία, από μια έφηβη. Μιλώντας ωστόσο για τη Γερμανία, η αλήθεια είναι πώς η Μέρκελ δεν έχει μείνει άπραγη. Το 2011, στα απόνερα της καταστροφής στο πυρηνικό εργοστάσιο της Φουκουσίμα στην Ιαπωνία, το Βερολίνο εξήγγειλε την παύση λειτουργίας των πυρηνικών εργοστασίων, την εγκατάλειψη των ορυκτών καυσίμων και δη του άνθρακα και μια ιστορικών διαστάσεων στροφή στις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας. Έκτοτε έχουν γίνει ελάχιστα πράγματα, με την εξαγγελθείσα στροφή στην καθαρή ενέργεια να ανταγωνίζεται σε αποτυχία την κατασκευή του νέου αεροδρομίου του Βερολίνου, αποτελώντας αμφότερα διασυρμό της περίφημης γερμανικής ακρίβειας, συνέπειας  και μεθοδικότητας. Επάνω στη δυσφορία των γερμανών ψηφοφόρων που γεννάει η ολιγωρία του Βερολίνου να αλλάξει την ενεργειακή βάση της χώρας και τη δεξιά στροφή των σοσιαλδημοκρατών προέκυψε η εκλογική επιτυχία των Πράσινων που συγκέντρωσαν 20,5% στις πρόσφατες ευρωεκλογές, όταν και στις δύο προηγούμενες εκλογές για την ανάδειξη ευρωβουλευτών (2009 και 2014) είχαν κερδίσει 12%.

Η εκλογική άνοδος των Πρασίνων είχε ως αποτέλεσμα η ατζέντα τους να διεμβολίσει το πολιτικό πρόγραμμα όλων σχεδόν των άλλων κομμάτων. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η υπόσχεση της διαδόχου της Μέρκελ στο CDU, Κραμπ Καρενμπάουερ, να εξαγγείλει μέτρα φορολογικής ελάφρυνσης για όσες επιχειρήσεις επιτυγχάνουν τους στόχους μείωσης των εκπομπών αερίων που συμβάλουν στο φαινόμενο του θερμοκηπίου. Το πολιτικό αποτύπωμα των Πρασίνων ωστόσο δεν εξαντλείται σε ζητήματα σχετικά με το περιβάλλον. Αναμφισβήτητα, ο ριζοσπαστισμός που συνόδευσε την εμφάνισή τους τη δεκαετία του ’70 ανήκει οριστικά και αμετάκλητα στο παρελθόν. Η βοήθεια που προσέφεραν στον Σρέντερ να νομιμοποιήσει στη συνείδηση των Γερμανών και της διεθνούς κοινής γνώμης την πρώτη αποστολή γερμανικών στρατευμάτων στο εξωτερικό και ειδικότερα στη Γιουγκοσλαβία μετά το τέλος του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, όταν στην στην ηγεσία τους ήταν ο Γιόσκα Φίσερ, σηματοδότησε  τον πολιτικό τους ευνουχισμό και την μετατροπή τους σε ένα κόμμα εξουσίας που με την παρουσία του «πρασινίζει», στο μέτρο του εφικτού, μια κατά βάση ρυπογόνα πολιτική. Παρόλα αυτά, κατά τη διάρκεια της προεκλογικής περιόδου οι Πράσινοι ένωσαν τη φωνή τους με άλλους, κυρίως επιστήμονες, που επικρίνουν την πολιτική των ισοσκελισμένων προϋπολογισμών και ζητούν την αύξηση των δημόσιων δαπανών για υποδομές, δημόσια έργα και επενδύσεις στην εκπαίδευση και την έρευνα. Συγκεκριμένα, άρθρο που γράφτηκε από δύο στελέχη των Πρασίνων ζητούσε να καταργηθεί το περίφημο φρένο χρέους που εισήχθη στο γερμανικό σύνταγμα το 2009 κι απαγορεύει στα 16 ομοσπονδιακά κρατίδια να εμφανίζουν δημοσιονομικά ελλείμματα, ενώ για την ομοσπονδιακή κυβέρνηση καθηλώνει το διαρθρωτικό έλλειμμα στο επίπεδο του 0,35% του ΑΕΠ. (δες εδώ)

Η κριτική που εκφράζεται από στελέχη των Πράσινων θεωρείται ότι απηχεί την ογκούμενη δυσαρέσκεια μιας γενιάς που βλέπει το περίφημο γερμανικό θαύμα να καταρρέει, λόγω ελλιπούς ή κακής συντήρησης. Δυστυχώς όμως ακόμη κι αυτή η κριτική αναπτύσσεται στις παρυφές των Πράσινων, οι οποίοι όσο κι αν ανταγωνίζονται και απειλούν τους σοσιαλδημοκράτες δεν αμφισβητούν τις σταθερές του σύγχρονου οικονομικού και πολιτικού θαύματος της Γερμανίας, που είναι η αιματηρή λιτότητα και τα «μίνι τζομπς» των 500 ευρώ. Κι αυτά μάλιστα ανασφάλιστα…

Νέα Σελίδα