https://edromos.gr/wp-content/uploads/2019/04/panepistimio1.jpg

Της Γιάννας Γιαννουλοπούλου

Την Μεγάλη Τρίτη της επόμενης εβδομάδας ψηφίζεται με την διαδικασία του επείγοντος ένα εκπαιδευτικό νομοσχέδιο με το οποίο η κυβέρνηση θέλει να «κλείσει» ένα σύνολο ζητημάτων, από τα οποία σημαντικότερα είναι: α) η αλλαγή του τρόπου εισαγωγής στα ΑΕΙ και η επίσημη κατηγοριοποίηση των πανεπιστημιακών Τμημάτων σε «υψηλής ζήτησης» (εισαγωγή κατόπιν εξετάσεων) και «χαμηλής ζήτησης» (εισαγωγή άνευ εξετάσεων), καθώς και η κατάργηση των λατινικών από εξεταζόμενο μάθημα για τη Θεωρητική Κατεύθυνση και β) η τελική συγχώνευση ΤΕΙ και ΑΕΙ.

Για την αλλαγή του τρόπου εισαγωγής στα ΑΕΙ και για το ζήτημα των λατινικών έχουν γίνει αναφορές σε παλαιότερα φύλλα του Δρόμου.

Στο παρόν σημείωμα θα γίνει αναφορά στις συγχωνεύσεις ΤΕΙ και ΑΕΙ, διαδικασία που έχει ξεκινήσει τα τελευταία δύο χρόνια και ολοκληρώνεται με το υπό ψήφιση νομοσχέδιο, παρά τις αντιδράσεις της Συγκλήτου του ΕΜΠ, της Συγκλήτου του Πανεπιστημίου Πατρών, καθώς και των Κοσμητειών όλων των Πολυτεχνικών Σχολών της χώρας. Ο σεβασμός στις απόψεις των εμπλεκόμενων μερών και ο δημοκρατικός διάλογος δεν είναι το πεδίο που αριστεύει η κυβέρνηση και το Υπουργείο!

ΕΝ ΑΡΧΗ ΗΣΑΝ ΤΑ ΜΝΗΜΟΝΙΑ και οι οδηγίες του ΟΟΣΑ. Σύμφωνα με αυτά η ανώτατη εκπαίδευση στην Ελλάδα έπρεπε να μειώσει τις δομές της κατά 30%. Οι πρώτες μνημονιακές κυβερνήσεις επιχείρησαν να πετύχουν αυτήν την μείωση με μετωπικό τρόπο («σχέδιο Αθηνά», 2013). Οι απόπειρες εκείνες είχαν συναντήσει ισχυρό ρεύμα αντίστασης, το οποίο απέτρεψε τις συγχωνεύσεις και την περαιτέρω διάλυση της ανώτατης εκπαίδευσης, με πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα τον αγώνα της Φιλοσοφικής Σχολής Αθηνών για την αποφυγή συγχώνευσης των Ξενόγλωσσων Τμημάτων. Η σημαντική εκείνη νίκη δεν επέτρεψε στις επόμενες κυβερνήσεις να θέσουν εκ νέου ζητήματα συγχώνευσης για αυτά τα Τμήματα, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι έπαψε να υπάρχει ζωηρό οικονομικό αλλά και ιδεολογικό ενδιαφέρον να περάσει η ξενόγλωσση εκπαίδευση πλήρως στα φροντιστήρια και τα ξένα Ινστιτούτα των πρεσβειών των μεγάλων ευρωπαϊκών χωρών και να απομακρυνθεί από τη δημόσια ανώτατη εκπαίδευση. Η νεο-αποικιακή αντίληψη και ο πολιτισμικός ιμπεριαλισμός είναι διαρκώς υπαρκτά στο χώρο της εκπαίδευσης.

Η κυβέρνηση της αριστεράς, επομένως, έπρεπε και να κάνει συγχωνεύσεις και να μην προκαλέσει αντιδράσεις. Διάλεξε, λοιπόν, τον δρόμο του «διαλόγου» με τις «πρόθυμες» διοικήσεις των ΑΕΙ και των ΤΕΙ. Οι ευπειθείς και υπάκουες διοικήσεις συγχωνεύτηκαν αυτοβούλως και ασμένως.

Προηγήθηκε η συγκέντρωση των ΤΕΙ Αθήνας και Πειραιά στην ομπρέλα του Πανεπιστημίου Δυτικής Αττικής, προηγήθηκαν οι συγχωνεύσεις του ΤΕΙ Ηπείρου με το Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, του ΤΕΙ Ιονίων Νήσων με το Ιόνιο Πανεπιστήμιο, ενώ είναι εν εξελίξει οι συγχωνεύσεις των ΤΕΙ Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης, ΤΕΙ Κεντρικής Μακεδονίας, ΤΕΙ Θεσσαλονίκης με το Διεθνές Πανεπιστήμιο.

Με νόμο που ψηφίστηκε τον Ιανουάριο του 2019 συγχωνεύτηκε το ΤΕΙ Θεσσαλίας με το Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας, ενώ το ΤΕΙ Στερεάς Ελλάδας διαμοιράστηκε ανάμεσα στο Γεωπονικό Πανεπιστήμιο, το Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας και το Πανεπιστήμιο Αθηνών.

Όσες διοικήσεις δεν «συνεργάστηκαν» θα υποχρεωθούν να συγχωνευτούν με το υπό ψήφιση νομοσχέδιο.

Οι συγχωνεύσεις των πανεπιστημίων και ΤΕΙ υπηρετούν πρωταρχικά τον στόχο για τη μείωση των δομών της ανώτατης εκπαίδευσης στη χώρα. Π.χ. το Πανεπιστήμιο Δυτικής Αττικής, στο οποίο συγχωνεύτηκαν –αφού βαφτίστηκαν πανεπιστημιακά τμήματα– όλα τα τμήματα των ΤΕΙ Αθηνών και Πειραιά διαθέτει 26 Τμήματα, ενώ τα αντίστοιχα ΤΕΙ είχαν 42.

Όσες διοικήσεις ΑΕΙ και ΤΕΙ «συνεργάστηκαν» έλαβαν ως «δώρο», οι μεν τα περιουσιακά στοιχεία και το προσωπικό των ΤΕΙ, τα διετή προγράμματα κατάρτισης, οι δε την «πανεπιστημιοποίηση». Όλα προς δόξα της ακαδημαϊκότητας!

Έτσι, λοιπόν, στα πανεπιστήμια που στενάζουν από τις περικοπές των προϋπολογισμών και τη μείωση του διδακτικού προσωπικού προστίθενται καινούργια Τμήματα, συνήθως με πολύ περιορισμένο γνωστικό αντικείμενο, όπως π.χ. «Σπουδές Οίνου, Αμπέλου και Ποτών».

Η σημερινή κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ, ως κεντροαριστερή διάδοχος του ΠΑΣΟΚ, εξαφάνισε από τον χάρτη την πολυδιαφημισμένη και ανωτατοποιημένη τεχνολογική εκπαίδευση της εποχής του ΠΑΣΟΚ. Σε αυτήν την πορεία δεν απέφυγε ακόμα και τα «δωράκια» στους «ημέτερους», ιδρύοντας τα Τμήματα της αρεσκείας τους

ΜΕ ΤΟΝ ΤΡΟΠΟ ΑΥΤΟ η σημερινή κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ, ως κεντροαριστερή διάδοχος του ΠΑΣΟΚ, εξαφάνισε από τον χάρτη την πολυδιαφημισμένη και ανωτατοποιημένη τεχνολογική εκπαίδευση της εποχής του ΠΑΣΟΚ. Σε αυτήν την πορεία δεν απέφυγε ακόμα και τα «δωράκια» στους «ημέτερους», ιδρύοντας τα Τμήματα της αρεσκείας τους, π.χ. ακόμα ένα Τμήμα Κοινωνιολογίας στο λεκανοπέδιο Αττικής στη Σχολή Οικονομικών και Κοινωνικών Επιστημών του ΕΚΠΑ ή Σχολή Εφαρμοσμένων Οικονομικών και Κοινωνικών Επιστημών στο Γεωπονικό Πανεπιστήμιο με πέντε τμήματα!

Αποτέλεσμα όλων αυτών θα είναι η μετατροπή μεγάλου μέρους της εκπαίδευσης σε ταχύρρυθμη κατάρτιση που θα οδηγεί σε εργασία με άθλιους μισθούς και λειψά δικαιώματα ή –το πιο πιθανό– στη μακρόχρονη ανεργία και τη συνεχιζόμενη επανακατάρτιση των αποφοίτων. Αργά ή γρήγορα θα τεθεί το ζήτημα με ωμό τρόπο «βρείτε τρόπους για να επιβιώσετε αλλιώς θα κλείσετε». Για να μπορέσουν να επιζήσουν τα ΑΕΙ μέσα σε αυτή την κατάσταση, θα οδηγηθούν σε περαιτέρω εμπορευματοποίηση και επιχειρηματική λειτουργία, σε αναζήτηση χορηγών, σε επιβολή διδάκτρων κ.λπ. Μέσα σε αυτήν την πολτοποιημένη κατάσταση θα διαμορφωθούν κάποια μικρά κομμάτια (Τμήματα ή συστάδες εργαστηρίων) στο πλαίσιο των ΑΕΙ, τα οποία θα στηριχτούν οικονομικά αλλά και με προσωπικό, για να πραγματοποιούν έρευνα κυρίως προς όφελος των διάφορων –συνήθως πολυεθνικών– επιχειρήσεων.

Επιπλέον, διαμορφώνεται ένα συνολικό πλαίσιο, στο οποίο συμπλέουν και διασυνδέονται όλες οι μορφές εκπαίδευσης και κατάρτισης, τυπικές (προπτυχιακές και μεταπτυχιακές σπουδές) με μη τυπικές μορφές (Δια Βίου κατάρτιση, εξ αποστάσεως εκπαίδευση, επαγγελματική κατάρτιση και εξειδίκευση διαφόρων τύπων, όπως τα διετή προγράμματα κ.ά.), «γκριζάρουν» και ρευστοποιούνται οι επιστημονικές ειδικεύσεις, ενώ τα επαγγελματικά δικαιώματα (π.χ. του μηχανικού) που απέρρεαν από τα πτυχία καθίστανται κενό γράμμα.

Ας αφήσουμε για άλλο σημείωμα τον ιδεολογικό ρόλο της ελάσσονος προσπάθειας, σύμφωνα με την οποία μπορεί να είχες εισαχθεί σε ένα Τμήμα με χαμηλό βαθμό, αλλά το καλό Υπουργείο θα το βαφτίσει την επόμενη χρονιά Τμήμα Μηχανικών! Εξάλλου, από του χρόνου, πιθανόν και να κερδίσουν μια ώρα ύπνο παραπάνω οι μαθητές!

Η ΣΥΝΕΙΔΗΤΗ ΑΠΟΔΟΧΗ και συμμετοχή –ή έστω η ανοχή– πολλών πανεπιστημιακών σε αυτές τις εξελίξεις για την ανώτατη εκπαίδευση είναι ιδιαίτερα ανησυχητική. Τέτοια φιλοκυβερνητική στάση είχε χρόνια να επιδειχθεί από τον χώρο! Οι πρόσφατες αντιδράσεις των Πολυτεχνείων είναι τόσο καθυστερημένες και μερικές, που δεν συγκινούν. Κάποιοι αγώνες από τους φοιτητές (ΤΕΙ Αθήνας και Γεωπονικό Πανεπιστήμιο) έμειναν χωρίς ενίσχυση και προοπτική.

Εν κατακλείδι, οι συγχωνεύσεις ΑΕΙ και ΤΕΙ είναι ένα ακόμη βήμα υποβάθμισης και διάλυσης της Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης. Δεν υπάγεται σε κανέναν σχεδιασμό για το ποιες παραγωγικές ανάγκες θα μπορούσε να εξυπηρετήσει η ανώτατη εκπαίδευση, πανεπιστημιακή ή τεχνολογική. Δεν ακολουθεί κανέναν σχεδιασμό για τις εκπαιδευτικές ανάγκες της νεολαίας, αντιθέτως αποτελεί απόπειρα χειραγώγησης και εξαπάτησής της, μοιράζοντας φρούδες ελπίδες. Εντάσσεται σε ένα πλαίσιο απομόρφωσης, λειψών εργασιακών δικαιωμάτων και ματαιωμένων ονείρων.

Ένας ισχυρός άνεμος πρέπει να σαρώσει τους εμπνευστές αυτών των πολιτικών!

* Η Γιάννα Γιαννουλοπούλου είναι πανεπιστημιακός (ΕΚΠΑ).

Δρόμος της Αριστεράς