Του Λεωνίδα Βατικιώτη

Αν ήταν μια  ιστορική αναδρομή στα βρόμικα μυστικά της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής, πολύ περισσότερο αν ήταν μια καταγγελία των παρεμβάσεων κι επεμβάσεων των ΗΠΑ στα εσωτερικά τρίτων χωρών, θα ήταν κάτι παραπάνω από ευπρόσδεκτη η έκδοση του βιβλίου του Γουίλ Ίρβιν (Will Irwin) με τίτλο Υποστήριξη στην αντίσταση: Στρατηγικός στόχος και αποτελεσματικότητα (Support to Resistance: Strategic Purpose and Effectiveness). Το βιβλίο όμως αυτό που εκδόθηκε τον Απρίλιο του 2019, από το Πανεπιστήμιο των Κοινών Ειδικών Επιχειρήσεων του αμερικανικού στρατού (Joint Special Operations University Press, με έδρα την αεροπορική βάση ΜακΝτίλ της Φλόριδας) αναφέρεται στο μέλλον, κι όχι στο παρελθόν.

Τα ερευνητικά ερωτήματα που θέτει ο συγγραφέας (απόστρατος των ειδικών δυνάμεων κι έκτοτε συγγραφέας και καθηγητής) συγκροτούν έναν οδηγό δράσης του Πενταγώνου και του Λευκού Οίκου για το σήμερα και το αύριο, έστω κι αν αναφέρεται πώς τα συμπεράσματα είναι του συγγραφέα και μόνο. «Αυτή η έρευνα εστίασε σε δύο κεντρικά ερευνητικά ερωτήματα και τρία υποερωτήματα», αναφέρεται στις πρώτες κιόλας σελίδες. «Κεντρικό ερώτημα 1: Τι γεωπολιτικές και στρατηγικές συνθήκες οδηγούν συνήθως στην επιλογή Υποστήριξης της Αντίστασης ως ένα εργαλείο εξωτερικής πολιτικής; Υποερώτημα 1α: Τι στρατηγικοί στόχοι εξυπηρετούνται υποστηρίζοντας ξένες εξεγέρσεις η κινήματα αντίστασης; Κεντρικό ερώτημα 2: Ιστορικά, πόσο αποτελεσματική ήταν η Υποστήριξη της Αντίστασης ως ένα εργαλείο εξωτερικής πολιτικής των ΗΠΑ; Υποερώτημα 2α: Πόσο αποτελεσματική ήταν η Υποστήριξη της Αντίστασης σε διάφορες γεωπολιτικές περιστάσεις (πχ περίοδος ειρήνης ως προς περίοδο πολέμου, υποστηρικτική προσπάθεια σε αντίθεση με την κύρια προσπάθεια); Υποερώτημα 2β: Πόσο αποτελεσματική είναι η Υποστήριξη στην Αντίσταση σε κάθε μια από τις τρεις κατηγορίες: αναστάτωσης, εξαναγκασμού, ανατροπής»;

Με βάση την έρευνα συνολικής έκτασης 250 σελίδων, από τις 47 περιπτώσεις που εξετάζονται από το 1940 μέχρι σήμερα, περίπου το 70% εντάσσεται στην κατηγορία των παρεμβάσεων με σκοπό την πρόκληση αναστάτωσης. Οι υπόλοιπες περιπτώσεις, το 30%, είναι μοιρασμένο στις άλλες δυο κατηγορίες: εξαναγκασμού και ανατροπής. Με κριτήριο την αποτελεσματικότητα τους ο συγγραφέας συμπεραίνει ότι από τις 47 περιπτώσεις, οι 23 κρίθηκαν επιτυχημένες, 20 αποτυχημένες, 2 μερικώς επιτυχημένες και οι 2 άλλες ατελείς. Η μεγαλύτερη επιτυχία καταγράφεται στον εξαναγκασμό καθώς τα τρία τέταρτα των σχετικών επιχειρήσεων στέφθηκαν με επιτυχία ή μερική επιτυχία. Ως λιγότερο επιτυχημένη αποτιμάται η αλλαγή καθεστώτος καθώς απέδωσε τα αναμενόμενα μόνο στο 29% των περιπτώσεων. Από τα συμπεράσματα ξεχωρίζουμε πώς «η υποστήριξη σε μη βίαια κινήματα αντίστασης φαίνεται πώς είναι πιθανότερο να πετύχει από την υποστήριξη στην ένοπλη αντίσταση». Επιπλέον, αποδείχθηκε «αποτελεσματικότερη όταν υλοποιήθηκε σε άμεση υποστήριξη μιας στρατιωτικής εκστρατείας παρά ως μια ανεξάρτητη ή κύρια επιχειρησιακή προσπάθεια».

Το βιβλίο είναι εξαιρετικά αποκαλυπτικό γιατί υπογραμμίζει με τον πιο επίσημο τρόπο, για όσους χρειάζονται ανάλογες βεβαιώσεις, την άμεση και υλική συμμετοχή των ΗΠΑ στην ανατροπή κυβερνήσεων, εκλεγμένων ή μη, με γνώμονα πάντως την προώθηση των δικών τους γεωπολιτικών και οικονομικών συμφερόντων, έστω κι αν αυτά ενδύονται με τον μανδύα της δημοκρατίας και της πάλης κατά του αυταρχισμού. Ο συγγραφέας επαναλαμβάνει ότι ζούμε την μεγαλύτερη δημοκρατική υποχώρηση από την εποχή του φασισμού τη δεκαετία του ’30, για να καταλήξει  ότι «σήμερα υπάρχουν αρκετές χώρες στον κόσμο που εντάσσονται σε αυτή την κατηγορία. Και η Ρωσία και η Κίνα έχουν εμφατικώς επιδείξει επεκτατικές τάσεις»… Η συγκεκριμένη αναφορά δεν αφήνει κανένα περιθώριο αμφιβολίας ότι στο στόχαστρο ανάλογων επιχειρήσεων ήπιας ή αιματηρής παρέμβασης στα εσωτερικά τρίτων χωρών πλέον εντάσσονται οι χώρες που υπάγονται στη διπλωματική επιρροή Μόσχας και Πεκίνου. Προαναγγέλλεται έτσι νέα όξυνση των διεθνών σχέσεων!

Από τα άπειρα «μαργαριτάρια» που περιλαμβάνει το βιβλίο, το οπισθόφυλλο του οποίου κοσμεί το λογότυπο της σερβικής οργάνωσης Otpor που πρωταγωνίστησε στην ανατροπή του Σλόμπονταν Μιλόσεβιτς, ξεχωρίζουμε δύο αναφορές, η μία σχετικά με την Πολωνία και η άλλη για την Κούβα.

«Πιθανά η πιο ασυνήθιστη εμπειρία των ΗΠΑ Υποστήριξης της Αντίστασης και μια από τις πιο επιτυχείς ήταν η βοήθεια που προσφέρθηκε στο Κίνημα Αλληλεγγύης στην Πολωνία από το 1981 ως το 1989. Το πρόγραμμα υποστήριξης είχε το διπλό στόχο της προώθησης της δημοκρατίας την Πολωνία και της υπονόμευσης της Σοβιετικής κυριαρχίας στην πιο σημαντική χώρα δορυφόρο της. Διεξαγόμενη ταυτόχρονα με την επιχείρηση υποστήριξης των μουτζαχεντίν στο Αφγανιστάν, ήταν μέρος μια διμέτωπης σύγκρουσης με αποτελέσματα που άλλαξαν την ιστορία. Επειδή οι δύο αυτές καμπάνιες αντίστασης – η μία μη βίαιο κίνημα αντίστασης πολιτών και η άλλη βίαιη ένοπλη αντίσταση – έπαιξαν ένα αδιαμφισβήτητα καθοριστικό ρόλο στη διάλυση του Συμφώνου της Βαρσοβίας και την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης». Η κατάρρευση επομένως δεν προήλθε εκ των έσω…

Οι επιχειρήσεις της CIA στην Κούβα χαρακτηρίζονται ως οι πλέον δημόσια αποτυχημένες προσπάθειες ανατροπή καθεστώτος. Η πρώτη επιχείρηση, με το τίτλο JMARC που κατέληξε στον αποδεκατισμό των Αμερικανών πεζοναυτών που επιχείρησαν να εισβάλουν από τον κόλπο των Χοίρων, εγκρίθηκε από τον πρόεδρο Αϊζενχάουερ υπό τον όρο να σχηματιστεί μια κυβέρνηση διαφωνούντων που θα αναγνωριστεί ως νόμιμη κυβέρνηση εκ μέρους των ΗΠΑ. Η δεύτερη επιχείρηση, με τον τίτλο MONGOOSE, που εγκρίθηκε από τον πρόεδρο Κένεντυ στις 3 Νοεμβρίου 1961 περιελάβανε μαζί με τη παραστρατιωτική δράση, βιομηχανικά σαμποτάζ και ψυχολογικές επιχειρήσεις με σκοπό να υποκινήσουν τον πληθυσμό σε εξέγερση.

Οποιαδήποτε σχέση των παραπάνω με τον Γκουαϊντό και το μπλακ άουτ στα υδροηλεκτρικά φράγματα της Βενεζουέλας είναι προφανώς τυχαία…

Νέα Σελίδα