Ο φίλος με κοίταζε σκεφτικός, καθώς, δίχως να καταλάβουμε το πώς, η συζήτηση στην παρέα είχε στραφεί στο λογιστικό χρήμα που δημιουργούν οι τράπεζες από το πουθενά. Κι όταν ξεστόμισε το καταλυτικό “για μισό λεπτό, ρε Θοδωρή”, καταράστηκα μέσα μου την στιγμή που επέτρεψα να μπει η κουβέντα σε τέτοια μονοπάτια. Ήταν σχεδόν σίγουρο ότι η απόλαυση του μεσημεριάτικου ούζου θα καταστρεφόταν από την ερώτηση που θα ακολουθούσε.

“Για μισό λεπτό”, επέμεινε εκείνος. “Αφού, όπως λες, οι τράπεζες έχουν την δυνατότητα να φτιάχνουν όσο χρήμα θέλουν, τί στον διάβολο τις χρειάζονται τις καταθέσεις μας; Γιατί μπήκαμε στην περιπέτεια των κάπιταλ κοντρόλ; Αν η τράπεζα μπορεί να φτιάξει εκατομμύρια από το τίποτε, πώς γίνεται να έχει σημασία το αν ένας μισθωτός ή ένας συνταξιούχος κάνει ανάληψη τρία, πέντε ή δέκα κατοστάρικα σε μια βδομάδα;”. Δεν ήταν η πρώτη φορά που άκουγα αυτή την απορία. Και οφείλω να παραδεχτώ ότι είναι μια απορία πολύ λογική και με αρκετό ενδιαφέρον. Βέβαια, εκείνη την στιγμή ξέφυγα απαντώντας όπως-όπως, καθ’ ότι δεν έχω χειρότερο να κουβεντιάζω για τράπεζες ενώ στο τραπέζι υπάρχει καραφάκι. Όμως, εδώ μπορώ να γίνω αναλυτικώτερος.

Είναι αλήθεια πως για το τραπεζικό σύστημα στο σύνολό του και για την ποσότητα χρήματος που κυκλοφορεί, οι καταθέσεις παίζουν από ελάχιστα σημαντικό έως τελείως ασήμαντο ρόλο. Με μια μικρή λεπτομέρεια: είναι ιδιαίτερα σημαντικές στις διατραπεζικές συναλλαγές! Για να το πω με απλά λόγια: όταν μια τράπεζα πληρώνει μια άλλη τράπεζα, το κάνει με πραγματικό χρήμα και όχι με λογιστικό. Ας δώσουμε ένα παράδειγμα:

Ο μισθός μου κατατίθεται στην Πειραιώς. Κάθε μήνα, με το που πληρώνομαι, πληρώνω και το νοίκι του σπιτιού μου, μεταφέροντας μέσω e-banking 300 ευρώ σε λογαριασμό που τηρεί ο  ιδιοκτήτης στην Εθνική. Φυσικά, παρόμοιες κινήσεις ποσών από τράπεζα σε τράπεζα γίνονται καθημερινά και είναι αμέτρητες. Θα έλεγε κανείς ότι όλα αυτά τα ποσά διακινούνται λογιστικά, εφ’ όσον δεν αλλάζει χέρια ούτε ένα χαρτονόμισμα, ούτε ένα κέρμα. Σωστό. Μόνο που αυτή η λογιστική κίνηση κρατάει ως το τέλος της ημέρας. Τότε έρχεται η ώρα της εκκαθάρισης και η ώρα να κινηθεί το πραγματικό χρήμα. Ας δούμε πώς.

Στο τέλος της ημέρας, λοιπόν, όλες αυτές οι διατραπεζικές συναλλαγές συγκεντρώνονται στο γραφείο συμψηφισμών τής κεντρικής τράπεζας. Αν η συναλλαγή που έκανα εγώ το πρωί ήταν η μοναδική τής ημέρας, η κεντρική τράπεζα θα μετέφερε 300 ευρώ από τα λεφτά που τηρεί σ’ αυτήν η Πειραιώς, στην μερίδα τής Εθνικής. Επειδή, όμως, μέσα στην ημέρα έγιναν χιλιάδες διατραπεζικές συναλλαγές, το γραφείο συμψηφισμών υπολογίζει για κάθε τράπεζα χωριστά πόσα λεφτά οφείλει στις άλλες και πόσα απαιτεί απ’ αυτές. Αν το πρώτο κονδύλι είναι μεγαλύτερο από το δεύτερο, η εν λόγω τράπεζα πρέπει να καλύψει την διαφορά με ρευστό χρήμα που έχει ήδη κατατεθειμένο στην κεντρική τράπεζα.

Ας πούμε τώρα ότι κάθε μέρα οι συμψηφιστικές εκροές τής Πειραιώς είναι μεγαλύτερες από τις εισροές κατά 300 ευρώ. Αυτό σημαίνει ότι κάθε μέρα η Πειραιώς πρέπει να βρίσκει κάπου, με κάποιον τρόπο, τρία κατοστάρικα για να καλύπτει την διαφορά. Ένας τρόπος είναι να μαζεύει καθημερινά καταθέσεις κατά 300 ευρώ περισσότερες από αναλήψεις. Ένας άλλος τρόπος, ακριβώς ανάποδος αλλά με το ίδιο αποτέλεσμα, είναι να περιορίσει τις αναλήψεις σε ύψος 300 τουλάχιστον ευρώ χαμηλότερα από τις καταθέσεις. Νά τα κάπιταλ κοντρόλ!

Τί γίνεται, όμως, στην περίπτωση που ούτε έλεγχος των αναλήψεων υπάρχει ούτε καταθέσεις μπορεί να προσελκύσει η τράπεζα; Εδώ οι λύσεις είναι τρεις, και οι τρεις επώδυνες. Η πρώτη λύση λέγεται δανεισμός είτε από την κεντρική τράπεζα είτε από άλλες τράπεζες με αρκετά υψηλό επιτόκιο, κάτι το οποίο έχει δυσμενή επίπτωση στα κέρδη τής τράπεζας. Η δεύτερη λέγεται πώληση περιουσιακών στοιχείων σε τιμή ευκαιρίας (π.χ. μη εξυπηρετούμενα δάνεια), με δυσμενή επίπτωση στο σύνολο του ενεργητικού τής τράπεζας. Η τρίτη λέγεται αύξηση κεφαλαίου με έκδοση νέων μετοχών, γεγονός που μεταβάλλει το ιδιοκτησιακό καθεστώς τής τράπεζας και μπορεί να φτάσει μέχρι και σε αλλαγή ιδιοκτήτη.

Θα μπορούσε να πει κανείς, ως ένσταση, ότι ένα τόσο απλοποιημένο παράδειγμα διαστρεβλώνει την πραγματικότητα. Στην πράξη, δεν μπορεί η Πειραιώς να είναι κάθε μέρα μείον έναντι της Εθνικής. Αλλά κι αν είναι, θα είναι συν έναντι της Γιούρομπανκ. Σωστά. Όμως η εξίσωση στραβώνει αν βάλουμε στο πλάνο και τις ξένες τράπεζες. Μπορεί εδώ τα χρήματα που σήμερα πάνε από την Άλφα στην Εθνική, αύριο να ακολουθήσουν αντίθετη φορά αλλά αν πάνε στην Μπάρκλεϋ’ς ή στην Σοσιετέ Ζενεράλ, δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι θα επιστρέψουν. Κι όσο οι εμπορικές μας τράπεζες εντείνουν τα επενδυτικά τους παιχνίδια με χρηματοπιστωτικά προϊόντα αλλοδαπής προέλευσης, τόσο πιο επιτακτική γίνεται η ανάγκη εξεύρεσης κεφαλαιακών διαθεσίμων.

Κλείνοντας τούτο το σύντομο σημείωμα, μπορούμε να πούμε επιγραμματικά ότι οι τράπεζες έχουν ανάγκη τις καταθέσεις μας όχι “για να τις διοχετεύσουν στην πραγματική οικονομία” (τί ωραίο παραμύθι και με πόση πέραση!) αλλά για να μπορούν να συναλλάσσονται απρόσκοπτα μεταξύ τους, μιας και αυτές δεν εμπιστεύονται το λογιστικό χρήμα στα μεταξύ τους αλισβερίσια.

Υστερόγραφο. Ελπίζω οι γελοιογραφίες τού ΚΥΡ να βόηθησαν ώστε ο φίλος μου να μου συγχώρησε ήδη εκείνο το “ξέφυγα”, που είπα στον πρόλογο.

cogito ergo sum